Ζητήματα διαφάνειας και λανθασμένων χειρισμών εντοπίζει η Ελεγκτική Υπηρεσία σε σχέση με το έργο του Ψηφιακού Πολίτη, αφού από την έρευνα που διενεργήθηκε εκφράζεται ο προβληματισμός ότι η διαδικασία της απευθείας ανάθεσης στον ανάαδοχο ενδεχομένως να μην υπηρετεί πλήρως τις Αρχές της διαφάνειας και της ισής μεταχείρισης οικονομικών φορέων.
Από τα ευρήματα της Ελεγκτικής, διαπιστώνεται επίσης πως στην προκειμένη περίπτωση, η βέλτιστη πρακτική θα ήταν η επιλογή ανάθεσης της κοινής εφαρμογής σε έναν οικονομικό φορέα να είχε αποτελέσει σαφή στρατηγική απόφαση εξαρχής, με κοινό σχεδιασμό των δύο κρατών και πριν η Ελλάδα προχωρήσει σε ξεχωριστό διαγωνισμό για το εθνικό της πορτοφόλι. Εξέφρασε επίσης την ανησυχία της, να μην εξελιχθούν τέτοιου είδους διακρατικές συμφωνίες ως «έξυπνοι» τρόποι παράκαμψης των διαδικασιών που προβλέπονται για δημόσιες συμβάσεις.
Σε ό,τι αφορά στη νομιμότητα της διαδικασίας, το Υφυπουργείο Καινοτομίας, ζήτησε γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία, η οποία ζήτησε επιπλέον διευκρινίσεις, όπως για την έμμεση αντιπαροχή σε τρίτους μέσω του Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης της Ελλάδας. «Η τελική γνωμάτευση δόθηκε με επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας τρεις μέρες πριν την υπογραφή της Σύμβασης, με την οποία έκρινε τελικά ως καταλληλότερη νομική βάση το άρθρο 39(4) της ίδιας Οδηγίας, που επιτρέπει διακρατική συνεργασία μεταξύ αναθετουσών αρχών. Η πολύ μικρή περίοδος μεταξύ γνωμάτευσης της Νομικής Υπηρεσίας και της υπογραφής της Σύμβασης, δημιουργεί την εντύπωση ότι η πορεία υλοποίησης ήταν προκαθορισμένη».
Όπως σημειώνει, «παρά το γεγονός ότι το Μνημόνιο Συνεργασίας με την Ελλάδα υπογράφηκε τον Ιούνιο 2024 και η επίσημη Σύμβαση τον Οκτώβριο 2024, στοιχεία από την αλληλογραφία που εντοπίσαμε στο ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης του Υφυπουργείου δείχνουν ότι οι εργασίες για τον Ψηφιακό Πολίτη είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Μάρτιο 2024. Αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια της διαδικασίας, και ενισχύει την εντύπωση ότι η πορεία υλοποίησης ήταν προκαθορισμένη».
Αναφορικά με το κόστος, υποδεικνύει ότι ανέρχεται σε €1,7 εκατομμύρια (€1,5 εκατ. από την Κύπρο για τη δημιουργία της εφαρμογής του Ψηφιακού Πολίτη και €200.000 από την Ελλάδα για την ενσωμάτωση ηλεκτρονικής υπογραφής και ταυτότητας στο υφιστάμενο τους ηλεκτρονικό πορτοφόλι «gov.gr wallet», όπου η Κύπρος θα παρέχει την τεχνογνωσία). «Ωστόσο, για το ποσό του €1,5 εκατ. το οποίο θα καταβάλει η Κύπρος καθώς και για τις επιμέρους δραστηριότητες δεν υπήρχε εκτίμηση κόστους ή λεπτομερής κοστολόγηση κατά την υπογραφή της Σύμβασης».
Τα συνοπτικά ευρήματα της Ελεγκτικής
H Σύμβαση που υπογράφτηκε μεταξύ Υφυπουργείου και ΥΨΔ, οδήγησε σε υλοποίηση του «Ψηφιακού Πολίτη» με απευθείας ανάθεση στον υφιστάμενο Ανάδοχο που υλοποίησε το ελληνικό GOV.GR Wallet για το ΥΨΔ.
