Ένας από τους πιο ωραίους μύθους που κυκλοφορούν, με ηθικό δίδαγμα, αφορά την ιστορία για τον πίνακα του Ντα Βίντσι, η οποία δείχνει τις δύο όψεις του νομίσματος, περιπλέκοντας τον «καλό» και τον «κακό», αναλόγως της χρονικής συγκυρίας της ζωής ενός ανθρώπου.
Ο Ντα Βίντσι, ζωγραφίζοντας τον Μυστικό Δείπνο, επέλεξε για μοντέλο του Χριστού ένα νεαρό Ιταλό, τον Πιέτρο Μπαντινέλι, που όχι μόνο είχε ωραία χαρακτηριστικά, αλλά ζούσε και ενάρετη ζωή.
Για το πρόσωπο του Ιούδα όμως δεν μπορούσε να βρει το κατάλληλο μοντέλο. Έτσι ο πίνακας παρέμενε ανολοκλήρωτος για χρόνια, μέχρι που ο Ντα Βίντσι βρήκε τελικά ένα ζητιάνο στους δρόμους, ο οποίος διέθετε το σκληρό και αμαρτωλό πρόσωπο που έψαχνε τόσο καιρό.
Όταν τον ζωγράφισε και τέλειωσε επιτέλους τον πίνακα, του ζήτησε το όνομά του και ο ζητιάνος του απάντησε: «Είμαι ο Πιέτρο Μπαντινέλι, που κάποτε με χρησιμοποιήσατε για να ζωγραφίσετε το πρόσωπο του Χριστού».
****
Πολλές φορές η πολιτική και η δημοσιογραφική εξουσία (ο ένας δηλώνει, ο άλλος αναπαραγάγει) δημιουργούν ένα επικίνδυνο κόκτειλ, που έχει ως αποτέλεσμα τον κανιβαλισμό και την ανθρωποφαγία, που άλλοτε επικρίνεται - από τους ίδιους - με έντονο τρόπο.
Ωστόσο, τα κριτήρια της ηθικής δεν θα έπρεπε να βασίζονται αναλόγως της περίπτωσης, ούτε εάν βρισκόμαστε σε προεκλογική περίοδο, ούτε εάν τα ποσοστά του κόμματος μας είναι χαμηλότερα από του αντιπάλου. Όταν η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο επίθεσης και όχι ουσίας, δεν πλήττονται μόνο οι άνθρωποι που στοχοποιούνται κατά το δοκούν, πέφτει το επίπεδο της πολιτικής και της δημόσιας συζήτησης, χάνοντας την ουσία.
Αφορμή για το συγκεκριμένο άρθρο είναι οι δηλώσεις για το παρελθόν μιας υποψήφιας της Άμεσης Δημοκρατίας, τα ποσοστά της οποίας φαίνεται να κινητοποιούν τους αντιπάλους της. Αντίστοιχες τοποθετήσεις υπήρχαν και για υποψήφιο του ΕΛΑΜ, επίσης με ποινικό παρελθόν.
Δεν έχουν σημασία τα ονόματα τους, καθώς το ζητούμενο είναι η υποκρισία όσων σκαλίζουν το παρελθόν προσώπων, με μοναδικό σκοπό να αποκομίσουν πολιτικά οφέλη ενόψει των βουλευτικών εκλογών. Είναι τα ίδια πρόσωπα που κατά διαστήματα μιλούν για μετατροπή των Κεντρικών Φυλακών σε Σωφρονιστικό Ίδρυμα.
Είναι τα ίδια πρόσωπα που μιλούν για κοινωνική επανένταξη, τα ίδια πρόσωπα που τάσσονται κατά του στιγματισμού και της ταμπελοποίησης προσώπων. Είναι τα ίδια πρόσωπα που παρουσιάζονται με ανθρωποκεντρική προσέγγιση για αποδοχή όλων των ανθρώπων. Και το πιο σημαντικό, είναι τα ίδια πρόσωπα που επιλέγουν την σιωπή για τα άτομα του υποκόσμου, που υπό τον μανδύα του επιχειρηματία, εισχωρήσαν σε πολιτικά γραφεία και θεσμούς.
Το φαινόμενο της στοχοποίησης προσώπων ενόψει προεκλογικής περιόδου, δεν είναι σπάνιο φαινόμενο. Ακριβώς το αντίθετο. Το παρελθόν διάφορων προσώπων μπορεί να χρησιμοποιείται συχνά ως εργαλείο επίθεσης κατά του αντιπάλου, ωστόσο το ερώτημα είναι εάν αυτή η πρακτική υπηρετεί πραγματικά την ουσία και την δημοκρατία ή εάν πρόκειται για ηθική εκτροπή, που έχει ως αποτέλεσμα την δεύτερη «καταδίκη» προσώπων, για λάθη που ήδη τιμωρήθηκαν από τα αρμόδια όργανα.
Από την μία είναι η ανάγκη της διαφάνειας και της λογοδοσίας, ώστε οι πολίτες να γνωρίζουν ποιοι ενδέχεται να τους εκπροσωπήσουν, ειδικότερα για ζητήματα που άπτονται της νομιμότητας. Από την άλλη, όταν αυτή η ανάγκη δεν γίνεται με αντικειμενικό τρόπο αλλά χρησιμοποιείται επιλεκτικά, με σκοπό την αποδυνάμωση του αντιπάλου, τότε τα περί διαφάνειας αποτελούν απλά άλλοθι για εξυπηρέτηση πολιτικών κινήτρων.
