Στην τελική ευθεία έχει μπει το νομοσχέδιο για το Εθνικό Κέντρο Κλινικής Τεκμηρίωσης, το οποίο αναμένεται να ενισχύσει την ποιότητα των παρεχόμενων υπηρεσιών και να ικανοποιήσει ένα πάγιο αίτημα των οργανωμένων ασθενών για πάνω από μία δεκαετία, ενώ οι πρώτες συζητήσεις είχαν ξεκινήσει εντός του 2019.
Το νομοσχέδιο τέθηκε την περασμένη Πέμπτη ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Υγείας για κατά άρθρον συζήτηση η οποία ολοκληρώθηκε και αναμένεται, σύμφωνα με πληροφορίες του REPORTER να οδηγηθεί στην Ολομέλεια για ψήφιση εντός Μαρτίου, βάζοντας τέλος στις συζητήσεις χρόνων και ανοίγοντας την πόρτα για περαιτέρω ενίσχυση του Συστήματος.
Εξάλλου, η δημιουργία του Εθνικού Κέντρου αποτελεί έναν από τους στρατηγικούς στόχους που έθεσε το Υπουργείο Υγείας για το 2026, με χρονοδιάγραμμα ολοκλήρωσης τον Ιούνιο του 2026 και συνολικό κόστος τα τρία εκατομμύρια ευρώ. Από πλευράς των ασθενών, με το πράσινο φως που άναψε το Υπουργικό Συμβούλιο, έκαναν λόγω για ιστορικό ορόσημο, αφού αποτελούσε πάγιο αίτημα της ΟΣΑΚ από το 2015.
Το νομοσχέδιο εισάγει ένα νέο θεσμικό πλαίσιο στον τομέα της υγείας, με βασικό στόχο τη δημιουργία ενός ανεξάρτητου, επιστημονικά θωρακισμένου οργανισμού, ο οποίος θα έχει την ευθύνη για την ανάπτυξη, αξιολόγηση και προώθηση τεκμηριωμένης κλινικής γνώσης. Η φιλοσοφία του νομοσχεδίου εδράζεται στην ανάγκη ενίσχυσης της ποιότητας των υπηρεσιών υγείας μέσω της εφαρμογής πρακτικών βασισμένων σε επιστημονικά δεδομένα, καθώς και στη διασφάλιση ορθολογικής αξιοποίησης των διαθέσιμων πόρων.
Στον πυρήνα του νομοσχεδίου βρίσκεται η σύσταση του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης ως νομικού προσώπου δημοσίου δικαίου, με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια. Το Κέντρο αποκτά δική του νομική προσωπικότητα και δύναται να συνάπτει συμβάσεις, να αποκτά και να διαχειρίζεται περιουσία, να προσλαμβάνει προσωπικό και να εκπροσωπείται ενώπιον δικαστηρίων και αρχών. Παρότι υπάγεται σε εποπτεία από τον Υπουργό Υγείας, το νομοσχέδιο διασφαλίζει ρητά την επιστημονική του ανεξαρτησία, στοιχείο που θεωρείται κρίσιμο για τη διατήρηση της αξιοπιστίας και της αμεροληψίας του.
Οι σκοποί του Κέντρου καθορίζονται με σαφήνεια και περιλαμβάνουν την εκπόνηση, αξιολόγηση, προσαρμογή και επικαιροποίηση κατευθυντήριων γραμμών κλινικής πρακτικής, την ανάπτυξη θεραπευτικών πρωτοκόλλων και την αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας. Στο πλαίσιο αυτό, το Κέντρο θα εξετάζει φαρμακευτικά προϊόντα, ιατροτεχνολογικά μέσα, διαγνωστικές μεθόδους και άλλες ιατρικές παρεμβάσεις, με στόχο να διαπιστώνει την αποτελεσματικότητα, την ασφάλεια και τη σχέση κόστους και οφέλους.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στη μεθοδολογία που θα ακολουθείται. Το νομοσχέδιο προβλέπει ότι οι εισηγήσεις και τα πορίσματα του Κέντρου θα βασίζονται σε διεθνώς αναγνωρισμένα επιστημονικά πρότυπα, σε συστηματικές ανασκοπήσεις της βιβλιογραφίας, σε μετα-αναλύσεις και σε αξιόπιστα κλινικά δεδομένα. Με τον τρόπο αυτό επιδιώκεται η αποφυγή αποσπασματικών ή εμπειρικών προσεγγίσεων και η ενίσχυση της συνέπειας στην κλινική πρακτική.
Ένα από τα σημαντικότερα στοιχεία του νομοσχεδίου αφορά τη διαδικασία εκπόνησης των κατευθυντήριων γραμμών. Προβλέπεται η σύσταση επιστημονικών επιτροπών ή ομάδων εργασίας, οι οποίες θα απαρτίζονται από ειδικούς με αποδεδειγμένη εμπειρία στο αντικείμενό τους. Η επιλογή των μελών θα γίνεται με διαφανή κριτήρια, ενώ εισάγεται υποχρέωση δήλωσης και διαχείρισης συγκρούσεων συμφερόντων. Η πρόνοια αυτή θεωρείται ιδιαίτερα κρίσιμη, δεδομένου ότι οι κατευθυντήριες οδηγίες ενδέχεται να επηρεάζουν σημαντικές αποφάσεις πολιτικής και χρηματοδότησης.
Παράλληλα, το νομοσχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα συμμετοχής εκπροσώπων ασθενών ή οργανώσεων ασθενών σε ορισμένες διαδικασίες, ιδίως σε ζητήματα που αφορούν την ποιότητα ζωής και την εμπειρία των ληπτών υπηρεσιών υγείας. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται η ενίσχυση της διαφάνειας και η ενσωμάτωση της οπτικής των πολιτών στη διαδικασία λήψης αποφάσεων.