Το Υφυπουργείο υπέγραψε σε πρώτη φάση Μνημόνιο Συνεργασίας και στη συνέχεια Σύμβαση με το ΥΨΔ χωρίς διαγωνιστική διαδικασία, κάνοντας χρήση του Άρθρου 39(4) της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, που αφορά συμβάσεις μεταξύ αρχών διαφορετικών κρατών μελών. Μετά την υπογραφή του πιο πάνω Μνημονίου και της σχετικής Σύμβασης, η υλοποίηση του έργου ανατέθηκε από το ΥΨΔ απευθείας στον ίδιο ιδιώτη ανάδοχο που υλοποίησε το αντίστοιχο έργο (gov.gr wallet) στην Ελλάδα, μέσω διαδικασίας διαπραγμάτευσης.
Χωρίς να υπάρχει από την Υπηρεσία μας δυνατότητα ελέγχου των διαδικασιών ανάθεσης από την Ελληνική Δημοκρατία στο συγκεκριμένο ανάδοχο, εκφράζεται ο προβληματισμός ως προς το κατ’ πόσο η συγκεκριμένη διαδικασία υπηρετεί πλήρως τις αρχές διαφάνειας και ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων αφού δεν έγιναν έγκαιρα ενέργειες για συνεργασία των δύο κρατών.
Η Υπηρεσία μας αναγνωρίζει ότι η συνεργασία μεταξύ κρατών μπορεί να επιφέρει σημαντικά οφέλη. Ωστόσο, είναι απαραίτητο να τηρούνται πάντα οι αρχές της ίσης μεταχείρισης των οικονομικών φορέων και της διαφάνειας. Στην προκειμένη περίπτωση, κατά την άποψη μας, η βέλτιστη πρακτική θα ήταν η επιλογή ανάθεσης της κοινής εφαρμογής σε έναν οικονομικό φορέα να είχε αποτελέσει σαφή στρατηγική απόφαση εξαρχής, με κοινό σχεδιασμό των δύο κρατών και πριν η Ελλάδα προχωρήσει σε ξεχωριστό διαγωνισμό για το εθνικό της πορτοφόλι. Με αυτόν τον τρόπο, η προκήρυξη θα αφορούσε την ανάπτυξη της εφαρμογής και για τις δύο αναθέτουσες αρχές, το ΥΨΔ και το Υφυπουργείο, εξασφαλίζοντας έτσι τη διαφάνεια και επιπλέον διασφαλίζοντας ότι οι οικονομικοί φορείς θα γνώριζαν εξαρχής το συνολικό μέγεθος και αντικείμενο του έργου. Το γεγονός αυτό θα ενίσχυε την ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων και τον υγιή ανταγωνισμό, με όλα τα συνεπακόλουθα από αυτό οφέλη για τις αναθέτουσες αρχές.
Εν ολίγοις, η Υπηρεσία μας εκφράζει την ανησυχία γενικότερα, να μην εξελιχθούν τέτοιου είδους διακρατικές συμφωνίες ως «έξυπνοι» τρόποι παράκαμψης των διαδικασιών που προβλέπονται για δημόσιες συμβάσεις. Χωρίς να αναιρείται βέβαια η δυνατότητα επιλογής εκτέλεσης έργων μέσω διακρατικών συμφωνιών, εντούτοις για να υπάρχει ευθυγράμμιση με τις βασικές αρχές που υπηρετούν οι διαδικασίες δημόσιων συμβάσεων, ενδείκνυται οι διακρατικοί σχεδιασμοί να περιλαμβάνονται εξ αρχής εντός των εγγράφων προσφορών, ώστε όλοι οι οικονομικοί φορείς να γνωρίζουν εκ των προτέρων το σύνολο του έργου (π.χ. υλοποίηση σε δύο κράτη μέλη) ώστε να αποφεύγεται, σε μεταγενέστερο στάδιο, η οποιαδήποτε ευνοϊκή μεταχείριση ενός οικονομικού φορέα.
