Στη σημασία της ουσιαστικής διάδρασης κράτους και πολιτών, ως θεμελιώδους προϋπόθεσης για την ποιότητα της δημοκρατίας, επικεντρώθηκε η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων Μαρία Στυλιανού Λοττίδη, σε ομιλία της στην Ημερίδα Δημοκρατίας με θέμα «Χρηστή Διοίκηση - Δικαιώματα και Λογοδοσία σε μια Σύγχρονη Δημοκρατία», που πραγματοποιήθηκε χθες, Τρίτη στο Προεδρικό Μέγαρο.
Η κ. Λοττίδη ανέδειξε ότι σε ένα κράτος δικαίου η σχέση κράτους και πολίτη δεν μπορεί να είναι μονόδρομη, αλλά οφείλει να βασίζεται στην αμφίδρομη επικοινωνία, τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Όπως σημείωσε, η δημοκρατία «δεν επιτρέπει απλώς, αλλά επιβάλλει» τη συμμετοχή των πολιτών στην άσκηση της εξουσίας, με όρους εντολής που υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Τόνισε ότι η ποιότητα της σχέσης κράτους-πολίτη καθορίζει και την ποιότητα της δημοκρατίας, επισημαίνοντας πως όσο πιο διαφανής, προσβάσιμη και ανθρώπινη είναι η δημόσια διοίκηση, τόσο περισσότερο ενισχύεται το αίσθημα σεβασμού και εμπιστοσύνης των πολιτών προς το κράτος. Για να υπάρξει, ωστόσο, ουσιαστική διάδραση, απαιτείται όχι μόνο η παροχή ποιοτικών υπηρεσιών, αλλά και πρόσβαση στην πληροφόρηση, διαφάνεια στη λήψη αποφάσεων και ουσιαστική δημόσια διαβούλευση.
Αναφερόμενη στην κυπριακή πραγματικότητα, σημείωσε ότι έχουν γίνει σημαντικά βήματα εκσυγχρονισμού, όπως η ψηφιοποίηση υπηρεσιών, οι ηλεκτρονικές αιτήσεις και τα Κέντρα Εξυπηρέτησης Πολιτών. Παράλληλα, όμως, υπογράμμισε ότι τα παράπονα που υποβάλλονται στο Γραφείο της καταδεικνύουν διαχρονικές προκλήσεις, όπως γραφειοκρατικές καθυστερήσεις, πολύπλοκες διαδικασίες, έλλειψη εξειδικευμένου προσωπικού, δυσκολία πρόσβασης σε πληροφορίες και, σε ορισμένες περιπτώσεις, παράλογες απαιτήσεις για την έγκριση αιτημάτων νόμιμων δικαιούχων.
«Οι πολίτες σήμερα είναι πιο ενημερωμένοι και πιο απαιτητικοί», ανέφερε, προσθέτοντας ότι δεν αρκούνται πλέον στη λήψη υπηρεσιών, αλλά ζητούν ποιότητα, διαφάνεια και σεβασμό.
Η Επίτροπος στάθηκε ιδιαίτερα στη σημασία των ανεξάρτητων θεσμών ελέγχου, επισημαίνοντας ότι η δημοκρατία δεν λειτουργεί μόνο με τη θέσπιση νόμων, αλλά και με μηχανισμούς που διασφαλίζουν τη δίκαιη εφαρμογή τους. Χαρακτήρισε τον θεσμό του Επιτρόπου Διοικήσεως ως «γέφυρα» μεταξύ πολίτη και κράτους, διευκρινίζοντας ότι δεν αντικαθιστά τα δικαστήρια ούτε ασκεί διοικητική εξουσία, αλλά εξετάζει παράπονα, ελέγχει τη διοίκηση και εισηγείται διορθωτικές ενέργειες.
Αναλύοντας τον ρόλο του θεσμού, αναφέρθηκε στην εξέταση παραπόνων, την καταπολέμηση της κακοδιοίκησης, την προστασία ανθρωπίνων δικαιωμάτων και την καταπολέμηση των διακρίσεων, καθώς και στην καλλιέργεια διοικητικής κουλτούρας με στόχο μια πιο ευαίσθητη και υπεύθυνη διοίκηση.
Ιδιαίτερη μνεία έκανε στον αναθεωρημένο Οδηγό Συμπεριφοράς και Δεοντολογίας Δημοσίων Υπαλλήλων, που τέθηκε σε ισχύ το 2025, σε συνεργασία με το Τμήμα Δημόσιας Διοίκησης και Προσωπικού και το Γραφείο Επιτρόπου Νομοθεσίας. Όπως είπε, στόχος είναι οι αρχές του κράτους δικαίου και της χρηστής διοίκησης να μετουσιώνονται στην πράξη, ενισχύοντας τη λογοδοσία, τη διαφάνεια και το δημόσιο συμφέρον.
Η κ. Λοττίδη είπε ότι η ύπαρξη ενός τέτοιου ανεξάρτητου θεσμού ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών και αποτρέπει τη διάβρωση της δημοκρατίας, προστατεύοντας τους από αυθαιρεσίες και λαϊκισμούς. Επισήμανε, τέλος, ότι η βελτίωση της διάδρασης κράτους και πολιτών αποτελεί διαρκή διαδικασία, που απαιτεί πολιτική βούληση, ανεξάρτητους και αμερόληπτους θεσμούς, ενεργούς πολίτες και συνεχή εκπαίδευση των δημοσίων λειτουργών, τονίζοντας ότι «ο σεβασμός και η δικαιοσύνη δεν ψηφιοποιούνται — καλλιεργούνται».
Στην ίδια ημερίδα, η Τατιάνα Ζαχαριάδου, Μέλος της Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς, ανέδειξε τον ρόλο της Αρχής στη μετάβαση από ένα ψυχρό γραφειοκρατικό μοντέλο σε μια ανθρωποκεντρική και συμμετοχική διακυβέρνηση.
Όπως ανέφερε, η σύσταση και λειτουργία της Αρχής τα τελευταία τριάμισι χρόνια συνέβαλε στη γεφύρωση της απόστασης μεταξύ κράτους και πολιτών, ενισχύοντας τη διαφάνεια και τη λογοδοσία. Σημείωσε ότι η Αρχή έχει λάβει μέχρι σήμερα περισσότερες από 650 καταγγελίες, ενώ δίνει τη δυνατότητα υποβολής τους με πολλαπλούς τρόπους, διασφαλίζοντας παράλληλα την προστασία των προσωπικών δεδομένων των καταγγελλόντων.
Αναφέρθηκε, επίσης, στους τέσσερις βασικούς άξονες δράσης της Αρχής: διερεύνηση καταγγελιών διαφθοράς, εφαρμογή της νομοθεσίας για το lobbying, σχεδιασμό στρατηγικής πρόληψης και ενημέρωσης, καθώς και συνεργασία με ευρωπαϊκούς οργανισμούς για ανταλλαγή καλών πρακτικών.
Η κ. Ζαχαριάδου είπε ότι ο ενεργός πολίτης δεν αποτελεί αντίπαλο, αλλά συνεργάτη των θεσμών, επισημαίνοντας πως η καταγγελία πράξεων διαφθοράς συνιστά πράξη κοινωνικής ευθύνης και συμβάλλει στην ενίσχυση του κράτους δικαίου και της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς.
(ΚΥΠΕ/ΘΚΕ/ΑΓΚ)











