Η δεύτερη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση στον τομέα της υγείας λαμβάνει πλέον σάρκα και οστά, καθώς η έγκριση του νομοσχεδίου για τη δημιουργία του Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης ολοκληρώθηκε λίγο πριν από τη διάλυση της υφιστάμενης σύνθεσης της Βουλής. Πρόκειται για μια εξέλιξη που αναμένεται να επιφέρει ουσιαστικές αλλαγές, αναβαθμίζοντας σε πολύ μεγάλο βαθμό τις υπηρεσίες υγείας που παρέχονται στους ασθενείς, ενώ ταυτόχρονα δημιουργεί τις προϋποθέσεις για περαιτέρω εκσυγχρονισμό του Γενικού Συστήματος Υγείας και βελτίωση της συνολικής λειτουργίας του.
Εντός των επόμενων τριών μηνών αναμένεται να προχωρήσει η σύσταση του πρώτου Ειδικού Συμβουλίου, στο οποίο θα συμμετέχουν εκπρόσωποι από όλους τους βασικούς πυλώνες του τομέα της υγείας. Το Συμβούλιο θα αποτελείται από συνολικά οκτώ μέλη, ενώ ο πρόεδρός του θα διοριστεί με απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου. Ωστόσο, για την πλήρη υλοποίηση μιας τόσο μεγάλης μεταρρύθμισης εκτιμάται ότι θα απαιτηθεί χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο ετών, δεδομένου ότι το Κέντρο θα πρέπει να στελεχωθεί επαρκώς και να αποκτήσει την απαραίτητη λειτουργική ετοιμότητα.
Κατά το αρχικό στάδιο λειτουργίας του Κέντρου, δεν αποκλείεται να προκύψουν μετακινήσεις προσωπικού από το Υπουργείο Υγείας, κάτι που ήδη αναγνωρίζεται ως μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις. Στη συνέχεια, θα πρέπει να προχωρήσει η πλήρης στελέχωση με εξειδικευμένο προσωπικό, ώστε να διασφαλιστεί η αυτονομία και η αποτελεσματική λειτουργία του οργανισμού. Με την ολοκλήρωση της στελέχωσης, θα ξεκινήσει και η συστηματική εκπόνηση πρωτοκόλλων, κατευθυντήριων οδηγιών και κλινικών διαδρομών για τους ασθενείς, παρά το γεγονός ότι ήδη υπάρχει μια σημαντική βάση, καθώς τα υφιστάμενα κλινικά εργαλεία ανέρχονται περίπου στα ενενήντα. Την ίδια ώρα, η πλατφόρμα εκπαίδευσης τόσο για τους επαγγελματίες υγείας, όσο και για τους ασθενείς είναι ήδη έτοιμη, γεγονός που καταδεικνύει ότι έχουν τεθεί ισχυρά θεμέλια για την έναρξη της λειτουργίας του Κέντρου.
Μιλώντας στον REPORTER, ο επίτιμος πρόεδρος της ΟΣΑΚ, Μάριος Κουλούμας, χαρακτήρισε την έγκριση της λειτουργίας του Κέντρου ως ιστορικό ορόσημο για τον τομέα της υγείας, επισημαίνοντας ότι πρόκειται για μια εξέλιξη που αποτελούσε πάγιο τους αίτημα. Όπως ανέφερε χαρακτηριστικά, «είναι κάτι για το οποίο υπήρχαν διαχρονικά έντονες φωνές. Αποτελεί τη μεγαλύτερη μεταρρύθμιση μετά την εφαρμογή του Γενικού Συστήματος Υγείας, καθώς ερχόταν να καλύψει ένα πολύ σημαντικό κενό στις παρεχόμενες υπηρεσίες».
Εξηγώντας περαιτέρω τη σημασία της μεταρρύθμισης, σημείωσε ότι η ανάγκη για δημιουργία του Κέντρου προέκυψε και από το ερώτημα πώς μπορεί να αξιολογηθεί η ποιότητα των υπηρεσιών υγείας όταν απουσιάζουν σαφώς καθορισμένα πρωτόκολλα και κατευθυντήριες οδηγίες. Όπως τόνισε, με τη δημιουργία του Κέντρου καλύπτεται ένα κρίσιμο κενό, το οποίο αναμένεται να συμβάλει ουσιαστικά στη βελτίωση της πρόσβασης, της ποιότητας και της ασφάλειας των ασθενών, ενώ παράλληλα τίθενται οι βάσεις για ένα σύστημα υγείας που θα στηρίζεται σε τεκμηριωμένη επιστημονική προσέγγιση και θα αφορά το σύνολο των επαγγελματιών υγείας.
