Το εθνικό νομοθετικό και κανονιστικό πλαίσιο παρέχει στην Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου (ΚΤΚ) σαφή νομική εντολή και επαρκείς εξουσίες για την εποπτεία για πρόληψη της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες (AML) των πιστωτικών ιδρυμάτων (ΠΙ), αναφέρει σε ειδική έκθεση η Ελεγκτική Υπηρεσία (ΕΥ), σημειώνοντας οι εξουσίες αυτές περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την πρόσβαση στη σχετική πληροφόρηση, τη διενέργεια ελέγχων και την επιβολή διοικητικών μέτρων/κυρώσεων. Παρουσιάζοντας τα αποτελέσματα ελέγχου λειτουργικής αποδοτικότητας των δραστηριοτήτων εποπτείας του τραπεζικού τομέα για AML, με ελεγχόμενους φορείς την ΚΤΚ και την Μονάδα Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης (ΜΟΚΑΣ), η ΕΥ αναφέρει ότι και η ΜΟΚΑΣ διαθέτει επαρκές νομοθετικό και θεσμικό πλαίσιο, ενώ σημειώνει ότι παρατηρείται αυξητικό ποσοστό αναφορών που παραμένουν σε εκκρεμότητα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα.
Στην έκθεσή της, η ΕΥ αναφέρει ότι «δεν υφίσταται ανεξάρτητη Υπηρεσία διασφάλισης ποιότητας εποπτείας AML εντός της ΚΤΚ, η οποία θα ενίσχυε περαιτέρω την ποιότητα και αξιοπιστία της ελεγκτικής εργασίας και των εποπτικών ευρημάτων», ενώ το χρονικό διάστημα που παρέρχεται, από την έναρξη ενός επιτόπιου ελέγχου μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, όπως σημειώνει, «είναι αρκετά μεγάλο και οφείλεται σε σημαντικό βαθμό σε χρονοβόρες εσωτερικές διαδικασίες της ΚΤΚ».
«Τα αποτελέσματα των εποπτικών ελέγχων και διεθνείς εκθέσεις αμοιβαίας αξιολόγησης καταδεικνύουν τη σημαντική μείωση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες στον τραπεζικό τομέα και βελτίωση σε σειρά τραπεζικών πρακτικών σε σχέση με προηγούμενες περιόδους, που οφείλεται εν μέρει στην πρακτική επίδραση της καθοδήγησης της ΚΤΚ σε θέματα AML προς τα ΠΙ», υπογραμμίζει στην έκθεση της.
Παράλληλα, στην έκθεση της, η ΕΥ αναφέρει ότι τα διαθέσιμα στοιχεία καταδεικνύουν αυστηροποίηση των πρακτικών δέουσας επιμέλειας από τα ΠΙ, η οποία «σε ορισμένες περιπτώσεις ενδέχεται να οδηγούσε ακόμα και σε αδικαιολόγητο αποκλεισμό πελατών ή δυσανάλογες επιπτώσεις σε συγκεκριμένες ομάδες του πληθυσμού, όπως μη εκτέλεση εισερχόμενων τραπεζικών μεταφορών προς όφελος Ρώσων υπηκόων με άδεια παραμονής στην Κυπριακή Δημοκρατία, οι οποίοι δεν εμπίπτουν στο καθεστώς κυρώσεων, ή δυσχέρεια πρόσβασης σε τραπεζικές υπηρεσίες των Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, οι οποίες αντιμετωπίζονται ως ενδεχομένως υψηλού κινδύνου, χωρίς να προηγηθεί κατά περίπτωση ανάλυση κινδύνου».
Ταυτόχρονα, η ΕΥ αναφέρει ότι η ΜΟΚΑΣ λειτουργεί βάσει νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου, το οποίο "σε γενικές γραμμές είναι επαρκές και εναρμονισμένο με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα AML και υποστηρίζεται από καθορισμένες εσωτερικές διαδικασίες, μηχανισμούς εποπτείας και εξειδικευμένα πληροφοριακά συστήματα για τη διαχείριση και ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών". Σημειώνει, ωστόσο, ότι «παρατηρείται αυξητικό ποσοστό αναφορών που παραμένουν σε εκκρεμότητα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα».
