Δευτέρα 16 Σεπ, 2019 | Επικοινωνία
trans gif

Τον πυροβόλησε το ’74, γνωρίστηκαν 35 χρόνια μετά και έγιναν αχώριστοι φίλοι

Φοινιώ Σάββα  16/08/2019 07:56
Τον πυροβόλησε το ’74, γνωρίστηκαν 35 χρόνια μετά και έγιναν αχώριστοι φίλοι

Τον πυροβόλησε το ’74, γνωρίστηκαν 35 χρόνια μετά και έγιναν αχώριστοι φίλοι

Φοινιώ Σάββα  16/08/2019 07:56
Σαράντα πέντε χρόνια μετά τη βάρβαρη τουρκική εισβολή, η Κύπρος ακόμη μετρά τις πληγές της. Πληγές που άνοιξαν το μαύρο εκείνο καλοκαίρι του 1974, και που εξακολουθούν μέχρι σήμερα να αιμορραγούν.  
 
Το 1974 ο Γιάννης Μαραθεύτης ήταν στρατιώτης και θα απολυόταν στις 20 Ιουλίου. Την μέρα, δηλαδή που εκδηλώθηκε η πρώτη φάση της τουρκικής εισβολής. Ο Γιάννης, βρέθηκε στην πρώτη γραμμή του πολέμου, πολεμώντας ενάντια στις τουρκικές δυνάμεις. Βρέθηκε στην επίθεση στη Λεύκα, όπου τραυματίστηκε στο κεφάλι από σφαίρα Τουρκοκύπριου λοχαγού.

Τριανταπέντε χρόνια μετά, συνάντησε τον στρατιωτικό που τον τραυμάτισε, και από τότε έγιναν αχώριστοι φίλοι.

Ο Γιάννης Μαραθεύτης εξιστορεί στον REPORTER όλα όσα έζησε στην τουρκική εισβολή και πώς έγινε φίλος με τον άνθρωπο που παραλίγο να του πάρει τη ζωή.

20 Ιουλίου 1974… Η μέρα της απόλυσης
Ο κ. Μαραθεύτης θυμάται την ημέρα που θα απολυόταν από τον στρατό και θα το γιόρταζε με την οικογένεια και τους φίλους του. Όμως, όλα άλλαξαν όταν τα ξημερώματα της 20ης Ιουλίου 1974, ημέρα Σάββατο, οι τουρκικές ένοπλες δυνάμεις εισέβαλαν στην Κύπρο, με το πρόσχημα της ειρηνευτικής επέμβασης.

«Έγινε γενική επιστράτευση. Εγώ υπηρετούσα στο 216 Τάγμα Πεζικού, με έδρα το Διόριος. Η ειδικότητα μου ήταν ασυρματιστής και τεχνίτης τηλεπικοινωνιών. Πήραμε διαταγή και μετακινηθήκαμε από το στρατόπεδο στην περιοχή της Λεύκας και ο λόχος που υπηρετούσα πήρε διαταγή για επίθεση στη Λεύκα, από την ανατολική πλευρά. Η επίθεση έγινε τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου, με δύο λόχους των εβδομήντα ατόμων, άρα σύνολο εκατό σαράντα άτομα. Επικεφαλής ήταν ο υπολοχαγός Γιαννακόπουλος», αναφέρει ο κ. Μαραθεύτης.
 

Η επίθεση την ώρα που χάραζε το φως
Τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου έγινε η επίθεση. Ο Γιάννης Μαραθεύτης επεξήγησε πως την προηγούμενη νύχτα, είχαν πάει μια ομάδα στρατιωτών, με επικεφαλής το λοχαγό, για να κάνουν ένα έλεγχο της περιοχής και επιστρέφοντας πίσω, ο λοχαγός του είπε να στείλει σήμα προς τον διοικητή.

«Το σήμα εκείνο έλεγε πως για να πετύχει η επιχείρηση θα έπρεπε να έχουμε δύο-τρία άρματα μάχης, υποστήριξη πυροβολικού και ακόμη ένα λόχο. Όταν το έστειλα στο διοικητή, ο διοικητής μου είπε “δώσε μου το λοχαγό σου στον ασύρματο” και ο λοχαγός μου είπε “άστο, πες ότι είσαι εσύ ο λοχαγός”. Προσποιήθηκα τη φωνή του λοχαγού, καθώς με τον ασύρματο δεν ξεχώριζαν οι φωνές και η απάντηση που πήρα από το διοικητή ήταν κοφτή. “Κύριε λοχαγέ, τέτοια ώρα, τέτοια λόγια. Αυτά έχουμε, με αυτά θα πορευτούμε. Κατάλαβες;”. Όταν το έμαθε ο λοχαγός μου άρχισε να βρίζει Θεούς και δαίμονες», θυμάται ο Γιάννης Μαραθευτής, σημειώνοντας πως ο λοχαγός του έδωσε το σημείωμα με το σήμα για να το φυλάξει, και του είπε: «Φύλαξε το και αν σκοτωθώ στη μάχη, να ξέρουν ποιος φταίει».