Παράλληλα, εξέφρασε την ικανοποίηση της ΟΣΑΚ για την ψήφιση του νομοσχεδίου από τη Βουλή, υπογραμμίζοντας ότι πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη. Όπως ανέφερε, «είμαστε απόλυτα ικανοποιημένοι και χαιρετίζουμε την ψήφιση του νομοσχεδίου. Ευχαριστούμε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, το Υπουργικό Συμβούλιο και τον υπουργό Υγείας για την υλοποίηση αυτής της μεγάλης μεταρρύθμισης, η οποία για εμάς έχει τεράστια σημασία».
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στο ζήτημα της εκπαίδευσης, τονίζοντας ότι ένα από τα πιο σημαντικά στοιχεία της νέας δομής είναι πως η επιμόρφωση δεν θα περιορίζεται μόνο στους επαγγελματίες υγείας, αλλά θα επεκτείνεται και στους ίδιους τους ασθενείς. Όπως εξήγησε, στόχος είναι το Κέντρο να εντοπίζει τα κενά που υπάρχουν στο σύστημα υγείας και να παρεμβαίνει με τρόπο που να συμβάλλει στη συνεχή βελτίωσή του.
Σε ό,τι αφορά την εκπαίδευση των επαγγελματιών υγείας, αλλά και των ασθενών, διευκρίνισε ότι αυτή θα πραγματοποιείται μέσω ειδικά διαμορφωμένης πλατφόρμας, η οποία έχει ήδη αναπτυχθεί. Μέσα από τη διαδικασία αυτή, οι ασθενείς θα αποκτούν πρόσβαση σε πληροφορίες που θα παρουσιάζονται σε κατανοητή γλώσσα, βασισμένες στα πρωτόκολλα που θα εκπονούνται. Με αυτόν τον τρόπο, ο πολίτης θα είναι σε θέση να ενημερώνεται ουσιαστικά, να κατανοεί καλύτερα την κατάσταση της υγείας του και να ενδυναμώνεται, ώστε να συμμετέχει ενεργά στη διαχείριση της.
Όπως ανέφερε, διεθνείς μελέτες σε προηγμένα και ώριμα συστήματα υγείας καταδεικνύουν ότι ο ενημερωμένος και εκπαιδευμένος ασθενής παρουσιάζει υψηλότερα επίπεδα συμμόρφωσης και είναι σε θέση να διαχειρίζεται την πάθησή του πιο αποτελεσματικά. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να μειώνεται η ανάγκη για συνεχή επιβάρυνση του συστήματος υγείας, ιδιαίτερα στην περίπτωση των χρόνιων ασθενών, οι οποίοι αποτελούν και την κατηγορία που απορροφά το μεγαλύτερο ποσοστό των διαθέσιμων πόρων, που σε πολλές περιπτώσεις προσεγγίζει το ογδόντα τοις εκατό.
Τι προνοείται
Η νομοθεσία διαμορφώνει ένα νέο, πιο οργανωμένο και θεσμικά κατοχυρωμένο πλαίσιο στον τομέα της υγείας, θέτοντας ως βασική επιδίωξη τη σύσταση ενός ανεξάρτητου και επιστημονικά θωρακισμένου οργανισμού, ο οποίος θα αναλάβει κεντρικό ρόλο στην ανάπτυξη, αξιολόγηση και διάχυση τεκμηριωμένης κλινικής γνώσης. Η φιλοσοφία που την διέπει βασίζεται στην ανάγκη αναβάθμισης της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας μέσα από την υιοθέτηση πρακτικών που στηρίζονται σε αξιόπιστα επιστημονικά δεδομένα, αλλά και στη διασφάλιση της ορθολογικής διαχείρισης των διαθέσιμων πόρων του συστήματος.
