Αφορμή του παρόντος άρθρου, έδωσε η θέση του Υπουργού Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξης κ. Φυτιρή, ημερομηνίας 2/01/2026 αναφερόμενος στα μέλη της Αστυνομίας ότι «πειθαρχημένος είναι αυτός που ακόμη και να διαφωνεί, εκτελεί χωρίς αντιλογία τη διαταγή που του δίνεται από τον προϊστάμενό του».
Η εν λόγω θέση είναι ελλιπής. Θα ήταν ολοκληρωμένη αν συνοδευόταν από το δεύτερο μισό της το οποίο παραλείφθηκε από τον Υπουργό. Πειθαρχημένος είναι αυτός που εκτελεί τις νόμιμες διαταγές. Υπάρχουν οι νόμιμες και οι παράνομες διαταγές.
Το νομικό ερώτημα που προκύπτει από την προαναφερθείσα θέση του Υπουργού, είναι κατά πόσο το πειθαρχημένο μέλος της Αστυνομίας είναι υποχρεωμένο, να εκτελεί οποιαδήποτε διαταγή του δοθεί από άλλο μέλος της Αστυνομίας ιεραρχικά προϊστάμενο ή αν πρέπει να εκτελεί μόνο τις νόμιμες διαταγές.
Στο παρόν άρθρο, δεν εκφράζεται άποψη κατά πόσο η απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας για αλλαγή ωραρίου συγκεκριμένων μελών της Αστυνομίας είναι ή δεν είναι παράνομη.
Στον Περί Αστυνομίας Νόμο του 2004 (73(I)/2004), ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στο άρθρο 24 με πλαγιότιτλο «Γενικές εξουσίες και καθήκοντα μελών της Αστυνομίας» και πιο συγκεκριμένα στην πρώτη και δεύτερη παράγραφο καθορίζονται τα ακόλουθα:
«Κάθε μέλος της Αστυνομίας ασκεί τέτοιες εξουσίες και εκτελεί τέτοια καθήκοντα που δυνατό να ανατίθενται ή επιβάλλονται σε μέλος της Αστυνομίας βάσει οποιουδήποτε νόμου και υπακούει σε όλες τις νόμιμες διαταγές σε σχέση με την άσκηση του αξιώματός του, τις οποίες δύναται από καιρό σε καιρό να λαμβάνει από τους ανωτέρους του στην Αστυνομία.
Είναι καθήκον κάθε μέλους της Αστυνομίας πρόθυμα να υπακούει και να εκτελεί όλες τις διαταγές και εντάλματα που νόμιμα εκδίδονται σε αυτόν από οποιαδήποτε αρμόδια αρχή, να συλλέγει και να μεταδίδει πληροφορίες που επηρεάζουν τη δημόσια γαλήνη και την ασφάλεια της Κυπριακής Δημοκρατίας, να εμποδίζει τη διάπραξη αδικημάτων και δημόσιας οχληρίας, να ανακαλύπτει και να προσάγει παραβάτες ενώπιον της δικαιοσύνης και να συλλαμβάνει όλα τα πρόσωπα τα οποία είναι νόμιμα εξουσιοδοτημένος να συλλαμβάνει, για τη σύλληψη των οποίων υπάρχει ικανοποιητικός λόγος.»
Διαπιστώνεται ότι στο άρθρο 24 ο νομοθέτης έθεσε περιορισμό στο μέλος της Αστυνομίας που εκδίδει διαταγή αυτή να είναι νόμιμη. Ως επίσης ο νομοθέτης έδωσε το δικαίωμα σε εκείνο το μέλος της Αστυνομίας στο οποίο απευθύνεται η εν λόγω διαταγή να την εκτελέσει μόνο αν αυτή είναι νόμιμη.
Στο άρθρο 29 του πιο πάνω νόμου, με πλαγιότιτλο «Καθήκον της Αστυνομίας να τηρεί την τάξη σε δημόσιους δρόμους» και συγκεκριμένα στην δεύτερη και τρίτη παράγραφο καθορίζονται τα ακόλουθα:
«Πρόσωπο το οποίο ανθίσταται ή παρακούει οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή που δίνεται από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του βάσει του άρθρου αυτού, δύναται να συλληφθεί χωρίς ένταλμα, εκτός αν δώσει το όνομα και τη διεύθυνσή του και διαφορετικά ικανοποιήσει το μέλος της Αστυνομίας ότι θα συμμορφωθεί δεόντως σε οποιαδήποτε κλήση ή άλλη διαδικασία η οποία δυνατό να εγερθεί εναντίον του.
Πρόσωπο το οποίο ανθίσταται ή παρακούει οποιαδήποτε νόμιμη διαταγή που δίνεται από μέλος της Αστυνομίας κατά την εκτέλεση του καθήκοντός του βάσει του άρθρου αυτού είναι ένοχο αδικήματος και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση για περίοδο που δεν υπερβαίνει τους δώδεκα μήνες ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές.»
Διαπιστώνεται ότι στο άρθρο 29 ο νομοθέτης στην προσπάθεια του να προστατεύσει τον πολίτη από αυθαιρεσία, έθεσε περιορισμό στο μέλος της Αστυνομίας που εκδίδει διαταγή προς αυτόν, η διαταγή να είναι νόμιμη.