1.1.2 Ο έλεγχος νομιμότητας έγινε μετά την έναρξη των εργασιών και λίγο πριν την υπογραφή της σύμβασης
Η νομιμότητα της διαδικασίας, που αρχικά βασιζόταν στο άρθρο 12(4) της Οδηγίας 2014/24/ΕΕ, εξετάστηκε μετά τις επιφυλάξεις της Υπηρεσίας μας οι οποίες είχαν εκφραστεί στη βάση προηγούμενης σχετικής απόφασης του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία, η συνεργασία μεταξύ αναθετουσών αρχών δεν πρέπει, σύμφωνα με την αρχή της ίσης μεταχείρισης, να έχει ως αποτέλεσμα να φέρει μια ιδιωτική επιχείρηση σε πλεονεκτική θέση έναντι των ανταγωνιστών της, και η νομική βάση στην οποία στηρίχθηκε τροποποιήθηκε ένα μήνα πριν την τελική υπογραφή της Σύμβασης.
Το Υφυπουργείο ζήτησε γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία, η οποία ζήτησε επιπλέον διευκρινίσεις, όπως για την έμμεση αντιπαροχή σε τρίτους μέσω του ΥΨΔ. Η τελική γνωμάτευση δόθηκε με επιστολή της Νομικής Υπηρεσίας τρεις μέρες πριν την υπογραφή της Σύμβασης, με την οποία έκρινε τελικά ως καταλληλότερη νομική βάση το άρθρο 39(4) της ίδιας Οδηγίας, που επιτρέπει διακρατική συνεργασία μεταξύ αναθετουσών αρχών. Η πολύ μικρή περίοδος μεταξύ γνωμάτευσης της Νομικής Υπηρεσίας και της υπογραφής της Σύμβασης, δημιουργεί την εντύπωση ότι η πορεία υλοποίησης ήταν προκαθορισμένη.
1.1.3 Νομικές ανησυχίες και ασάφειες στη Σύμβαση
Η Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας, με την πιο πάνω γνωμάτευση της επεσήμανε επίσης ότι η Σύμβαση μεταξύ του Υφυπουργείου και του ΥΨΔ παρουσιάζει νομικές ανησυχίες που μπορεί να επηρεάσουν τα συμφέροντα της Κυπριακής Δημοκρατίας (ΚΔ). Οι εν λόγω ανησυχίες αφορούν τη σιωπηρή αποδοχή των παραδοτέων μετά από 20 ημέρες, που σημαίνει ότι τα παραδοτέα του ΥΨΔ θεωρούνται αποδεκτά από το Υφυπουργείο αν δεν υπάρξει στο εν λόγω χρονικό διάστημα αντίρρηση, περιορίζει την ευθύνη των δύο μερών καθώς το ΥΨΔ δεν θεωρείται υπεύθυνο για προβλήματα μετά την παρέλευση της πιο πάνω προθεσμίας, ενώ οι τυχόν αξιώσεις αποζημίωσης διεκδικούνται μέσω διαδικασιών και δικαστηρίων της Ελλάδας γεγονός το οποίο αυξάνει το κόστος και τις δυσκολίες ελέγχου.
Πέραν των πιο πάνω νομικών ανησυχιών της Νομικής Υπηρεσίας, η Σύμβαση παρουσιάζει κατά την άποψη μας ορισμένες ασάφειες εφόσον σε αυτή δεν διευκρινιζόταν ρητά αν τα ποσά περιλαμβάνουν ΦΠΑ (που εφαρμόζεται στην κάθε χώρα με διαφορετικό συντελεστή).
Τέλος, η πρόβλεψη για το κόστος διαλειτουργικότητας με το Gov.gr Wallet παραμένει ασαφής, αυξάνοντας τον κίνδυνο επιπλέον εξόδων.
1.1.4 Έναρξη εργασιών πριν από την υπογραφή του Μνημονίου
Παρά το γεγονός ότι το Μνημόνιο Συνεργασίας με την Ελλάδα υπογράφηκε τον Ιούνιο 2024 και η επίσημη Σύμβαση τον Οκτώβριο 2024, στοιχεία από την αλληλογραφία που εντοπίσαμε στο ηλεκτρονικό σύστημα αρχειοθέτησης του Υφυπουργείου δείχνουν ότι οι εργασίες για τον «Ψηφιακό Πολίτη» είχαν ξεκινήσει ήδη από τον Μάρτιο 2024. Αυτό εγείρει ερωτήματα σχετικά με τη διαφάνεια της διαδικασίας, και ενισχύει την εντύπωση (βλ. 1.1.2) ότι η πορεία υλοποίησης ήταν προκαθορισμένη.
