Γυρίζοντας τον χρόνο πίσω, στον Οκτώβριο του 2023, όταν δολοφονήθηκε ο Θανάσης Καλογερόπουλος, ο «έλεγχος» της Λεμεσού, μια επαρχία που άλλοτε διατηρούσε ισορροπίες, δεν έγραφε τον επίλογο μιας εποχής, αλλά την αρχή μίας άλλης. Ήταν ο προάγγελος των εξελίξεων που θα ακολουθούσαν, σε ένα πόλεμο κυριαρχίας μεταξύ των «μνηστήρων» που επιδίωκαν την απόλυτη αυτοκρατορία σε μια πόλη που «παράγει χρυσό», με τον τζίρο του σύγχρονου υποκόσμου να μην έχει καμία σχέση με αυτό του παραδοσιακού, ο οποίος σε μια άλλη εποχή περιοριζόταν να αποκομίζει κέρδη από νυχτερινά μαγαζιά και τζόγο.
Δύο χρόνια μετά, η δολοφονία του Σταύρου Δημοσθένους, αφενός ήρθε να επιβεβαιώσει τα παιχνίδια εξουσίας στη Λεμεσό και αφετέρου να αποκαλύψει ή καλύτερα να «επισφραγίσει» την εμπλοκή «ξένων δυνάμεων» του υποκόσμου, στον αγώνα επιβολής των άγραφων νόμων σε μια πόλη που ακμάζει και αποτελεί διεθνούς βεληνεκούς επιχειρηματικών κέντρων, στα οποία άπλωσε τα πλοκάμια του.
Δημοσιεύματα στον ξένο Τύπο - κυρίως ρωσόφωνα - πριν την δολοφονία του 49χρονου, συνέδεαν τον Δημοσθένους με Ρώσο επιχειρηματία, ιδιοκτήτη online καζίνο, παρουσιάζοντάς τους ως στενούς συνεργάτες στην Κύπρο. Σε δημοσιεύματα αναφέρεται ότι ο Δημοσθένους λειτουργούσε ως βασικός επιχειρηματικός εταίρος ή «προστάτης» του Ρώσου, παρέχοντάς του στήριξη και διασυνδέσεις για την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων του στο νησί.
Τα ίδια μέσα υποστηρίζουν ότι η σχέση τους περιλάμβανε κοινές επιχειρηματικές κινήσεις, όπως επενδύσεις σε ακίνητα και συμμετοχή στην ποδοσφαιρική ομάδα Καρμιώτισσα, την οποία ο Ρώσος επιχειρηματίας απέκτησε το 2022 και φέρεται να μεταβίβασε στον Δημοσθένους το 2023. Ορισμένες πηγές μιλούν ακόμη και για εικονική μεταβίβαση, ενώ γίνεται λόγος για ευρύτερη συνεργασία γύρω από δραστηριότητες που συνδέονται με τον χώρο του online gambling και των επενδύσεων στη Λεμεσό. Παράλληλα, σε πιο επιθετικά δημοσιεύματα γίνεται αναφορά ότι ο Δημοσθένους παρείχε στον Ρώσο «διοικητική κάλυψη» και προστασία από νομικές πιέσεις, δημιουργώντας ένα περιβάλλον ευνοϊκό για τις επιχειρηματικές του δραστηριότητες στην Κύπρο.
Μετά και την εκτέλεση του Σταύρου Δημοσθένους, που κάποιοι ερμήνευσαν και ως πλήγμα του υποκόσμου της ελίτ καθώς θεωρούσαν πως τύγχανε προστασίας από το σύστημα για διάφορους λόγους, η κατάσταση με το έγκλημα στην Λεμεσό κλιμακώθηκε, με την μια εγκληματική ενέργεια να διαδέχεται την άλλη, σε μια σύγκρουση ισχύος και ένα ανελέητο αγώνα επικράτησης στην αγορά. Και όλα αυτά, την ώρα που η Αστυνομία - όπως δήλωσε - χαρτογράφησε τον υπόκοσμο και λαμβάνει μέτρα, τα οποία αποδεικνύονται άνθρακας, δεδομένου πως ακόμα και οι στόχοι στους οποίους παρέχει προστασία, δέχθηκαν χτυπήματα.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση του Ρώσου επιχειρηματία που συνδεόταν με τον Δημοσθένους, ο οποίος σε διάστημα μερικών μηνών, αποτέλεσε τέσσερις φορές στόχος. Αρχικά, οι αντίπαλοι του, του παρέδωσαν στις φλόγες πολυτελή οχήματα που βρίσκονταν έξω από το διαμέρισμα του, ενώ στην συνέχεια πυροδότησαν βομβιστικό μηχανισμό σε κάβα που διατηρεί στην Γερμασόγεια και σε ταχυφαγείο που διατηρεί στην περιοχή του Κάστρου. Την τέταρτη φορά, άγνωστοι πυροβόλησαν εναντίον μπαρ του, μερικές μέρες μετά την προηγούμενη εγκληματική ενέργεια σε βάρος του.