Συγκεκριμένα, σε σχέση με την ΚΤΚ, η ΕΥ αναφέρει ότι κατά την περίοδο που εξέτασε (Ιανουάριο 2020 μέχρι Ιούλιο 2024), η Υπηρεσία AML της ΚΤΚ ήταν λειτουργικά αυτόνομη, με επαρκείς μη μισθολογικούς οικονομικούς πόρους.
Ωστόσο, προσθέτει ότι «η στελέχωσή της παρουσίαζε περιορισμούς σε σχέση με το εύρος των εποπτικών αναγκών, γεγονός που ενδέχεται να επηρέαζε την πλήρη εφαρμογή της εποπτικής στρατηγικής της βάσει κινδύνου, ιδίως ως προς την προσαρμογή της φύσης, της συχνότητας, του εύρους και της έντασης των ελέγχων». Οι περιορισμοί αυτοί, όπως αναφέρει, «σε συνδυασμό με άλλα οργανωτικά ζητήματα, ενδέχεται να επηρέασαν επιπρόσθετα, τον όγκο του ελεγκτικού έργου, την υλοποίηση του ετήσιου προγραμματισμού βάσει κινδύνου και την έγκαιρη ολοκλήρωση των εποπτικών ενεργειών.
Προσθέτει ότι η ενίσχυση της στελέχωσης της Διεύθυνσης AML, η οποία συστάθηκε με την αναδιοργάνωση της ΚΤΚ τον Φεβρουάριο 2025, αποτελεί σημαντική προϋπόθεση για την επιχειρησιακή αποδοτικότητα της εποπτείας βάσει κινδύνου».
Σύμφωνα με την ΕΥ, η ΚΤΚ εφαρμόζει προσέγγιση εποπτείας βάσει κινδύνου, η οποία βασίζεται σε πολλαπλές πηγές πληροφόρησης και ευθυγραμμίζεται σε μεγάλο βαθμό με τις διεθνείς κατευθυντήριες γραμμές της Financial Action Task Force (FATF) και των Ευρωπαϊκών Εποπτικών Αρχών.
«Η αξιολόγηση κινδύνων διενεργείται μέσω εξειδικευμένου εργαλείου που αναπτύχθηκε με την τεχνική συνδρομή του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου», αναφέρει και προσθέτει ότι «παρόλο που το εργαλείο αυτό έχει τύχει βελτιώσεων, ορισμένες πτυχές του, όπως οι παράμετροι που αφορούν σε παράγοντες κινδύνου και οι συντελεστές στάθμισής τους, χρήζουν επικαιροποίησης».
Επιπλέον, αναφέρει ότι η ΚΤΚ εφαρμόζει συνδυασμό επιτόπιας και εξ αποστάσεως εποπτείας και καταρτίζει το ελεγκτικό της πλάνο ανάλογα με τους αξιολογημένους κινδύνους, το οποίο ενδέχεται να προσαρμόζεται, τόσο λόγω περιορισμών στη διαθεσιμότητα ανθρώπινων πόρων, όσο και προς ανταπόκριση σε σημαντικές εξελίξεις στο εποπτικό περιβάλλον.
Στην έκθεση της η ΕΥ αναφέρει ότι οι εποπτικές διαδικασίες της ΚΤΚ προβλέπονται σε εσωτερικό Εγχειρίδιο της Υπηρεσίας AML, βασίζονται σε τυποποιημένα προγράμματα ελέγχου και διαδικασίες επισκόπησης, περιλαμβανομένου νομικού ελέγχου, γεγονός που συμβάλλει στην τεκμηρίωση και ποιότητα των εποπτικών παρεμβάσεων.
«Ωστόσο, δεν υφίσταται ανεξάρτητη Υπηρεσία διασφάλισης ποιότητας εποπτείας AML εντός της ΚΤΚ, η οποία θα ενίσχυε περαιτέρω την ποιότητα και αξιοπιστία της ελεγκτικής εργασίας και των εποπτικών ευρημάτων», υπογραμμίζει.
Αναφέρει επίσης ότι η διαδικασία επιβολής διοικητικών μέτρων περιλαμβάνει πολλαπλά στάδια και παρέχει στα εποπτευόμενα ΠΙ το δικαίωμα να εκφράσουν τις θέσεις τους πριν από τη λήψη τελικών αποφάσεων.
Ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ΕΥ, «το χρονικό διάστημα που παρέρχεται, από την έναρξη ενός επιτόπιου ελέγχου μέχρι την έκδοση τελικής απόφασης, είναι αρκετά μεγάλο και οφείλεται σε σημαντικό βαθμό σε χρονοβόρες εσωτερικές διαδικασίες της ΚΤΚ». «Η πρόσφατη οργανωτική αναδιάρθρωση και η ενίσχυση της εξειδικευμένης νομικής υποστήριξης που θα λαμβάνει η Διεύθυνση AML αναμένεται να συμβάλουν στη μείωση του χρόνου ολοκλήρωσης των εποπτικών ενεργειών», προσθέτει.
Επιπρόσθετα, η ΕΥ αναφέρει ότι οι εποπτικές παρεμβάσεις της ΚΤΚ περιλαμβάνουν, μεταξύ άλλων, την αποστολή προειδοποιητικών επιστολών, χρηματικά πρόστιμα και την υποχρέωση υλοποίησης διορθωτικών ενεργειών από τα ΠΙ.
Σημειώνει ότι κατά την περίοδο ελέγχου, επιβλήθηκαν πρόστιμα συνολικού ύψους περίπου €2 εκ. σε δύο ΠΙ για τρεις περιπτώσεις παραβιάσεων του πλαισίου AML.
«Η υφιστάμενη διαδικασία κλιμάκωσης των διοικητικών μέτρων βασίζεται κυρίως στην εποπτική κρίση των μελών της Υπηρεσίας AML και, παρά την ύπαρξη μετριαστικών παραγόντων, δεν φαίνεται να υποστηρίζεται πλήρως από ένα σαφές πλαίσιο εφαρμογής αντικειμενικών κριτηρίων ή ορίων επιβολής κυρώσεων», υπογραμμίζει.
Η ΕΥ αναφέρει επίσης ότι η ΚΤΚ διαθέτει βασικούς μηχανισμούς διαφάνειας και λογοδοσίας, όπως η δημοσιοποίηση κανονιστικής καθοδήγησης, η κοινοποίηση διοικητικών κυρώσεων και η λογοδοσία προς τη Βουλή των Αντιπροσώπων, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι η πληροφόρηση που δημοσιοποιείται σχετικά με τις δραστηριότητες εποπτείας AML παραμένει περιορισμένη ως προς την αποτύπωση της αποτελεσματικότητας των εποπτικών ενεργειών.
Αναφέρει επίσης ότι κατά τη διάρκεια του ελέγχου προέκυψαν διαφορετικές ερμηνείες ως προς την έκταση της πρόσβασης της Ελεγκτικής Υπηρεσίας σε ορισμένες πληροφορίες, γεγονός που περιόρισε την πλήρη επαλήθευση ορισμένων πτυχών και δυσχέραινε τον έλεγχο.
Σύμφωνα με την ΕΥ, δεδομένης της ιδιαιτερότητας της ΚΤΚ όπου κάποιες εργασίες της ελέγχονται από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και κάποιες άλλες από την Ελεγκτική Υπηρεσία, επιβάλλεται όπως διασφαλιστεί ότι δεν προκύπτουν περιοχές δραστηριοτήτων, που να μην ελέγχονται ούτε από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αλλά ούτε και από την Ελεγκτική Υπηρεσία.
ΜΟΚΑΣ
Στην έκθεση της, η ΕΥ αναφέρει ότι η ΜΟΚΑΣ λειτουργεί βάσει νομοθετικού και θεσμικού πλαισίου, το οποίο σε γενικές γραμμές είναι επαρκές και εναρμονισμένο με τα διεθνή και ευρωπαϊκά πρότυπα AML και υποστηρίζεται από καθορισμένες εσωτερικές διαδικασίες, μηχανισμούς εποπτείας και εξειδικευμένα πληροφοριακά συστήματα για τη διαχείριση και ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών.
Προσθέτει ότι η ενσωμάτωση του προϋπολογισμού της ΜΟΚΑΣ στον συνολικό προϋπολογισμό της Νομικής Υπηρεσίας δύναται να επηρεάζει τον βαθμό αυτονομίας ως προς τον προγραμματισμό και ευελιξία κατανομής πόρων για εξειδικευμένες ανάγκες AML.
