Απαντήσεις για την πορεία του αφθώδους πυρετού ζήτησαν οι βουλευτές της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας, υποστηρίζοντας πως εάν είχαν ξεκινήσει οι εμβολιασμοί από τη στιγμή που εντοπίστηκε το πρώτο κρούσμα στα κατεχόμενα, η κατάσταση πιθανότατα δεν θα είχε φτάσει στο σημείο που βρίσκεται σήμερα. Οι βουλευτές επεσήμαναν ότι η έγκαιρη λήψη προληπτικών μέτρων θα μπορούσε να λειτουργήσει αποτρεπτικά για την εξάπλωση της νόσου και να περιορίσει τις δραματικές συνέπειες που καταγράφονται σήμερα στον κτηνοτροφικό τομέα.
Από πλευράς τους, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες απάντησαν πως από τη στιγμή που δεν είχαν εντοπιστεί κρούσματα στις ελεύθερες περιοχές, αλλά μόνο στα κατεχόμενα, με βάση τον ευρωπαϊκό κανονισμό, δεν επιτρέπονται οι εμβολιασμοί των ζώων. Όπως εξήγησαν, κατά την περίοδο του Δεκεμβρίου δεν υπήρχαν θετικά περιστατικά στις ελεύθερες περιοχές, γεγονός που δεν επέτρεπε την ενεργοποίηση της διαδικασίας εμβολιασμού, σύμφωνα με το ισχύον ευρωπαϊκό πλαίσιο.
Το ζήτημα τέθηκε για δεύτερη φορά ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας, παρουσία της υπουργού Γεωργίας, του διευθυντή του Υπουργείου, της εκπροσώπου Τύπου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, καθώς και εκπροσώπων αγροτικών οργανώσεων και κτηνοτρόφων, οι οποίοι παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις λόγω των σοβαρών επιπτώσεων που έχει προκαλέσει η νόσος στον κλάδο.
Ο πρόεδρος της επιτροπής, Γιαννάκης Γαβριήλ, κατά την τοποθέτησή του ανέφερε πως «είναι θέμα το οποίο μας απασχολεί έντονα ως Επιτροπή, λόγω των ραγδαίων εξελίξεων που προκύπτουν μέρα με τη μέρα. Θέλουμε να γνωρίζουμε τον σχεδιασμό εκ μέρους του Υπουργείου σε σχέση με τη θανάτωση των ζώων. Στην προηγούμενη συνεδρία είχε αναφερθεί ότι βάσει του ευρωπαϊκού κανονισμού είμαστε υποχρεωμένοι να προχωρήσουμε σε θανατώσεις. Διαβάζοντας όμως τον κανονισμό, επιτρέψτε μου να διαφωνήσω, διότι αναφέρει ότι μετά από εκτίμηση κινδύνου η αρμόδια Αρχή δύναται να αποφασίσει να αναστείλει τις θανατώσεις. Αν και εφόσον κρίνουμε ότι πρέπει να σταματήσουν οι θανατώσεις και να ξεκινήσουν οι εμβολιασμοί, τότε έχουμε τη δυνατότητα να το πράξουμε».
Παράλληλα σημείωσε πως «πήραμε τις απαντήσεις χθες, αργά το βράδυ, από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Ένα στοιχείο που φαίνεται είναι πως από τις 20 Φεβρουαρίου, όταν εντοπίστηκε στα Λιβάδια το πρώτο κρούσμα, θέσαμε ερώτημα για την περίοδο από τις 16 Δεκεμβρίου μέχρι τις 28 Ιανουαρίου, όταν σταμάτησαν οι απολυμάνσεις στα οδοφράγματα. Θέλουμε να γνωρίζουμε ποιες είναι ονομαστικά οι 130 εκμεταλλεύσεις και αν βρίσκονται εντός των ζωνών των τριών και δέκα χιλιομέτρων».
Επιπρόσθετα ζήτησε από τους αρμόδιους να τοποθετηθούν ως προς το ποια άλλα μέτρα λήφθηκαν κατά τη συγκεκριμένη περίοδο, πέραν των απολυμάνσεων, καθώς και τι θα συμβεί στην περίπτωση που εντοπιστεί κρούσμα σε άλλη επαρχία και αν θα χρειαστεί και πάλι να θανατωθούν όλα τα ζώα στις επηρεαζόμενες μονάδες. «Για ακόμη μία φορά τρέχουμε πίσω από τα γεγονότα», επισήμανε χαρακτηριστικά.