1.1.5 Διαλειτουργικότητα εφαρμογών Ελλάδας και Κύπρου
Η διαλειτουργικότητα χρησιμοποιήθηκε, αρχικά, ως λόγος για την εξαίρεση από τις διαδικασίες των Δημοσίων Συμβάσεων, κάτι που τεχνικά δεν δικαιολογείται κατά την άποψη μας εφόσον θα μπορούσε να ενσωματωθεί ως απαραίτητος όρος ή κριτήριο σε ανοικτό διαγωνισμό, διασφαλίζοντας έτσι τη διαφάνεια και την ίση μεταχείριση των οικονομικών φορέων.
1.2 Παρατηρήσεις σχετικά με το Οικονομικό Μέρος της Σύμβασης
Κατά τον έλεγχο του Οικονομικού μέρους της Σύμβασης μεταξύ Υφυπουργείου και ΥΨΔ, παρατηρήθηκε έλλειψη αναλυτικής εκτίμησης κόστους και λεπτομερούς κοστολόγησης για τις επιμέρους δραστηριότητες, γεγονός το οποίο δημιουργεί αβεβαιότητα και ερωτηματικά σχετικά με την αντικειμενικότητα και λογικότητα του συμφωνημένου κόστους.
Το ίδιο ισχύει, κατά την άποψη μας, και για την ένταξη στην εν λόγω Σύμβαση του κόστους που θα καταβάλει το ΥΨΔ (€200.000) σε τρίτο Ανάδοχο για να προσθέσει επιπλέον λειτουργικότητα στο δικό του «gov.gr wallet», για την οποία το Υφυπουργείο θα παρέχει αποκλειστικά μόνο τεχνογνωσία.
1.2.1 Έλλειψη διαφάνειας στο κόστος της Σύμβασης
Το συνολικό κόστος της Σύμβασης ανέρχεται σε €1,7 εκατ. (€1,5 εκατ. από την Κύπρο για τη δημιουργία της εφαρμογής του Ψηφιακού Πολίτη και €200.000 από την Ελλάδα για την ενσωμάτωση ηλεκτρονικής υπογραφής και ταυτότητας στο υφιστάμενο τους ηλεκτρονικό πορτοφόλι «gov.gr wallet», όπου η Κύπρος θα παρέχει την τεχνογνωσία). Ωστόσο, για το ποσό του €1,5 εκατ. το οποίο θα καταβάλει η Κύπρος καθώς και για τις επιμέρους δραστηριότητες δεν υπήρχε εκτίμηση κόστους ή λεπτομερής κοστολόγηση κατά την υπογραφή της Σύμβασης.
Σύμφωνα με το Υφυπουργείο, η διαδικασία που ακολουθείται στο στάδιο της υλοποίησης διασφαλίζει τη διαφάνεια και την ύπαρξη υγιούς ανταγωνισμού ως προς το κόστος, καθώς για κάθε περίοδο του έργου ετοιμάζονται έγγραφα διαγωνισμού που περιγράφουν αναλυτικά το αντικείμενο της σύμβασης και την εκτιμώμενη αξία της, ενώ μετά την ολοκλήρωση των διαγωνισμών το Υφυπουργείο ενημερώνεται για κάθε σύμβαση που υπογράφεται και για το ποσό κατακύρωσης.
Επιπλέον, υπάρχει μηχανισμός επιστροφής ποσού στην ΚΔ, εάν το συνολικό πραγματικό κόστος των συμβάσεων, είναι χαμηλότερο από το συνολικό ποσό που καταβλήθηκε από το Υφυπουργείο.
Ωστόσο, κατά την άποψη της Υπηρεσίας μας, η διαδικασία αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι το συνολικό κόστος των €1,5 εκατ. συμφωνήθηκε χωρίς την εκ των προτέρων κοστολόγηση και τεκμηρίωση.