Σύμφωνα με την ΕΥ, η ΜΟΚΑΣ κατά την περίοδο 2020–2024 ενισχύθηκε σημαντικά σε επίπεδο ανθρώπινων και τεχνολογικών πόρων, ιδίως στον Τομέα Ανάλυσης, ενώ αξιοποιεί εξειδικευμένα πληροφοριακά συστήματα και εργαλεία για τη διαχείριση και ανάλυση αναφορών ύποπτων συναλλαγών.
«Παρά τη σημαντική αυτή ενίσχυση, η αύξηση του αριθμού των αναφορών, καθώς και η μεταβολή της σύνθεσής τους, ιδίως λόγω της αυξανόμενης δραστηριότητας στον τομέα των κρυπτό-περιουσιακών στοιχείων, δημιουργούν αυξημένες επιχειρησιακές απαιτήσεις», προσθέτει.
Η ΕΥ αναφέρει στην έκθεση της ότι «παρατηρείται αυξητικό ποσοστό αναφορών που παραμένουν σε εκκρεμότητα για παρατεταμένο χρονικό διάστημα (χωρίς να συνεπάγεται κατ’ ανάγκην ότι δεν έχει διενεργηθεί οποιαδήποτε αναλυτική εργασία, καθώς μία ανοικτή αναφορά δύναται να αντανακλά διαφορετικά στάδια προόδου της ανάλυσης), γεγονός που καταδεικνύει την ανάγκη συνεχούς αξιολόγησης της κατανομής και εξειδίκευσης των διαθέσιμων πόρων».
Αναφέρει επίσης ότι από τον Ιούλιο 2023 η ΜΟΚΑΣ προχώρησε σε ουσιαστική αναθεώρηση των διαδικασιών ανάλυσης αναφορών ύποπτων συναλλαγών, με την εισαγωγή μηχανισμών κατηγοριοποίησης και προτεραιοποίησης βάσει κινδύνου, γεγονός που ενίσχυσε τη δυνατότητα στοχευμένης αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων και τη συνέπεια της διαδικασίας αξιολόγησης.
Προσθέτει, ωστόσο, ότι ο έλεγχος εντόπισε παράγοντες που ενδέχεται να επηρεάζουν την πληρότητα και την έγκαιρη ανάλυση των αναφορών, όπως η χρήση της παραμέτρου, στο εργαλείο προτεραιοποίησης, που αφορά στην κατηγοριοποίηση, ως υψηλότερου κινδύνου, των ατόμων που διαμένουν στην Κύπρο ή διαθέτουν Κυπριακή ιθαγένεια, που ενδεχομένως να επηρεάζει τη συνολική βαθμολόγηση αναφορών, χωρίς σαφή τεκμηρίωση της σχέσης τους με τον κίνδυνο νομιμοποίησης εσόδων, η μη εκ των υστέρων αξιολόγηση αναφορών προηγούμενων περιόδων που δεν είχαν κατηγοριοποιηθεί ως προς τον κίνδυνο, καθώς και η περιορισμένη στρατηγική αξιοποίηση των αναφορών χαμηλής σημασίας για τον εντοπισμό επαναλαμβανόμενων μοτίβων ή τάσεων.
"Η ποιοτική αξιολόγηση δείγματος αναφορών που υποβλήθηκαν από ΠΙ, κατέδειξε, σε ορισμένες περιπτώσεις, αδυναμίες ως προς την πληρότητα των αναφορών αυτών, την επάρκεια τεκμηρίωσης και την έγκαιρη υποβολή τους από τα ΠΙ", αναφέρει και προσθέτει ότι "οι αδυναμίες αυτές ενδέχεται να επηρεάζουν την αποτελεσματικότητα της ανάλυσης και τη δυνατότητα έγκαιρης λήψης επιχειρησιακών μέτρων από τη ΜΟΚΑΣ".