Ειδικά όταν πρόκειται για υποθέσεις προ δεκαετίας, που κατά πάσα πιθανότητα τα τότε δεδομένα να μην αντικατοπτρίζουν την σημερινή ζωή ενός προσώπου που στοχοποιείται, με αποτέλεσμα να διασύρεται τόσο ο ίδιος όσο και η οικογένεια του. Και όλα αυτά, ενώ γνωρίζουν ή όφειλαν να γνωρίζουν πως οι εν λόγω υποθέσεις δεν εμπίπτουν στα εκλογικά αδικήματα που προνοεί το Σύνταγμα, προκειμένου να αποκλειστεί η υποψηφιότητα τους.
«Θεωρώ πως ναι, έκανα λάθος», δήλωσε η υποψήφια που επέλεξε μεταξύ άλλων να στοχοποιήσει ο πρόεδρος του ΔΗΚΟ, Νικόλας Παπαδόπουλος, με την ίδια να αναφέρει επίσης στον Φιλελεύθερο πως «ποτέ δεν προσπάθησα να κρύψω το περιστατικό. Σαν άτομο που ήμουν σε νεαρή ηλικία, 20 ετών, βίωσα περιστατικά κατάθλιψης και δεν είμαι το μόνο άτομο που βίωσε».
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και ένα εξίσου σημαντικό ζήτημα. Η έννοια της δεύτερης ευκαιρίας, που σε ένα κράτος δικαίου - ως γνωστόν - δεν έχει μόνο τον τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά τον σωφρονισμό και από εκεί και πέρα την επανένταξη. Αν ο οποιοσδήποτε υπέπεσε σε σφάλμα, έχει καταδικαστεί και εκτίσει την ποινή του, τότε έχει το δικαίωμα να προχωρήσει στη ζωή του, αφήνοντας τα όποια λάθη στο παρελθόν.
Η διαρκής υπενθύμιση του παρελθόντος και ο συνεχιζόμενος στιγματισμός, στον βωμό μιας προεκλογικής, τότε δημιουργείται μια «ισόβια κοινωνική καταδίκη», που δεν επιβάλλεται από τη Δικαιοσύνη αλλά από την κοινωνία, ως αποτέλεσμα των πολιτικών αντιπαραθέσεων. Αυτό από μόνο του, ενισχύει την ταμπελοποίηση ανθρώπων και αποθαρρύνει την αλλαγή όσων καταλήγουν στην Φυλακή, η αποστολή της οποίας είναι ο σωφρονισμός και η επανένταξη.
Παράλληλα όμως, δεν μπορεί να αγνοηθεί και η υποκρισία. Σε άλλες περιπτώσεις, πολύ πιο σοβαρές, πολιτικοί που επιτίθονται σε αντιπάλους τους για τέτοια ζητήματα, παραβλέπουν τα του οίκου τους ή ακόμα δικαιολογούν αντίστοιχες συμπεριφορές, όταν αφορά πρόσωπα που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με τους ιδίους.
Σήμερα μπορεί να μιλούν για πρόσωπα που δεν έχουν καταδικαστεί, αλλά υπάρχουν πληροφορίες πως διέπραξαν αδικήματα, αγνοώντας πως όλοι αθώοι μέχρι αποδείξεως του αντιθέτου από το Δικαστήριο, αλλά προηγουμένως κρατούσαν σημαία την μη καταδίκη του οποιουδήποτε (σ.σ επιχειρηματία), για να δικαιολογήσουν κοινωνικές συνάξεις.
Συνεπώς, όταν η ηθική χρησιμοποιείται κατά το δοκούν και όταν δεν αφορά τους «δικούς μας», τότε παύει να είναι ηθική και γίνεται απλώς εργαλείο εξουσίας. Και σε μια εποχή που τα ποσοστά εμπιστοσύνης προς τα παραδοσιακά πολιτικά κόμματα βρίσκεται στα τάρταρα, με τους πολίτες να στρέφονται σε influencer, αυτά τα είδους εργαλεία πολιτικής εξόντωσης, σε καμία περίπτωση δεν συνδράμουν στην ανάκαμψη της εικόνας τους.
Γιατί ακόμα και να πληγεί ο πολιτικός αντίπαλος και μια 30χρονη μείνει εκτός ψηφοδελτίου, αυτό δεν συνεπάγεται αύξηση των δικών σου ποσοστών. Το ζητούμενο δεν είναι να σε ψηφίσει ο κόσμος γιατί είσαι λιγότερο χειρότερος από τον χειρότερο. Το ζητούμενο είναι να σε επιλέγει για εντελώς διαφορετικά κριτήρια. Και το στοίχημα είναι να καταφέρνεις να γίνεσαι όλο και καλύτερος, όχι να αποδεικνύεις πως ο άλλος είναι χειρότερος από εσένα.
****
Αυτό που διδάσκει ο μύθος του Ντα Βίντσι, είναι ότι ο άνθρωπος μπορεί να αλλάξει με τον χρόνο, αναλόγως των επιλογών του. Κανείς δεν είναι απόλυτα «καλός» ή «κακός», αλλά όλα εξαρτώνται από τη ζωή που ζει κάποιος, τις πράξεις του, τα βιώματα του. Οι συνθήκες και οι επιλογές μπορούν να μεταμορφώσουν τον οποιοδήποτε.
Η ουσία δεν είναι να αγνοούμε το παρελθόν, αλλά να ισορροπούμε ανάμεσα στην διαφάνεια, τον σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και την αποκλειστική ταύτιση του οποιουδήποτε - ειδικότερα νέου - με ένα λάθος του παρελθόντος. Διαφορετικά η πολιτική δεν υπηρετεί την αλήθεια και τις αξίες, αλλά καλλιεργεί και συντηρεί συμπεριφορές που θα έπρεπε να αποτελούν παρελθόν.











