Στις 24 Οκτωβρίου 2024, η Κατηγορούσα Αρχή είχε απαγγείλει κατηγορίες στους τρεις κατηγορούμενους, τους οποίους παρέπεμψε σε δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου Λευκωσίας, για την βομβιστική επίθεση σε όχημα αξιωματικού των Κεντρικών Φυλακών, που σημειώθηκε στις 4 Ιουλίου 2024 στον Αρχάγγελο, εκ των οποίων οι δύο που ήταν ήδη υπόδικοι για άλλες υποθέσεις, ενώ για τον τρίτο διατάχθηκε η επίσης η κράτηση του, όπου παρέμεινε υπόδικος για οκτώ μήνες.
Ένα χρόνο μετά, η Κατηγορούσα Αρχή απέσυρε όλες τις κατηγορίες σε βάρος τους και η δίκη διακόπηκε, χωρίς στην ουσία να ξεκινήσει ποτέ, με όλους τους κατηγορούμενους να απαλλάσσονται από τις κατηγορίες, τις οποίες είχαν αρνηθεί, ωστόσο η Αστυνομία οδηγήθηκε σε αυτούς μετά την κατάθεση του δεσμοφύλακα που αναφέρθηκε σε επεισόδιο που προηγήθηκε και μετά τον εντοπισμό μηνυμάτων.
Στον τρίτο, η Αστυνομία και η Κατηγορούσα Αρχή του απέδιδε τον ρόλο του δράστη της βομβιστικής επίθεσης, λόγω του ότι κατείχε μοτοσικλέτα που ομοιάζει με αυτή που οδηγούσε ο βομβιστής, ενώ είχε αντιδράσει με «φατσούα» σε ηχητικό μήνυμα που του είχε αποσταλθεί από τον ένα εκ των δύο κρατουμένων, που του έλεγε πως «ο ... (πρώτος ύποπτος) ψάχνει πιο δυνατά εκρηκτικά να ξανά κάνει δουλειά».
Τελικά, παρά το γεγονός πως με την ίδια μαρτυρία η Αστυνομία και η Εισαγγελία θεωρούσε πως θα μπορούσε να στοιχειοθετήσει την υπόθεση, εν τέλει, με την ίδια μαρτυρία, ένα χρόνο μετά αποφάσισε ακριβώς το αντίθετο, με τον τρίτο κατηγορούμενο να είναι αυτός που επηρεάστηκε περισσότερο από όλους, δεδομένου πως παρέμεινε υπόδικος για οκτώ μήνες. Είναι για αυτό το λόγο που αποτάθηκε σε δικηγόρο και εξετάζονται νομικά μέτρα εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας, ενώ παρά το γεγονός ότι η υπόθεση έκλεισε από τον Οκτώβριο του 2025, αυτό που τονίζεται από νομικής πλευράς, είναι πως ακόμη δεν του έχουν επιστραφεί ως έπρεπε τα δύο κινητά που του κατασχέθηκαν ως τεκμήρια, με την Αστυνομία να τον ενημερώνει πως αναμένουν τον φάκελο από την Νομική Υπηρεσία.
Σε αυτό το πλαίσιο, στην εξίσωση προστίθεται και η καταγγελία στην οποία προέβη ο πρώην κατηγορούμενος ενώπιον της Ανεξάρτητης Αρχής Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας (ΑΑΔΙΠΑ), πριν από περίπου ένα χρόνο, η οποία ουδέποτε διερευνήθηκε παρά το παράπονο που υποβλήθηκε.
Συγκεκριμένα, τόσο ο κατηγορούμενος όσο και ο γείτονας του (σ.σ συνελήφθη για την ίδια υπόθεση και τρεις μέρες μετά αφέθηκε ελεύθερος αφού δεν προέκυψε οτιδήποτε), κατήγγειλαν τα μέλη της Αστυνομίας για τον τρόπο που εισήλθαν στην οικίες του, αφού όπως ισχυρίζονται, εισήλθαν στα υποστατικά τους σπάζοντας της πόρτες και προκαλώντας ζημιές, κάτι - που κατά τη θέση τους - ήταν αχρείαστο, αφού δεν το δικαιολογούσαν οι περιστάσεις.