Από την άλλη, καθόλου άσχετες με τον πόλεμο που μαίνεται, δεν είναι άλλες εγκληματικές ενέργειες που καταγράφηκαν τους τελευταίους μήνες, όπως η απόπειρα φόνου σε χώρο στάθμευσης ξενοδοχείου, όταν 42χρονος δέχθηκε πυροβολισμό από πρόσωπα τα οποία μετέβησαν στο χώρο για να συζητήσουν οικονομικές διαφορές που είχαν, οι οποίες αφορούσαν παροχή προστασίας. Στο κάδρο επίσης βρίσκονται ρίψεις πυροβολισμών εναντίον εταιρειών, εμπρησμοί και βομβιστικές επιθέσεις, με τα κίνητρα να μην γίνονται γνωστά, ωστόσο κάποιες από τις υποθέσεις συνδέονται με την δράση του οργανωμένου εγκλήματος.
Σε σχέση με άλλες επαρχίες, στην Λεμεσό παρατηρείται μια «έκρηξη» εγκληματικότητας, που παραπέμπει σε μια ανεξέλεγκτη κατάσταση, χωρίς η Αστυνομία να είναι σε θέση να την διαχειριστεί. Και αυτό διότι, από το 2023, όταν υπήρχαν οι ενδείξεις, δεδομένης της δολοφονίας του Καλογερόπουλου, άφησε την κατάσταση να εκτροχιαστεί σε τέτοιο βαθμό, που μετά και την εκτέλεση του Δημοσθένους, δύσκολα μπορεί να ελεγχθεί από την Αστυνομία. Ειδικότερα αν ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι στο πόλεμο ενδέχεται να εμπλέκονται «ξένες δυνάμεις», κάτι που καθιστά το έργο των Αρχών ακόμη πιο δύσκολο, εξού και οι συλλήψεις για διάφορες εγκληματικές ενέργειες περιορίζονται σε περιφερειακούς συνεργάτες, που ως γνωστό, δεν είναι αναντικατάστατοι.
Αυτό που προκύπτει είναι ότι όσο η Λεμεσός προσελκύει κεφάλαια, επενδύσεις και διεθνή επιχειρηματικά συμφέροντα, τόσο αυξάνεται και το ενδιαφέρον του οργανωμένου εγκλήματος για έλεγχο και επιρροή, με την εγκληματικότητα να αποκτά χαρακτηριστικά που ξεπερνούν τα δεδομένα της Κύπρου. Οι εκτελέσεις, οι απόπειρες φόνου, οι βομβιστικές επιθέσεις και τα χτυπήματα εκφοβισμού, δεν αποτελούν πλέον μεμονωμένα περιστατικά, αλλά ενδείξεις ενός πολέμου κυριαρχίας που βρίσκεται σε εξέλιξη. Και όσο η κατάσταση μετατρέπεται σε ρουτίνα, τόσο η Λεμεσός κινδυνεύει να εδραιωθεί ως το νέο πεδίο δράσης ενός οργανωμένου εγκλήματος με διεθνείς διαστάσεις. Κάτι που ενδέχεται να καταστεί επιζήμιο για την μελλοντική εξέλιξη της Λεμεσού, ως επιχειρηματικό κέντρο και γενικότερα την συνέχιση της αναπτυξιακής της πορείας, όπως αυτή εξελίσσεται και είναι ορατή εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Να λειτουργήσει δηλαδή ως αποτρεπτικός παράγοντας για την προσέλκυση ξένων επενδύσεων, τα οφέλη, από την παρουσία των οποίων, είναι καθολικά αναγνωρίσιμα.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