1.2.2 Ζητήματα διαφάνειας και αξιολόγησης κόστους:
Η έλλειψη στοιχείων για το κόστος ανάπτυξης του «gov.gr wallet» στην Ελλάδα καθιστά δύσκολη την εκτίμηση του πραγματικού οικονομικού οφέλους για την Κύπρο μέσω της υπό αναφορά διαδικασίας, η οποία θα καταβάλει έως €1,5 εκατ. για την εφαρμογή «Ψηφιακός Πολίτης».
Σύμφωνα με το Υφυπουργείο, για την ανάπτυξη της εν λόγω εφαρμογής απαιτείτο μόνο παραμετροποίηση, ενώ στο κόστος περιλαμβάνονται το κόστος των υποδομών, τις άδειες χρήσης, τη συντήρηση της εφαρμογής, καθώς και την υποστήριξη των χρηστών, το οποίο μεταξύ άλλων περιλαμβάνει και την πλατφόρμα επικοινωνίας των προβλημάτων από τους χρήστες.
Παρατηρούμε ωστόσο ότι το Υφυπουργείο δεν εξασφάλισε ακριβή στοιχεία για το κόστος του ελληνικού έργου, ώστε να συγκρίνει το μέρος της εργασίας που αφορά την ίδια λειτουργικότητα με αυτήν του «Ψηφιακού Πολίτη» της Κύπρου, δεδομένου ότι το έργο της Ελλάδας ενδεχομένως να αφορούσε σε μεγαλύτερο εύρος λειτουργιών. Ως αποτέλεσμα, δεν αξιολογήθηκε εξ΄ αρχής κατά πόσο το κόστος για την Κύπρο είναι λογικό, κάτι το οποίο θα έπρεπε κατά την άποψη μας να είχε γίνει πριν από την υπογραφή του Μνημονίου από το Υφυπουργείο ή, έστω πριν την υπογραφή της Σύμβασης.
1.3 Παρατηρήσεις σχετικά με το χώρο φιλοξενίας της εφαρμογής
Η υλοποίηση του «Ψηφιακού Πολίτη» ανατέθηκε απευθείας στον ίδιο ανάδοχο που ανέπτυξε την αντίστοιχη εφαρμογή στην Ελλάδα, καθορίζοντας εκ των πραγμάτων τη φιλοξενία της εφαρμογής στο ίδιο υπολογιστικό νέφος, χωρίς να έχει προηγηθεί αξιολόγηση από το Υφυπουργείο για την καταλληλότερη επιλογή φιλοξενίας, σύμφωνα με τις πολιτικές του για το είδος των δεδομένων που διαχειρίζεται και τις απαιτήσεις ασφάλειας και προστασίας προσωπικών δεδομένων. Επιπλέον, η τεχνική εποπτεία ασκείται από την Ελλάδα, ενώ το Υφυπουργείο λαμβάνει μόνο τα αποτελέσματα των ελέγχων γεγονός που δεν διασφαλίζει πλήρη τεχνική εποπτεία και ευθύνη της κυπριακής πλευράς για την κρίσιμη κρατική ψηφιακή υποδομή. Στην έλλειψη διαφάνειας περιλαμβάνεται και το ότι δεν υπάρχουν στοιχεία για το κόστος φιλοξενίας.
Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την απάντηση του Υφυπουργείου, η εφαρμογή φιλοξενείται σε κέντρο δεδομένων της ΕΕ (Azure), για το οποίο έχουν διενεργηθεί έλεγχοι ασφάλειας και ετοιμάστηκε Έκθεση Εκτίμησης Αντικτύπου, γεγονός που τεκμηριώνει συμμόρφωση με πρότυπα ασφάλειας και προστασίας δεδομένων. Ωστόσο, δεν μας έχει αποσταλεί τεκμηρίωση ότι προηγήθηκε αξιολόγηση της καταλληλότερης επιλογής φιλοξενίας, ούτε ότι η σχετική απόφαση λήφθηκε με βάση τα ίδια κριτήρια που εφαρμόζονται σε άλλα κρατικά συστήματα (π.χ. το σύστημα eProcurement του Γενικού Λογιστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας για τις δημόσιες συμβάσεις).