Η καταγγελία στην ΑΑΔΙΠΑ έγινε τον Νοέμβριο του 2025, όπου μεταξύ άλλων αναφαίρετο ότι τα μέλη της Αστυνομίας, «οπλοφορώντας και φορώντας κουκούλες», εισέβαλαν στην οικία του νεαρού, ο οποίος είναι πατέρας δύο ανήλικων παιδιών και διαμένουν στην οικία του, προκειμένου να τον συλλάβουν. «Αυτά συνέβησαν στις 26/7/2024 όταν εισήλθαν μετά βίας και χωρίς να χτυπήσουν το κουδούνι. Ωστόσο, λίγα δευτερόλεπτα πριν εισέλθουν και χωρίς να αντιληφθεί τι συνέβαινε, τους φώναξε ποιος;, έρχομαι να σας ανοίξω, σκορπώντας με αυτό τον τρόπο τον φόβο και τον πανικό αφού τέτοιες πρακτικές αντιβαίνουν κάθε νομιμότητας και ομοιάσουν με βαρβαρότητες», αναφέρει μεταξύ άλλων η καταγγελία.
Την επόμενη ημέρα, μέλος της ΑΑΔΙΠΑ επικοινώνησε με συγγενικό πρόσωπο του κατηγορούμενου που υπέβαλε την καταγγελία, όπου το ρώτησε για το τμήμα της Αστυνομίας που πραγματοποίησε την έρευνα, ενώ εκ τότε δεν δρομολογήθηκε η διερεύνηση της καταγγελίας, αφού ακόμη δεν κλήθηκαν για καταθέσεις οι παραπονούμενοι, αν και έχει παρέλθει ένας χρόνος. Μάλιστα, η πλευρά του κατηγορούμενου έχει την ημερομηνία, το τηλέφωνο και το πρόσωπο από την ΑΑΔΙΠΑ που επικοινώνησε μαζί τους, όπως και την καταγγελία που υπέβαλαν και μέσω δικηγόρου εξετάζουν τα νομικά μέτρα, ενώ δεν αποκλείεται να προχωρήσουν με καταγγελία στην Αρχή κατά της Διαφθοράς, όπου μεταξύ άλλων, θα καταγγέλλονται και οι ενέργειες της Αρχής.
Σημειώνεται επίσης, πως το εν λόγω πρώην κατηγορούμενος, κατά τη διάρκεια της κράτησης του ως υπόδικος στις Φυλακές, είχε προβεί σε καταγγελία στην Επίτροπο Διοικήσεως σε σχέση με τις συνθήκες κράτησης του. Μεταξύ άλλων, κατήγγειλε πως κρατείτο στην πτέρυγα 4, παρά το γεγονός πως δεν ήταν κατάδικος αλλά υπόδικος και χωρίς να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε προβλήματα υγείας, καθώς στην εν λόγω πτέρυγα κρατούνται ευάλωτα πρόσωπα, ενώ κατήγγειλε πως η κράτηση του στην συγκεκριμένη πτέρυγα, χωρίς την συγκατάθεση του, δεν αιτιολογείται και είναι τιμωρητική από πλευράς του Τμήματος Φυλακών προς τον συγκεκριμένο κρατούμενο, σημειώνοντας πως η στάση της Διεύθυνσης καταπατά τα δικαιώματα του.
Παράλληλα, στην καταγγελία που υποβλήθηκε, αναφέρεται πως έγιναν σχετικά διαβήματα στην Διεύθυνση των Φυλακών χωρίς καμία ανταπόκριση, εξού και ζητείται η παρέμβαση της Επιτρόπου Διοικήσεως, στην οποία τέθηκαν υπόψη οι συνέπειες που απορρέουν από τέτοιες καταστάσεις (καταναγκαστικές συμπεριφορές, απομόνωση, εγκλεισμός), καλώντας την στις δέουσες ενέργειες.