Σε διοικητικό επίπεδο, το Κέντρο διοικείται από Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο αποτελεί το ανώτατο όργανο λήψης αποφάσεων. Το Συμβούλιο απαρτίζεται από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο και μέλη με επιστημονική κατάρτιση και εμπειρία σε τομείς όπως η ιατρική, η φαρμακευτική, η επιδημιολογία, η βιοστατιστική, η οικονομία της υγείας και η διοίκηση υπηρεσιών υγείας. Τα μέλη διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο για καθορισμένη θητεία, με πρόνοιες για ανανέωση, παύση ή αντικατάσταση σε περιπτώσεις παραβίασης καθηκόντων ή ασυμβίβαστου.
Παράλληλα, το Διοικητικό Συμβούλιο έχει την ευθύνη χάραξης στρατηγικής, έγκρισης του ετήσιου προγράμματος εργασιών, εποπτείας της οικονομικής διαχείρισης και διασφάλισης της συμμόρφωσης με τη νομοθεσία. Παράλληλα, διορίζεται Εκτελεστικός Διευθυντής, ο οποίος είναι υπεύθυνος για την καθημερινή λειτουργία του Κέντρου, την εφαρμογή των αποφάσεων του Συμβουλίου και τη διοίκηση του προσωπικού. Η επιλογή του γίνεται μέσω ανοικτής και αξιοκρατικής διαδικασίας, με σαφή κριτήρια προσόντων και εμπειρίας.
Το προσωπικό του Κέντρου μπορεί να περιλαμβάνει επιστημονικούς συνεργάτες, ερευνητές, αναλυτές δεδομένων, ειδικούς στην αξιολόγηση τεχνολογιών υγείας, καθώς και διοικητικό προσωπικό. Το νομοσχέδιο προβλέπει τη δυνατότητα πρόσληψης προσωπικού είτε σε μόνιμη βάση είτε με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, ανάλογα με τις ανάγκες. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα συνεργασίας με εξωτερικούς εμπειρογνώμονες.
Σε ό,τι αφορά τη χρηματοδότηση, το Κέντρο θα λαμβάνει κρατική χορηγία που εγγράφεται στον ετήσιο κρατικό προϋπολογισμό. Παράλληλα, δύναται να εξασφαλίζει πόρους από ευρωπαϊκά προγράμματα, ερευνητικές χρηματοδοτήσεις ή άλλες νόμιμες πηγές, υπό την προϋπόθεση ότι δεν θίγεται η ανεξαρτησία του. Προβλέπεται υποχρέωση τήρησης λογαριασμών, κατάρτισης προϋπολογισμού και υποβολής οικονομικών καταστάσεων στον Γενικό Ελεγκτή, καθώς και υποβολή ετήσιας έκθεσης πεπραγμένων στον Υπουργό Υγείας και στη Βουλή.
Ιδιαίτερη σημασία έχει η πρόνοια του νομοσχεδίου που επιτρέπει στο Κέντρο να έχει πρόσβαση σε δεδομένα υγείας, υπό αυστηρές προϋποθέσεις προστασίας προσωπικών δεδομένων. Η αξιοποίηση ανωνυμοποιημένων ή ψευδωνυμοποιημένων στοιχείων θεωρείται απαραίτητη για την εκπόνηση αξιόπιστων αξιολογήσεων και για τη διαμόρφωση τεκμηριωμένων εισηγήσεων. Το νομοσχέδιο τονίζει ρητά τη συμμόρφωση με την κείμενη νομοθεσία περί προστασίας δεδομένων.
Οι εισηγήσεις και οι κατευθυντήριες γραμμές του Κέντρου δεν υποκαθιστούν την κλινική κρίση του επαγγελματία υγείας, ωστόσο αναμένεται να λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για τη χάραξη πολιτικής. Μπορούν να αξιοποιούνται από αρμόδιους οργανισμούς για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την αποζημίωση φαρμάκων, την ένταξη τεχνολογιών σε καταλόγους κάλυψης ή τον καθορισμό προτύπων ποιότητας.
Το νομοσχέδιο περιλαμβάνει επίσης πρόνοιες για δημόσια διαβούλευση, ιδίως πριν από την οριστικοποίηση σημαντικών κατευθυντήριων γραμμών. Η διαδικασία αυτή ενισχύει τη διαφάνεια και επιτρέπει τη διατύπωση σχολίων από επαγγελματίες υγείας, επιστημονικές εταιρείες και ενδιαφερόμενους φορείς.
Επίσης περιλαμβάνονται μεταβατικές και εξουσιοδοτικές διατάξεις, οι οποίες επιτρέπουν την έκδοση κανονισμών για την εξειδίκευση τεχνικών ζητημάτων. Με αυτόν τον τρόπο διασφαλίζεται ευελιξία και δυνατότητα προσαρμογής στις εξελίξεις της επιστήμης και της τεχνολογίας.
Συνολικά, το νομοσχέδιο επιχειρεί να δημιουργήσει έναν θεσμικό πυλώνα επιστημονικής τεκμηρίωσης στον τομέα της υγείας, ο οποίος θα λειτουργεί με διαφάνεια, ανεξαρτησία και επιστημονική αυστηρότητα. Η ίδρυση του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης αναμένεται να ενισχύσει τη συνοχή στην κλινική πρακτική, να περιορίσει τις ανισότητες στην παροχή υπηρεσιών και να συμβάλει στη βιωσιμότητα του συστήματος υγείας μέσα από ορθολογικές και τεκμηριωμένες αποφάσεις.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