1.4 Παρατηρήσεις σχετικά με τη στρατηγική για το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πορτοφόλι
Το Υφυπουργείο ξεκίνησε την προσπάθεια με το «Εθνικό Πορτοφόλι» (το οποίο τελικά εγκαταλείφθηκε με ότι αυτό συνεπάγεται σε χρόνο και κόστος), τώρα εφαρμόζει το Ψηφιακό Πολίτη (σε στάδια) και στο άμεσο μέλλον θα πρέπει να υλοποιήσει τον Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πολίτη.
Εύλογα τίθεται επομένως το ερώτημα κατά πόσο οι ενέργειες που γίνονται σήμερα όσον αφορά στον Ψηφιακό Πολίτη θα αποτελέσουν χρήσιμο όχημα για τη μετάβαση στο Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πορτοφόλι, ή θα πρέπει η προσπάθεια για το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πορτοφόλι ουσιαστικά να ξεκινήσει από την αρχή.
Το Υφυπουργείο εκφράζει την πεποίθηση ότι το Ευρωπαϊκό Ψηφιακό Πορτοφόλι δεν θα αναιρέσει τη χρησιμότητα του Ψηφιακού Πολίτη, και πιο συγκεκριμένα τη χρησιμότητα του για διάφορα έγγραφα σε εθνικό μόνο επίπεδο, όπως το ΜΟΤ, την κάρτα φιλάθλου και εισιτήρια αγώνων.
1.5 Πρόσθετες Δαπάνες για το Έργο
Το τελικό συνολικό κόστος υλοποίησης του έργου «Ψηφιακός Πολίτης» αναμένεται να υπερβεί το μέγιστο ποσό των €1,5 εκ που αφορά στην υπό εξέταση Σύμβαση, καθώς περιλαμβάνει πρόσθετες δαπάνες, όπως €156.000 για διαχείριση έργου από ιδιωτική εταιρεία, €3.200 για διασύνδεση της εφαρμογής με το Τμήμα Οδικών Μεταφορών, €267.832 για προωθητικές εκστρατείες και €12.503 για προμήθεια QR-Code Scanners για τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολίτη (ΚΕΠ) / Κέντρα Πολίτη (ΚΕΠΟ). Αυτά τα κόστη δεν ελέγχθηκαν περαιτέρω, καθώς δεν αποτελούν αντικείμενο του παρόντος ελέγχου.
1.6 Άλλες Παρατηρήσεις
Σημειώνουμε επίσης τον προβληματισμό της Υπηρεσίας μας όσο αφορά στη μελλοντική ανάπτυξη του συγκεκριμένου έργου αφού για μελλοντική επέκταση (π.χ. ενσωμάτωση νέων πιστοποιητικών), προσαρμογή και συντήρηση του λογισμικού θα απαιτηθεί η συμμετοχή των ίδιων τρίτων μερών (υπεργολάβων), κάτι που δημιουργεί μια περιπλοκότητα με τα συνεπακόλουθα τυχόν προβλήματα. Από την άλλη σημειώνεται ως θετικό σημείο ότι στα έγγραφα της Σύμβασης έχει ενσωματωθεί όρος που προβλέπει την υποχρέωση παράδοσης του πηγαίου κώδικα από το ΥΨΔ στο Υφυπουργείο σε περίπτωση τερματισμού ή λήξης της συμφωνίας. Αυτός ο όρος έχει σκοπό να παρέχει τη δυνατότητα, εάν το Υφυπουργείο αποφασίσει να προχωρήσει σε διαδικασία σύναψης δημοσίων συμβάσεων για μελλοντική ανάπτυξη ή συντήρηση, οι ενδιαφερόμενοι οικονομικοί φορείς να έχουν διαφανή και ισότιμη πρόσβαση στον κώδικα, χωρίς να υπάρχουν διακρίσεις.
Ωστόσο, η ύπαρξη της εν λόγω πρόνοιας δεν αναιρεί τις επιφυλάξεις που παρουσιάζονται στην παρούσα Έκθεση αναφορικά με τη διαδικασία που ακολουθήθηκε κατά την αρχική ανάθεση και τη δημιουργία πλεονεκτικής θέσης υπέρ του υφιστάμενου αναδόχου.