Οι ώρες περνούσαν και έφτασε η ώρα της επίθεσης. Ο Γιάννης Μαραθεύτης θυμάται πως ο λοχαγός του, ο λοχαγός Γιαννακόπουλος, είπε στο βοηθό του, τον Γιώργο Αντωνιάδη «αν τραυματιστώ στη μάχη, να μου δέσεις την πληγή, να με πάρεις από τις μασχάλες και να με τραβήξεις πίσω», και σκέφτηκε «αν τραυματιστώ εγώ ποιος θα με βοηθήσει;».

«Από τη θέση που ήμασταν, σε ένα ύψωμα, κατεβήκαμε σε μια κοιλάδα και κατηφορίσαμε προς τις θέσεις των Τουρκοκύπριων. Ανεβήκαμε την ανηφόρα και εκεί είδα κάτι τεράστια κόκκινα πανιά, στερεωμένα με πέτρες. Μετά το κατάλαβα ότι ήταν αναγνωριστικά σημεία της τουρκικής αεροπορίας να μην βομβαρδίζουν από εκείνο το σημείο και πάνω, γιατί ήταν θέσεις των Τουρκοκύπριων. Όταν φτάσαμε μια απόσταση από τα ορύγματα των Τούρκων, άρχισαν να πέφτουν πυκνά, ομαδικά πυρά από τους Τούρκους. Έγινε ένα πανδαιμόνιο. Τότε άρχισε και ο λόχος υποστήριξης ο δικός μας να βάλλει, μόνο που τα βλήματα έπεφταν ακριβώς μπροστά μας. Ο λοχαγός είπε, επί λέξη, δεν θα το ξεχάσω: “Πες τους να σταματήσουν να βάλλουν, επειδή χτυπούν εμάς”. Αυτό και έγινε».

Ο Γιάννης Μαραθεύτης, εν τω μεταξύ, λόγω της ειδικότητάς του ως ασυρματιστής, ενημερωνόταν συνεχώς για τραυματίες και νεκρούς και δεν ήξερε τι να κάνει και πώς να απαντήσει.

«Οι Τούρκοι ήταν σε πλεονεκτική θέση από εμάς, καθώς σαν αμυνόμενοι ήταν οχυρωμένοι σε ορύγματα και ήξεραν σπιθαμή προς σπιθαμή την περιοχή, σε αντίθεση με εμάς που ήμασταν εκτεθιμένοι. Εγώ είχα τον ασύρματο στην πλάτη, με τρία μέτρα κεραία και το όπλο. Σε κάποια στιγμή, ο λοχαγός είχε κάνει κίνηση βαρελάκι και μεταφέρθηκε λίγο πιο μακριά από εκεί που μας έβαλλαν και του έφυγε μια χειροβομβίδα από τις δύο που είχε στη στολή του κρεμασμένες. Και σκέφτηκα πως αν την κτυπήσει καμιά σφαίρα, δεν γλυτώνουμε».

Ο τραυματισμός
Ο αγωνιστής του πολέμου θυμάται πως τραυματίστηκε στο κεφάλι, την ώρα που επιχείρησε με τον συναγωνιστή του να αλλάξουν θέση για να μην κτυπηθούν.

«Ο φίλος μου Χαράλαμπος κτυπήθηκε, με δύο βλήματα στα πόδια και με μια σφαίρα στην κοιλιά. Εγώ καθώς έτρεξα, με έπιασε μια ριπή στο κεφάλι και έπεσα μπρούμητα. Εκεί που έπεσα, άκουσα ένα θόρυβο και κατάλαβα ότι κτυπήθηκα. Το αίμα έτρεχε από το κεφάλι μου, ζαλίστηκα, αλλά δεν έχασα τις αισθήσεις μου. Έβγαλα το κράνος και είδα πως ήταν τρυπημένο. Αναγκαστικά άφησα το κράνος, άφησα το όπλο και τον ασύρματο και κινήθηκα προς τα πίσω. Ότι δεν τραυματίστηκα από άλλη σφαίρα ήταν θαύμα», εξιστορεί.