Από πλευράς της η υπουργός Γεωργίας, Μαρία Παναγιώτου, ανέφερε πως «η πολιτεία βρίσκεται στο πλευρό των κτηνοτρόφων σε μία από τις πιο δύσκολες στιγμές για τον πρωτογενή τομέα. Για εμάς, πίσω από κάθε κτηνοτροφική μονάδα υπάρχει ο καθημερινός κόπος των ανθρώπων που κρατούν ζωντανή την ύπαιθρο. Από το πρώτο κρούσμα στα κατεχόμενα, οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες ζήτησαν εμπειρογνώμονες από την Ευρωπαϊκή Ένωση, αυξήθηκαν οι έλεγχοι κατά μήκος της γραμμής κατάπαυσης του πυρός, ενώ έγινε και εκτεταμένη ενημέρωση όλων των εμπλεκομένων. Ήδη έχουν αποσταλεί 59 χιλιάδες μηνύματα με sms».
Σημείωσε ακόμη πως, «αρμόδια Αρχή για την αντιμετώπιση του αφθώδους πυρετού είναι οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες, αφού πρόκειται ξεκάθαρα για μία κτηνιατρική κρίση. Από την πρώτη στιγμή θεωρήσαμε χρέος μας να εξαντλήσουμε όλες τις οδούς σε επίπεδο Βρυξελλών, ώστε να σταματήσουν οι θανατώσεις σε ασυμπτωματικά ζώα. Παρά την επαναλαμβανόμενη μη αποδοχή των αιτημάτων δεν τερματίσαμε τις προσπάθειες, αφού ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας βρίσκεται σε επικοινωνία με την πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής».
Σε ό,τι αφορά το χαλλούμι, σημείωσε πως «το κόστος είναι κάτι πολύ μεγαλύτερο. Υπάρχει ο κίνδυνος να εξαιρεθούμε από την αγορά. Για εμάς το να μην ακολουθήσουμε τις οδηγίες θα έχει ως αποτέλεσμα να επιβληθούν περιορισμοί. Είμαστε σε στενή επαφή με την Ευρωπαϊκή Ένωση για να μπορέσουμε να έχουμε μία ξεκάθαρη απάντηση».
Σε παρέμβασή του, ο κ. Γαβριήλ ζήτησε αρχικά την αλληλογραφία του Υπουργείου Γεωργίας με την Ευρωπαϊκή Ένωση, σχετικά με το αίτημα για εξαίρεση από τις θανατώσεις, καθώς και ενημέρωση για το πότε θα έρθουν ξανά στην Κύπρο οι εμπειρογνώμονες, αφού η Επιτροπή προτίθεται να ζητήσει συνάντηση μαζί τους. Από την πλευρά της, η κ. Παναγιώτου σημείωσε πως «οι εμπειρογνώμονες έχουν ήδη έρθει δύο φορές στην Κύπρο και ευχαρίστως, εάν το επιθυμείτε, μπορούμε να υποβάλουμε νέο αίτημα προς την Ευρωπαϊκή Ένωση».
Από πλευράς των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ο εκπρόσωπός τους, Σάββας Σάββα, ανέφερε πως «όταν ήρθαν οι εμπειρογνώμονες την πρώτη φορά και επισκέφθηκαν τα κατεχόμενα, ζητήθηκε να ελεγχθούν οι φάρμες που βρίσκονται εντός των τριών χιλιομέτρων από τη γραμμή αντιπαράταξης».
Την ίδια ώρα, σε παρέμβασή του ο αναπληρωτής διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών ανέφερε πως «όταν ήρθαν για πρώτη φορά οι εμπειρογνώμονες μετά το πρώτο κρούσμα στα κατεχόμενα, πράγματι μετέβησαν εκεί. Δεν μπήκαν στις φάρμες ούτε εκεί ούτε στις δικές μας. Αν έφτασαν στις 19 Δεκεμβρίου, την επόμενη ημέρα μετέβησαν στα κατεχόμενα».
Παράλληλα σημείωσε πως «σε περιπτώσεις φυλών ζώων που υπάρχουν μόνο στην Κύπρο και νοσήσουν, τότε ζητείται εξαίρεση από την Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς τις θανατώσεις. Πέραν από το θέμα των εξαιρέσεων, αναφέρθηκε και το ζήτημα της ιχνηλάτησης και της επιδημιολογικής διερεύνησης εκτός της περιοχής της Λάρνακας. Γίνεται ιχνηλάτηση και στις περιοχές όπου εντοπίστηκαν κρούσματα. Με την επιβολή περιορισμών στη μετακίνηση των ζώων, προχωρούμε σε ελέγχους. Από τη στιγμή που πραγματοποιήθηκε επιδημιολογική διερεύνηση και εργαστηριακές εξετάσεις, δεν υπήρξε θετικό αποτέλεσμα στις ελεύθερες περιοχές όταν εντοπίστηκε κρούσμα στα κατεχόμενα».