Το Εθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης αποκτά διακριτή νομική προσωπικότητα, γεγονός που του επιτρέπει να συνάπτει συμβάσεις, να αποκτά και να διαχειρίζεται περιουσιακά στοιχεία, να προσλαμβάνει προσωπικό και να εκπροσωπείται ενώπιον δικαστηρίων και διοικητικών αρχών. Παρά το γεγονός ότι τελεί υπό την εποπτεία του Υπουργού Υγείας, διασφαλίζεται ρητά η επιστημονική του ανεξαρτησία, στοιχείο που θεωρείται καθοριστικής σημασίας για την αξιοπιστία, τη διαφάνεια και την αμεροληψία των αποφάσεών του.
Οι αρμοδιότητες και οι σκοποί του Κέντρου μεταξύ άλλων περιλαμβάνουν εκπόνηση, αξιολόγηση, προσαρμογή και συνεχή επικαιροποίηση κατευθυντήριων γραμμών κλινικών οδηγιών, ανάπτυξη θεραπευτικών πρωτοκόλλων, καθώς και αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, το Κέντρο θα εξετάζει φαρμακευτικά προϊόντα, ιατροτεχνολογικά μέσα, διαγνωστικές μεθόδους και άλλες ιατρικές παρεμβάσεις, επιδιώκοντας να αξιολογήσει την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και τη σχέση κόστους-οφέλους τους με τρόπο τεκμηριωμένο και συγκρίσιμο με διεθνή πρότυπα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη μεθοδολογία που θα ακολουθείται κατά την εκπόνηση των εισηγήσεων και των πορισμάτων του Κέντρου. Ο Νόμος που ψηφίστηκε προβλέπει ρητά ότι οι διαδικασίες θα βασίζονται σε διεθνώς αναγνωρισμένα επιστημονικά πρότυπα, σε συστηματικές ανασκοπήσεις της διαθέσιμης βιβλιογραφίας, σε αναλύσεις και σε αξιόπιστα κλινικά δεδομένα. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται να περιοριστούν οι αποσπασματικές ή εμπειρικές προσεγγίσεις και να ενισχυθεί η συνέπεια και η ομοιομορφία στην κλινική πρακτική.
Ένα από τα πλέον κρίσιμα στοιχεία του αφορά τη διαδικασία εκπόνησης των κατευθυντήριων γραμμών. Προβλέπεται η σύσταση εξειδικευμένων επιστημονικών επιτροπών ή ομάδων εργασίας, οι οποίες θα στελεχώνονται από επαγγελματίες με αποδεδειγμένη εμπειρία και εξειδίκευση στο αντικείμενό τους. Η επιλογή των μελών θα γίνεται βάσει διαφανών και αντικειμενικών κριτηρίων, ενώ καθιερώνεται υποχρέωση δήλωσης και διαχείρισης πιθανών συγκρούσεων συμφερόντων. Η πρόνοια αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες μπορούν να επηρεάσουν σε σημαντικό βαθμό αποφάσεις πολιτικής, κατανομής πόρων και χρηματοδότησης υπηρεσιών υγείας.
Παράλληλα, εισάγεται η δυνατότητα συμμετοχής εκπροσώπων ασθενών ή οργανωμένων συνόλων ασθενών σε συγκεκριμένες διαδικασίες, κυρίως σε ζητήματα που σχετίζονται με την ποιότητα ζωής και την εμπειρία των ληπτών υπηρεσιών υγείας. Μέσα από αυτή την πρόνοια επιχειρείται η ενίσχυση της διαφάνειας και η ενσωμάτωση της φωνής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων, κάτι που τα τελευταία χρόνια αποτελεί βασική αρχή σε σύγχρονα συστήματα υγείας.
Σε διοικητικό επίπεδο, το Κέντρο θα διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελεί το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων και στρατηγικού σχεδιασμού. Το Συμβούλιο θα απαρτίζεται από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο και μέλη με επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία σε κρίσιμους τομείς, όπως η ιατρική, η φαρμακευτική, η επιδημιολογία, η βιοστατιστική, η οικονομία της υγείας και η διοίκηση υπηρεσιών υγείας. Τα μέλη διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, με σαφείς πρόνοιες για ανανέωση της θητείας, καθώς και για παύση ή αντικατάσταση σε περιπτώσεις παραβίασης καθηκόντων ή ύπαρξης ασυμβίβαστου. Πλέον, με τις τροπολογίες του ΑΚΕΛ που εγκρίθηκαν από τη Ολομέλεια της Βουλής, θέση στο Συμβούλιο θα έχει και ο Παγκύπριος Φαρμακευτικός Σύλλογος.
