Από την αρχή του νέου χρόνου η Αστυνομία έχει ξεκινήσει μια εκστρατεία, η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα, κατά την οποία προβαίνει σε στοχευμένες δράσεις για πρόληψη σοβαρών εγκληματικών ενεργειών, κατά τις οποίες ανακοινώνει συλλήψεις και σωρεία ελέγχων σε οχήματα, κάθε βράδυ, ωστόσο σε καμία περίπτωση δεν φαίνεται να παρατηρείται μείωση των υποθέσεων που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα.
Ενδεικτικό είναι το πρόσφατο περιστατικό κατά το οποίο δύο πρόσωπα με καλυμμένα τα πρόσωπά τους, προσέγγισαν γυμναστήριο στην πρωτεύουσα, τοποθετώντας και πυροδοτώντας εκρηκτικό μηχανισμό στην γυάλινη προθήκη του, ο οποίος λίγα δευτερόλεπτα αργότερα εξερράγη. Το βίντεο που έφερε στο φως της δημοσιότητας ο REPORTER, δείχνει μάλιστα, ότι την ώρα που διέφευγαν από τη σκηνή οι δράστες, οχήματα περνούσαν από το σημείο, αφού το περιστατικό σημειώθηκε σε κεντρικό δρόμο της Λευκωσίας.
Εάν συνυπολογιστεί ότι η επίθεση διαπράχθηκε γύρω στις 22:30, ημέρα Σάββατο, όταν αρκετοί πολίτες βρίσκονται συνήθως έξω μέχρι αργά, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Αστυνομία έχει αυξήσει την παρουσία της στους δρόμους, ιδίως κατά τις νυχτερινές ώρες, για πρόληψη των σοβαρών εγκληματικών ενεργειών, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το οργανωμένο έγκλημα δεν υπολογίζει τον όποιο κίνδυνο, όπως έδειξε πολλές φορές στο παρελθόν, όταν θέλει να προκαλέσει ζημιά σε μια επιχείρηση ή να στείλει μήνυμα στον ιδιοκτήτη της.
Ο πιο εύκολος και ευρέως διαδεδομένος τρόπος να χτυπήσει το οργανωμένο έγκλημα, είναι με εμπρηστικές ή βομβιστικές επιθέσεις, καθότι τα στοιχεία που μπορούν να αφεθούν είναι ελάχιστα, δυσχεραίνοντας ταυτόχρονα το έργο της Αστυνομίας, κατά την διερεύνηση μιας υπόθεσης, όπως καταδεικνύεται μέσα από τα πολύ χαμηλά ποσοστά εξιχνίασης που καταγράφονται κάθε χρόνο από τα στατιστικά στοιχεία που δημοσιοποιεί η ηγεσία της Δύναμης.
Η περίπτωση της τοποθέτησης εκρηκτικού μηχανισμού έξω από γυμναστήριο, είναι ένα ενδεικτικό παράδειγμα, αφού οι υποθέσεις τέτοιας φύσεως, είναι σχεδόν καθημερινές σε όλη την Κύπρο, με τις Αρχές να μοιάζουν αδύναμες να εξεύρουν λύσεις για ελαχιστοποίησή τους. Από την αρχή του έτους, έχουν παρέλθει 76 ημέρες και μέχρι σήμερα έχουν καταγραφεί 22 επιβεβαιωμένες υποθέσεις εμπρησμών, σε όλη την ελεύθερη Κύπρο, καθώς και τρεις βομβιστικές επιθέσεις, από τις οποίες οι δύο εντός της τελευταίας εβδομάδας.
Στη βάση των υποθέσεων που αφορούν εμπρησμούς και εκρήξεις βομβών, οι οποίοι ανακοινώθηκαν κατόπιν ερευνών των Αρχών, διαπιστώνεται ότι οι δέκα από τους 22 καταγράφηκαν στη Λεμεσό, που βρίσκεται στην πρώτη θέση για ενέργειες τέτοιας φύσεως. Επίσης, οκτώ υποθέσεις σημειώθηκαν στην πρωτεύουσα και πέντε στην Πάφο, με Λάρνακα και Αμμόχωστο να βρίσκονται στην τελευταία και καλύτερη υπό τις περιστάσεις, θέση, με μόλις δύο υποθέσεις ανά επαρχία.
Επίσης, από τις 22 υποθέσεις, οι δώδεκα καταγράφηκαν τον Ιανουάριο, άλλες οκτώ το Φεβρουάριο και επτά το Μάρτιο. Παράλληλα, άλλες 23 υποθέσεις που αφορούν φωτιές σε οχήματα, εγκαταλελειμμένα κτίρια και εργασιακούς χώρους, παρότι δημοσιοποιήθηκαν, δεν ξεκαθαρίστηκε εάν επρόκειτο τελικά ή όχι για εμπρηστικές υποθέσεις. Από αυτές, εννέα αφορούσαν φωτιές σε οχήματα, σε δύο οικίες και σε σχολείο, ενώ οι υπόλοιπες πυρκαγιές σε εγκαταλελειμμένα κτίρια και αποθήκες.
Εάν αθροίσει κάποιος τους εμπρησμούς, τις βομβιστικές επιθέσεις και αυτές που δεν δόθηκε επίσημη ενημέρωση σε σχέση με τα αίτια, ο συνολικός αριθμός των τελευταίων δυόμιση μηνών ανέρχεται στις 45 υποθέσεις, που είναι σχεδόν οι μισές από τις 81 που καταγράφηκαν για ολόκληρο το πρώτο εξάμηνο της περσινής χρονιάς. Σημειώνεται ότι πέρυσι, για την ίδια περίοδο, τον Ιανουάριο είχαν καταγραφεί 17 υποθέσεις, 20 το Φεβρουάριο και 13 τον Μάρτιο.
Ως εκ τούτου, εάν από τη μια το οργανωμένο έγκλημα συνεχίσει στο ίδιο τέμπο και από την άλλη η Αστυνομία δεν εξεύρει εργαλεία για αποτροπή τέτοιων περιστατικών, θα συνεχίσουν να καλπάζουν τα συγκεκριμένα φαινόμενα, με το οργανωμένο έγκλημα να διατηρεί το πάνω χέρι και τις Αρχές να μοιάζουν αδύναμες να τα αντιμετωπίσουν.
Μάλιστα, όσα συμβαίνουν μειώνουν συνεχώς το αίσθημα ασφάλειας των πολιτών, οι οποίοι σύμφωνα με πρόσφατη δημοσκόπηση της κρατικής τηλεόρασης, δείχνουν ότι πλέον δεν έχουν καμία εμπιστοσύνη στην Αστυνομία, η οποία καταγράφει μια κατακόρυφη πτώση της εμπιστοσύνης της, στα μάτια των πολιτών.
Από 63% που εξέφρασαν την εμπιστοσύνη τους στην Αστυνομία το 1996, το ποσοστό μειώθηκε κατακόρυφα και άγγιξε το 26%, τριάντα χρόνια αργότερα. Η μείωση του αισθήματος της εμπιστοσύνης στην Αστυνομία, μειώνεται πάνω από 1%, κατά μέσο όρο, ανά έτος, ποσοστό που μπορεί να μην φαίνεται και πολύ μεγάλο, ωστόσο σε βάθος χρόνου έχει γιγαντωθεί.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