Επιπλέον, η ΕΥ αναφέρει ότι η υποβολή αναφορών περιορισμένης συνάφειας ενδέχεται να επιβαρύνει αχρείαστα με διοικητικό φόρτο τη ΜΟΚΑΣ, αφού εξετάζονται και αναλύονται πολλές τέτοιες αναφορές χωρίς να προκύπτουν ενδείξεις για AML, γεγονός που αντανακλάται και στο ποσοστό αναφορών που, κατόπιν ανάλυσης, διαβιβάζονται στις αρχές επιβολής του νόμου για περαιτέρω διερεύνηση, ο μέσος όρος του οποίου κατά την περίοδο του ελέγχου ανήλθε σε 5,5%.
Σημειώνει ότι, κατά τα έτη 2023 και 2024 το ποσοστό αυτό παρουσιάζει σταδιακή άνοδο και ότι στο ποσοστό αυτό δεν περιλαμβάνονται οι διαβιβάσεις προς την Αστυνομία που συνδέονται με υπό διερεύνηση υποθέσεις ή για σκοπούς περαιτέρω πληροφόρησης.
Σύμφωνα με την ΕΥ, η αξιολόγηση των μηχανισμών ανατροφοδότησης μεταξύ της ΜΟΚΑΣ, των αρμόδιων εποπτικών αρχών, των υπόχρεων οντοτήτων και των αρχών επιβολής του νόμου κατέδειξε ότι, παρότι υφίστανται θεσμοθετημένες διαδικασίες συνεργασίας και ανταλλαγής πληροφοριών, οι οποίες ενισχύθηκαν πρόσφατα μέσω της εισαγωγής διαδικασιών ανατροφοδότησης προς τις υπόχρεες οντότητες και της συμφωνίας με την Αστυνομία για περιοδική ενημέρωση, η ανατροφοδότηση από τις αρχές επιβολής του νόμου παρέμενε έως πρόσφατα περιορισμένη και μη συστηματική.
"Η κατάσταση αυτή δυσχεραίνει την αξιολόγηση από τη ΜΟΚΑΣ της έκβασης και της επιχειρησιακής αξιοποίησης των πληροφοριών που διαβιβάζει, ενώ η πλήρης και συνεπής εφαρμογή των συμφωνηθέντων μηχανισμών ανατροφοδότησης κρίνεται ουσιώδης για την ενίσχυση της στρατηγικής και επιχειρησιακής ανάλυσης και της συνολικής αποτελεσματικότητας του συστήματος AML", υπογραμμίζει.
Αναφέρει επίσης ότι η Συμβουλευτική Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες και της Χρηματοδότησης της Τρομοκρατίας (Συμβουλευτική Αρχή), είναι αρμόδια για τον συντονισμό των εμπλεκόμενων αρχών ως προς τον εντοπισμό, την εκτίμηση και τη διαχείριση των κινδύνων νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και χρηματοδότησης της τρομοκρατίας σε εθνικό επίπεδο.
"Για το σκοπό αυτό η Συμβουλευτική Αρχή διενεργεί την Εθνική Αξιολόγηση Κινδύνων (ΕΑΚ). Διαπιστώθηκε ότι η ισχύουσα ΕΑΚ, η οποία ολοκληρώθηκε το 2017 και βασίζεται σε δεδομένα της περιόδου 2011–2016, δεν έχει έκτοτε επικαιροποιηθεί, γεγονός που περιορίζει την δυνατότητα της να αντανακλά τις πρόσφατες εξελίξεις στο εγχώριο περιβάλλον κινδύνων και να υποστηρίζει τη συνεπή εφαρμογή της προσέγγισης βάσει κινδύνου από τις αρμόδιες αρχές", προσθέτει.
Τέλος, στην έκθεση της η ΕΥ αναφέρει ότι τον Δεκέμβριο 2025 δρομολογήθηκε η εκπόνηση νέας ΕΑΚ, η έγκαιρη ολοκλήρωση και αξιοποίηση της οποίας κρίνεται κρίσιμη για την ενίσχυση του εθνικού πλαισίου AML, ιδίως ενόψει της επόμενης αξιολόγησης της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων αξιολόγησης των μέτρων για το Ξέπλυμα και τη Χρηματοδότηση της Τρομοκρατίας του Συμβουλίου της Ευρώπης (Moneyval) το 2028.
Πηγή: ΚΥΠΕ