Σε ό,τι αφορά στα εργαστηριακά αποτελέσματα και τη διενέργεια δεύτερων εξετάσεων, η εκπρόσωπος Τύπου των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, Σωτηρία Γεωργιάδου, σημείωσε πως «οι εργαστηριακές αναλύσεις γίνονται με διάφορες μεθόδους και ορισμένες εντοπίζουν την παρουσία του ιού, ενώ άλλες εντοπίζουν τα αντισώματα. Γίνεται σαφής διαχωρισμός των αποτελεσμάτων. Το εργαστήριο ζητά επαναληπτικά δείγματα όταν το αρχικό δείγμα δεν είναι επαρκές ή όταν απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση. Όταν σε ένα κοπάδι από τα τριάντα δείγματα τα δεκαεπτά είναι θετικά, δεν υπάρχει λόγος να εξετάζονται ξανά».
Για το κατά πόσο επιτρέπεται οι κτηνοτρόφοι να υποβάλλουν δείγματα σε άλλα εργαστήρια, ξεκαθάρισε πως «δεν υπάρχουν αδειοδοτημένα εργαστήρια στα οποία να μπορούν να υποβληθούν τέτοια δείγματα, ενώ υπάρχει και κίνδυνος διασποράς του ιού».
Αναφερόμενος στις θανατώσεις και στις ταφές των ζώων στις κτηνοτροφικές μονάδες, εκπρόσωπος των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών σημείωσε πως «ο τρόπος θανάτωσης περιγράφεται στη σχετική νομοθεσία. Στην περίπτωση του περιστατικού που αντιμετωπίζουμε τώρα χρησιμοποιείται ευθανασία με φαρμακευτική ουσία και με διατρητική ράβδο, σύμφωνα με τους κανονισμούς».
Σε παρέμβασή του, ο πρόεδρος της Επιτροπής επισήμανε πως εάν είχαν ξεκινήσει οι εμβολιασμοί από τις 16 Δεκεμβρίου, μία ημέρα μετά τον εντοπισμό του κρούσματος στα κατεχόμενα, «δεν θα φτάναμε σήμερα στο συγκεκριμένο σημείο».
Απαντώντας ο κ. Σάββα, σημείωσε «όταν ήρθαν τότε οι εμπειρογνώμονες ξεκαθάρισαν ότι δεν μπορούσαν να γίνουν εμβολιασμοί στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ο λόγος ήταν ότι δεν υπήρχε κρούσμα και καμία χώρα δεν προχώρησε σε εμβολιασμό, αφού με βάση τον ευρωπαϊκό κανονισμό δεν επιτρέπεται».
Σε παρέμβασή της, η κ. Γεωργιάδου ανέφερε πως «εάν μας δινόταν τότε η άδεια για να εμβολιάσουμε, τίθεται το ερώτημα ποιο εμβόλιο θα λαμβάναμε από τη στιγμή που δεν υπήρχαν ξεκάθαρα δείγματα του ιού».
Από πλευράς της η Διευθύντρια του Τμήματος Υδάτων, Ηλιάνα Ττοφά, αναφερόμενη στις ταφές των ζώων μετά τη θανάτωσή τους, σημείωσε πως «η μεθοδολογία που επιλέχθηκε από τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες διασφαλίζει ακόμη περισσότερο την αποτροπή οποιασδήποτε διαφυγής του ιού μέσω των υπόγειων στρωμάτων. Οι χώροι δεν βρίσκονται κοντά σε υδρορροές ώστε να αποφευχθεί η επιφανειακή διαρροή του ιού. Εξετάσαμε επίσης τις ζώνες γύρω από τα σημεία ταφής σε περίπτωση που με την πάροδο του χρόνου θα μπορούσε να υπάρξει διαφυγή του ιού με οποιονδήποτε τρόπο και καθορίστηκαν συγκεκριμένες ζώνες προστασίας. Η ασφαλέστερη απόσταση ορίστηκε στα 150 μέτρα ακτίνα και το Τμήμα έδωσε κατευθυντήριες οδηγίες στις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες. Εντοπίστηκαν μικρές γεωτρήσεις στις περιοχές αυτές και οι ιδιοκτήτες θα λάβουν επιστολή ώστε να μην τις χρησιμοποιήσουν», καθαρά προληπτικά».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Μεγαλώνει ακόμη περισσότερο η αλυσίδα κρουσμάτων αφθώδους πυρετού-Τρία νέα θετικά περιστατικά, στις 38 οι πληγείσες μονάδες
- Το δίλημμα των θανατώσεων και η μάχη για ευελιξία από την ΕΕ-Στο επίκεντρο η επιβίωση της κτηνοτροφίας
- Περιμένουν την απάντηση της Ούρσουλας οι κτηνοτρόφοι για τις θανατώσεις ζώων-«Απαιτούμε να σταματήσουν όλες μέχρι το νέο διάταγμα»