Το Διοικητικό Συμβούλιο φέρει την ευθύνη για τη χάραξη της στρατηγικής του Κέντρου, την έγκριση του ετήσιου προγράμματος δράσης, την εποπτεία της οικονομικής διαχείρισης και τη διασφάλιση της συμμόρφωσης με το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο. Παράλληλα, προβλέπεται ο διορισμός Εκτελεστικού Διευθυντή, ο οποίος θα έχει την ευθύνη της καθημερινής λειτουργίας, της υλοποίησης των αποφάσεων του Συμβουλίου και της διοίκησης του προσωπικού. Η επιλογή του θα γίνεται μέσω ανοικτής και αξιοκρατικής διαδικασίας, με προκαθορισμένα κριτήρια προσόντων και επαγγελματικής εμπειρίας.
Το ανθρώπινο δυναμικό του Κέντρου αναμένεται να περιλαμβάνει επιστημονικούς συνεργάτες, ερευνητές, αναλυτές δεδομένων, ειδικούς στην αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, καθώς και διοικητικό προσωπικό που θα στηρίζει τη λειτουργία του οργανισμού. Ο Νόμος προβλέπει ευελιξία ως προς τις μορφές απασχόλησης, επιτρέποντας τόσο μόνιμες προσλήψεις όσο και συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ανάλογα με τις εκάστοτε ανάγκες. Παράλληλα, δίνεται η δυνατότητα συνεργασίας με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες, όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο.
Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, το Κέντρο θα ενισχύεται μέσω κρατικής χορηγίας, η οποία θα εγγράφεται στον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό. Ταυτόχρονα, προβλέπεται η δυνατότητα εξασφάλισης πρόσθετων πόρων από ευρωπαϊκά προγράμματα, ερευνητικές πρωτοβουλίες ή άλλες νόμιμες πηγές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν επηρεάζεται η ανεξαρτησία και η αντικειμενικότητά του. Επιβάλλεται επίσης η τήρηση λογαριασμών, η κατάρτιση ετήσιου προϋπολογισμού και η υποβολή οικονομικών καταστάσεων στον Γενικό Ελεγκτή, καθώς και η κατάθεση ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων προς τον Υπουργό Υγείας και τη Βουλή.
Ιδιαίτερης σημασίας είναι και η πρόνοια που επιτρέπει στο Κέντρο να έχει πρόσβαση σε δεδομένα υγείας, υπό αυστηρούς όρους προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η αξιοποίηση ανωνυμοποιημένων ή ψευδωνυμοποιημένων στοιχείων θεωρείται απαραίτητη για την εκπόνηση αξιόπιστων αξιολογήσεων και για τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων εισηγήσεων. Υπογραμμίζει επίσης ρητά, την ανάγκη πλήρους συμμόρφωσης με την ισχύουσα νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων.
Οι κατευθυντήριες γραμμές και οι εισηγήσεις του Κέντρου δεν αντικαθιστούν την κλινική κρίση των επαγγελματιών υγείας, ωστόσο αναμένεται να αποτελέσουν βασικό σημείο αναφοράς για τη χάραξη πολιτικής και τη λήψη αποφάσεων. Μπορούν να αξιοποιούνται από αρμόδιους φορείς για ζητήματα όπως η αποζημίωση φαρμάκων, η ένταξη νέων τεχνολογιών σε καταλόγους κάλυψης ή ο καθορισμός προτύπων ποιότητας και ασφάλειας.
Παράλληλα, ενσωματώνει πρόνοιες για δημόσια διαβούλευση, ιδιαίτερα πριν από την οριστικοποίηση σημαντικών κατευθυντήριων γραμμών. Μέσα από αυτή τη διαδικασία ενισχύεται η διαφάνεια και δίνεται η δυνατότητα σε επαγγελματίες υγείας, επιστημονικές εταιρείες και άλλους ενδιαφερόμενους φορείς να εκφράσουν απόψεις και να υποβάλουν σχόλια.
Τέλος, περιλαμβάνονται μεταβατικές και εξουσιοδοτικές διατάξεις που επιτρέπουν την έκδοση κανονισμών για την εξειδίκευση τεχνικών και λειτουργικών ζητημάτων. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται η απαραίτητη ευελιξία και η δυνατότητα προσαρμογής στις συνεχώς μεταβαλλόμενες εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