Στην Αστυνομική Διάταξη αρ.1/1 με τίτλο «ΔΙΑΤΑΓΕΣ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΕΛΗ ΤΗΣ ΑΣΤΥΝΟΜΙΑΣ ΕΙΔΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΥΡΟΤΗΤΑ ΔΙΑΤΑΓΩΝ» καθορίζονται τα ακόλουθα σχετικά:
«Όλες οι νόμιμες διαταγές, γραπτές ή προφορικές, πρέπει να τηρούνται αυστηρά από όλους. Ανυπακοή στις διαταγές αποτελεί παράπτωμα, σύμφωνα με τον περί Αστυνομίας Νόμο και Κανονισμούς.»
Στην υπόθεση Χρίστου ν. Δημοκρατίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 43, έγινε αναφορά στη Grigoropoullos v. Republic (1984) 3 C.L.R. 449 και σε όλη την προγενέστερη νομολογία που αναφέρεται στις προσταγές των ανωτέρων. Στην τελευταία υπόθεση επισημάνθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«διαταγή ανωτέρου στο στράτευμα, την αστυνομία ή άλλη κρατική Αρχή, δεν παρέχει, λόγω της προέλευσής της και μόνο, νομικό έρεισμα για την εκτέλεσή της. Συναρτάται η νομική της ισχύς με την εξουσιοδότηση που παρέχει το δίκαιο για την έκδοση της. Παράνομη διαταγή ανωτέρου μπορεί να αγνοηθεί με ασφάλεια· μάλιστα αναμένεται η απόρριψή της, εκδήλωση υπακοής στο νόμο και υποστήλωσης του κράτους δικαίου.»
Στην υπόθεση ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΦΥΡΙΛΛΑ v. ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΜΕΣΩ ΥΠΟΥΡΓΟΥ ΑΜΥΝΑΣ, Έφεση κατά απόφασης Διοικητικού Δικαστηρίου Αρ. 3/18, 12/12/2023, το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο επεσήμανε τα εξής σχετικά:
«Για τη σημασία της συμμόρφωσης στις διαταγές ανωτέρων στο στράτευμα παραθέτουμε τα εξής τόσο ευστόχως διατυπωθέντα υπό του Cory, J., από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου του Καναδά στην υπόθεση R. v. Finta [1994] 1 SCR 701:
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Η όλη έννοια της στρατιωτικής οργάνωσης βασίζεται στην άμεση, χωρίς συζήτηση, υπακοή στις διαταγές των ανωτέρων. Ας λάβουμε ως δεδομένο ότι ο στρατός έχει ως σκοπό την προστασία της φυσικής ακεραιότητας του έθνους, των συνόρων και του λαού του. Οι διαταγές του επικεφαλής του στρατεύματος πρέπει να εκτελούνται καθόλη τη δομή διοίκησης. Ο διοικητής συντάγματος θα πρέπει να εκτελεί τις διαταγές του διοικητή ταξιαρχίας, ο διοικητής του λόχου αυτές του διοικητή του τάγματος και οι διμοιρίτες τις διαταγές των διοικητών του λόχου. Η υποχρέωση για άμεση συμμόρφωση σε διαταγή ανωτέρου ισχύει κατακόρυφα μέχρι τη χαμηλότερη στρατιωτική μονάδα. Η στρατιωτική παράδοση και ο πρώτιστος σκοπός της στρατιωτικής εκπαίδευσης είναι να εμπεδώσει σε κάθε νεοσύλλεκτο την αναγκαιότητα να συμμορφώνεται στις διαταγές αμέσως και χωρίς δισταγμό. Αυτός είναι στην πραγματικότητα ο μόνος τρόπος δια του οποίου μια στρατιωτική μονάδα μπορεί να λειτουργήσει αποτελεσματικά. Για να επιτευχθεί η άμεση εκτέλεση των διαταγών η στρατιωτική πειθαρχία αποβλέπει στην τιμωρία εκείνων οι οποίοι δεν συμμορφώνονται προς τις διαταγές που λαμβάνουν. Σε καιρό δράσης, η ζωή κάθε μέλους της μονάδας μπορεί να εξαρτάται από την άμεση συμμόρφωση στις διαταγές, έστω και αν οι διαταγές αυτές αργότερα, κατόπιν νηφάλιας δεύτερης σκέψης, δυνατόν να φανούν αχρείαστα σκληρές.»»
Δηλαδή έχουν διαφορετική εμβέλεια οι στρατιωτικές διαταγές σε σύγκριση με τις Αστυνομικές διαταγές. Αυτό είναι φυσιολογικό αφού το στράτευμα είναι υπεύθυνο για την εξωτερική ασφάλεια του κράτους ενώ η Αστυνομία για την εσωτερική ασφάλεια.
Εκείνο το οποίο κρίνεται στο Δικαστήριο στην περίπτωση όπου προσβάλλεται ως παράνομη μια διαταγή είναι κατά πόσο η εν λόγω διαταγή είναι όχι απλώς παράνομη αλλά προδήλως παράνομη. Αν είναι τέτοια δεν εκτελείται.
Στην προκειμένη περίπτωση, αν η απόφαση του Αρχηγού Αστυνομίας θεωρηθεί από κάποια μέλη της Αστυνομίας ως παράνομη θα πρέπει αυτή να εκτελείται μέχρι να αποφασίσει το Δικαστήριο την νομιμότητα της. Μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης η απόφαση τεκμαίρεται ως νομίμως εκδοθείσα.
Δημήτρης Απαισιώτης - Δικηγόρος











