powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Έπλεξε το εγκώμιο της Αρβελέρ καθηγήτρια βυζαντινολογίας-«Αναμόρφωσε τον τρόπο κατανόησης του Βυζαντίου»

Το ερευνητικό έργο της διακεκριμένης πανεπιστημιακού Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ, η οποία απεβίωσε τη Δευτέρα σε ηλικία 99 ετών, αναμόρφωσε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε το Βυζάντιο, αναφέρει στο ΚΥΠΕ η Σταυρούλα Κωνσταντίνου, Καθηγήτρια Βυζαντινολογίας και Διευθύντρια της Ερευνητικής Μονάδας για Μεσαιωνικές Τέχνες και Τελετουργίες, του Πανεπιστημίου Κύπρου.

Αναφερόμενη στα στοιχεία που έκαναν την Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ να διακριθεί στον ακαδημαϊκό χώρο, η κ. Κωνσταντίνου σημειώνει ότι η αείμνηστη ακαδημαϊκός αποτελεί μια από τις κορυφαίες μορφές της διεθνούς βυζαντινολογίας, προσθέτοντας ότι «δεν είναι τυχαίο που στην είδηση του θανάτου της εξέδωσαν ανακοινώσεις και νεκρολογίες εθνικές επιτροπές και διεθνή κέντρα Βυζαντινών Σπουδών σε διάφορες χώρες, όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι Ηνωμένες Πολιτείες».

«Όπως γράφει στη δική της νεκρολογία η διάσημη και πολυβραβευμένη Αγγλίδα βυζαντινολόγος Judith Herrin, ‘’η Ελένη Αρβελέρ ήταν μια λαμπρή βυζαντινολόγος, της οποίας το συγγραφικό έργο παραμένει κλασικό στο πεδίο των βυζαντινών σπουδών’’», επισημαίνει η Σταυρούλα Κωνσταντίνου. «Όπως εύγλωττα καταγράφεται και στη νεκρολογία της Herrin, τα στοιχεία που έκαναν τη Γλύκατζη-Αρβελέρ να ξεχωρίσει στον ακαδημαϊκό χώρο ήταν ένας συνδυασμός επιστημονικής πρωτοπορίας, διεθνούς παρουσίας και μιας χαρισματικής προσωπικότητας που καθήλωνε τα πλήθη», τονίζει.

Χαρακτηρίζοντας το ερευνητικό έργο της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ «πρωτοποριακό», η κ. Κωνσταντίνου αναφέρει στο ΚΥΠΕ ότι «χαρακτηρίζεται από αυστηρή τεκμηρίωση, κριτική χρήση των πηγών και συνθετική σκέψη, άνοιξε καινούργιους δρόμους για τη μελέτη της πολιτικής ιδεολογίας και της διοίκησης του Βυζαντίου και κατέδειξε με τον πιο εύγλωττο τρόπο τη βυζαντινή συμβολή στη διαμόρφωση της ευρωπαϊκής ταυτότητας». 

«Πέρα από τις πολυπληθείς και πολυμεταφρασμένες της επιστημονικές εργασίες, η διεθνής της παρουσία και η λαμπρή της ακαδημαϊκή πορεία επισφραγίστηκαν και μέσα από τους τιμητικούς διδακτορικούς τίτλους που έλαβε από πολλά πανεπιστήμια της Ευρώπης και του εξωτερικού, καθώς επίσης και μέσα από τα ακαδημαϊκά της αξιώματα στο πανεπιστήμιο της Σορβόννης, ενός από τα κορυφαία πανεπιστήμια παγκοσμίως», επισημαίνει, υπενθυμίζοντας ότι η εκλιπούσα ακαδημαϊκός ήταν η πρώτη γυναίκα πρύτανης του εν λόγω πανεπιστημίου, «γεγονός-ορόσημο για την ιστορία των ευρωπαϊκών πανεπιστημίων», όπως λέει.

Την ίδια ώρα, η Σταυρούλα Κωνσταντίνου σημειώνει ότι «η χαρισματική προσωπικότητα της Αρβελέρ φαινόταν ξεκάθαρα μέσα από τη γλωσσική και επικοινωνιακή της δεινότητα», προσθέτοντας ότι μιλούσε και έγραφε σε διαφορετικές γλώσσες (Ελληνικά, Γαλλικά, Αγγλικά), «γεγονός που διεύρυνε και την απήχηση του έργου της». Η Αρβελέρ «είχε επίσης τη σπάνια ικανότητα να μεταφέρει στο ευρύ κοινό σύνθετες επιστημονικές έννοιες με απόλυτα σαφή και ελκυστικό τρόπο» και «ταυτόχρονα υπήρξε μια προικισμένη πανεπιστημιακή δασκάλα, η οποία διαμόρφωσε ολόκληρες γενιές βυζαντινολόγων», υπογραμμίζει.

Απαντώντας σε ερώτηση του ΚΥΠΕ για τη συμβολή του ερευνητικού έργου της Ελένης Γλύκατζη-Αρβελέρ στη γνώση μας για το Βυζάντιο, η Καθηγήτρια Βυζαντινολογίας του Πανεπιστημίου Κύπρου αναφέρει ότι «το ερευνητικό έργο της Γλύκατζη-Αρβελέρ αναμόρφωσε ριζικά τον τρόπο με τον οποίο κατανοούμε την πολιτική, ιδεολογική και πολιτισμική φυσιογνωμία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας». 

