Την αντίθεσή του στην προτεινόμενη τροποποίηση του νομοθετικού πλαισίου που διέπει τη διαφάνεια στη διαδικασία λήψης δημόσιων αποφάσεων εκφράζει ο Σύνδεσμος Lobbyists and Public Affairs Professionals, με επιστολή του προς τον Πρόεδρο και τα μέλη της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Θεσμών, Αξιών και Επιτρόπου Διοικήσεως της Βουλής των Αντιπροσώπων.
Η παρέμβαση του Συνδέσμου έρχεται στον απόηχο της συζήτησης που διεξάγεται στη Βουλή σχετικά με πρόταση νόμου που προβλέπει, μεταξύ άλλων, την εξαίρεση οργανώσεων που εκπροσωπούν άτομα με αναπηρία (ΑμεΑ) από συγκεκριμένες πρόνοιες της νομοθεσίας περί διαφάνειας.
Στην επιστολή του, ο Σύνδεσμος αναγνωρίζει πλήρως τον σημαντικό κοινωνικό ρόλο που διαδραματίζουν οι οργανώσεις που εκπροσωπούν άτομα με αναπηρία, σημειώνοντας ότι διαχρονικά συμβάλλουν ουσιαστικά στην προώθηση της ισότητας, της κοινωνικής ένταξης και της προστασίας των δικαιωμάτων των ΑμεΑ.
Ωστόσο, επισημαίνεται ότι ακριβώς επειδή πολλές από αυτές τις οργανώσεις έχουν αγωνιστεί επί δεκαετίες για ίση μεταχείριση και ισότητα ενώπιον του νόμου, δεν θα ήταν ορθό να δημιουργηθεί ένα καθεστώς προνομιακής μεταχείρισης στο πλαίσιο της νομοθεσίας που διέπει τη διαφάνεια στη λήψη δημόσιων αποφάσεων.
Όπως αναφέρεται, η βασική φιλοσοφία της σχετικής νομοθεσίας στηρίζεται στην αρχή ότι όλοι όσοι επιδιώκουν να επηρεάσουν δημόσιες αποφάσεις θα πρέπει να υπόκεινται στους ίδιους κανόνες διαφάνειας, ανεξαρτήτως της φύσης ή του σκοπού της δραστηριότητάς τους.
Παράλληλα, ο Σύνδεσμος υπογραμμίζει ότι τόσο η διεθνής όσο και η εγχώρια εμπειρία έχει καταδείξει πως η εξαίρεση οργανώσεων από μηχανισμούς διαφάνειας μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε καταχρήσεις. Σε αρκετές χώρες, σημειώνεται, έχουν καταγραφεί σκάνδαλα διαφθοράς όπου οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών – ακόμη και οργανώσεις που εκπροσωπούν ευάλωτες ομάδες – χρησιμοποιήθηκαν ως οχήματα για την προώθηση ιδιωτικών οικονομικών συμφερόντων όταν δεν υπήρχε επαρκής θεσμική εποπτεία.
Επιπρόσθετα, εκφράζεται η ανησυχία ότι η δημιουργία εξαιρέσεων στο υφιστάμενο πλαίσιο ενδέχεται να ανοίξει τον δρόμο για παρόμοια αιτήματα από άλλες οργανώσεις ή ομάδες συμφερόντων. Μια τέτοια εξέλιξη, σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, θα μπορούσε να αποδυναμώσει ουσιαστικά τον σκοπό του νόμου, που είναι η διασφάλιση πλήρους διαφάνειας στις επαφές μεταξύ φορέων λήψης αποφάσεων και οργανωμένων συμφερόντων.
Αντί της δημιουργίας εξαιρέσεων, ο Σύνδεσμος εισηγείται την ενίσχυση της υποστήριξης προς τις οργανώσεις ατόμων με αναπηρία, ώστε να μπορούν να συμμορφώνονται με τις πρόνοιες της νομοθεσίας. Στο πλαίσιο αυτό, προτείνεται η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς να καταβάλει κάθε δυνατή προσπάθεια για να διευκολύνει τις οργανώσεις αυτές στην εγγραφή τους στο Μητρώο Λομπιστών και στην υποβολή των σχετικών αναφορών.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται και στην ανάγκη καταγραφής των επαφών ή συναντήσεων οργανώσεων που αποσκοπούν στην προώθηση οικονομικών συμφερόντων, όπως προβλέπει η νομοθεσία. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο, η καταχώριση αυτών των επαφών στο Μητρώο Λομπιστών αποτελεί βασικό εργαλείο για την ενίσχυση της διαφάνειας και της δημόσιας εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
«Η διαφάνεια δεν πρέπει να θεωρείται εμπόδιο για τη δράση των οργανώσεων της κοινωνίας των πολιτών, αλλά μηχανισμός που προστατεύει τόσο τις ίδιες όσο και το δημόσιο συμφέρον», επισημαίνεται χαρακτηριστικά.
Καταληκτικά, ο Σύνδεσμος Lobbyists and Public Affairs Professionals εκφράζει την άποψη ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν συνάδει με το πνεύμα του υφιστάμενου νόμου, ενδέχεται να αποδειχθεί προβληματική και να επιφέρει αποτελέσματα αντίθετα από τα επιδιωκόμενα. Παράλληλα, δηλώνει ότι παραμένει στη διάθεση της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής για οποιαδήποτε περαιτέρω συμβολή στον διάλογο για τη βελτίωση του θεσμικού πλαισίου διαφάνειας στη διαδικασία λήψης δημόσιων αποφάσεων.