Όπως εξηγεί, η συμβολή της συνοψίζεται σε πέντε βασικούς άξονες. Αρχικά, σημειώνει ότι η αείμνηστη ακαδημαϊκός ανέδειξε το Βυζάντιο ως έναν εξελισσόμενο πολιτισμό με σημαντικά επιτεύγματα και όχι ως «παρακμή» της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Επιπρόσθετα, «μέσα από τη σε βάθος μελέτη της για τις σχέσεις αυτοκράτορα-εκκλησίας-κοινωνίας, κατέδειξε ότι το Βυζάντιο ήταν μια πολυσύνθετη αυτοκρατορία, όπου πολιτεία και εκκλησία αλληλεπιδρούσαν στενά διαμορφώνοντας από κοινού την καθημερινή ζωή και τις πολιτικές δομές της αυτοκρατορίας», αναφέρει. 

Παράλληλα, η Σταυρούλα Κωνσταντίνου επισημαίνει ότι η Ελένη Γλύκατζη-Αρβελέρ εισήγαγε στις βυζαντινές σπουδές τη γεωγραφία ως βασικό εργαλείο ιστορικής ανάλυσης, δείχνοντας ότι το Βυζάντιο ήταν ένας χώρος συνεχούς αναπροσαρμογής. Προσθέτει ότι η Αρβελέρ «συνέδεσε το Βυζάντιο με τη νεότερη ελληνική ταυτότητα, δείχνοντας ότι αποτελεί κρίσιμο κρίκο μεταξύ αρχαιότητας και νεότερου ελληνικού πολιτισμού». Τέλος, σημειώνει το έργο της εδραίωσε τη βυζαντινολογία ως κεντρικό κλάδο των μεσαιωνικών σπουδών.

Απαντώντας σε επισήμανση του ΚΥΠΕ πως η αείμνηστη ακαδημαϊκός έλεγε σε συνεντεύξεις της ότι οι Έλληνες δεν έχουν καλή γνώση της βυζαντινής ιστορίας και κληθείσα να σχολιάσει τη συγκεκριμένη άποψη, η κ. Κωνσταντίνου αναφέρει ότι τη συμμερίζεται απόλυτα. Όπως εξηγεί, «στο κυπριακό και ευρύτερο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, η βυζαντινή περίοδος διδάσκεται πολύ συνοπτικά, επιφανειακά και στερεοτυπικά. Δεν εξετάζονται δηλαδή η καθημερινή ζωή, η οικονομία, η διοίκηση και ο υλικός και πνευματικός πολιτισμός του βυζαντινού κόσμου». 

Την ίδια ώρα, επισημαίνει πως «η σχολική διδασκαλία επικεντρώνεται σε συγκεκριμένα πολιτικο-στρατιωτικά γεγονότα, ενώ απουσιάζει η μελέτη του Βυζαντίου ως ζωντανού πολιτισμού με σύγχρονες προεκτάσεις. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα τα παιδιά να συγκρατούν αποσπασματικές πληροφορίες, αγνοώντας τη συνολική εικόνα», προσθέτει.

«Το γεγονός ότι η βυζαντινή μας κληρονομιά συχνά θεωρείται ασήμαντη φαίνεται και στην πολιτιστική ατζέντα της τρέχουσας Κυπριακής Προεδρίας του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης», αναφέρει η Σταυρούλα Κωνσταντίνου. «Παρά την ύπαρξη ενός ευρύτατου διεθνούς πολιτιστικού προγράμματος με εκθέσεις και εκδηλώσεις στο εξωτερικό, η παρουσία της βυζαντινής κληρονομιάς είναι σχεδόν ανύπαρκτη», σημειώνει, προσθέτοντας πως «οι εν λόγω εκθέσεις και εκδηλώσεις προωθούν κυρίως την αρχαία πολιτιστική κληρονομιά και τον σύγχρονο κυπριακό πολιτισμό, κάνοντας ουσιαστικά ένα μεγάλο ιστορικό άλμα που παραλείπει τα επιτεύγματα του βυζαντινού και μεσαιωνικού κυπριακού πολιτισμού».

Σε γενικές γραμμές, όπως λέει, «στη σύγχρονη Κύπρο, αλλά και την Ελλάδα, το Βυζάντιο είτε παρουσιάζεται ως μια σκοτεινή και παρακμιακή περίοδος, είτε εξιδανικεύεται ως μια μονολιθική, θρησκευτική και εθνικά ομοιογενής αυτοκρατορία». Οι δύο αυτές προσεγγίσεις, τονίζει, «υπεραπλουστεύουν μια εξαιρετικά σύνθετη αυτοκρατορία που υπήρξε μια από τις μακροβιότερες της ανθρωπότητας». «Έτσι, παρόλο που ζούμε ανάμεσα σε βυζαντινά μνημεία και τέχνες και είμαστε συνεχιστές πολλών βυζαντινών παραδόσεων, συχνά αγνοούμε την πραγματική ουσία και σημασία αυτού του πολιτισμού», καταλήγει.

Πηγή: ΚΥΠΕ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ
;