«Έφτασα στα κόκκινα πανιά και εκεί δεν μπορούσε να με κτυπήσει κατευθείαν σφαίρα. Έφτασα στην κοιλάδα και προβληματιζόμουν αν έπρεπε να πάω μέχρι τα δικά μας σημεία, καθώς θα έπρεπε να ανέβω το βουνό για να φτάσω στα φυλάκια μας και φοβόμουν πως δεν θα τα κατάφερνα. Κινήθηκα βόρεια προς το Περιστερωνάρι για να ανέβω το λόφο από εκεί. Όταν πλησίασα στο Περιστερωνάρι, είδα εκεί φαντάρους και κάτι πλινθόκτιστα σπίτια να τα καίνε. Δεν ήξερα αν ήταν Έλληνες ή Τούρκοι. Οπισθοχώρησα και έμεινα ώρες εκεί. Προχώρησα και είδα σε κάποιο σημείο το δικό μας λόχο υποστήριξης. Φώναξα βοήθεια και έτρεξε να με βοηθήσει ένας πολύ καλός μου φίλος, ο οποίος με βοήθησε να ανέβω στο σημείο που ήταν ο λόχος υποστήριξης».

Απ' εκεί και πέρα, εξιστορεί ο κ. Μαραθεύτης, τους έβαλαν σε ένα στρατιωτικό αυτοκίνητο και τους πήραν στα νοσοκομεία. Αρχικά στη Σκουριώτισσα για πρώτες βοήθειες, μετά στον Αμίαντο και στην Κυπερούντα, καθώς και στη Λευκωσία. Μέχρι τις 29 Αυγούστου ο Γιάννης Μαραθεύτης έμεινε στο νοσοκομείο και μετά την απόλυσή του από τον στρατό, πήγε στην Αθήνα για σπουδές.

Το βιβλίο του Πανίκου Νεοκλέους
Πέρασαν τα δύσκολα χρόνια της εισβολής, ο Γιάννης Μαραθεύτης έχει προχωρήσει τη ζωή του, προσπαθώντας να ξεχάσει τι έγινε στον πόλεμο και να τα θάψει μέσα του.

Τριαντατέσσερα χρόνια αργότερα, το 2008, το βιβλίο του συνταξιούχου εκπαιδευτικού Πανίκου Νεοκλέους, έμελλε να του αλλάξει τη ζωή.
 
«Ο Πανίκος Νεοκλέους ήθελε να καταγράψει μαρτυρίες του πολέμου από τους απλούς φαντάρους που έζησαν τον πόλεμο και πολέμησαν στην πρώτη γραμμή. Γύρισε την Κύπρο ολόκληρη και μάζεψε 135 συνεντεύξεις και από αυτές στο βιβλίο περιείχαν 50 μαρτυρίες. Μέσα σε αυτές ήταν και η δική μου για τη μάχη της Λεύκας και φαίνεται πως επικράτησε η δική μου γιατί ήμουν ο ασυρματιστής και ήξερα όλες τις λεπτομέρειες, επειδή ήμουν και δίπλα από το λοχαγό», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Ένα χρόνο αργότερα το βιβλίο του κ. Νεοκλέους μεταφράστηκε στα τούρκικα και κυκλοφόρησε στα κατεχόμενα. Και έπεσε στα χέρια του Φετίχ Ακιντζί.

«Όταν διάβασε την μαρτυρία μου ο Φετίχ, ο οποίος ήταν ο Τουρκοκύπριος που εκτελούσε χρέη λοχαγού εκεί που κάναμε την επίθεση, είπε ότι τα πράγματα έγιναν όπως τα περιέγραψα, χωρίς υπερβολές, με πάσα λεπτομέρεια. Όταν το διάβασε, τα μεσάνυχτα, τηλεφώνησε στον συγγραφέα και του είπε “είμαι εγώ που πυροβόλησα το Γιάννη Μαραθεύτη και θέλω να τον γνωρίσω”, γιατί μέχρι στιγμής πίστευε πως ήμουν νεκρός».

Όπως επεξήγησε ο αγωνιστής του πολέμου, ο συγγραφέας είπε στον Τουρκοκύπριο πρώην λοχαγό του πολέμου να περιμένει μέχρι το πρωί για να ενημερωθεί και ο ίδιος για το θέμα.

«Την άλλη μέρα με πήρε τηλέφωνο ο Πανίκος και μου λέει “κάθεσαι ή στέκεσαι;” και του λέω “ό,τι έχεις να μου πεις, πες το”. Μου το λέει. Είχα δισταγμούς. Προσπάθησα να σκεφτώ τι να κάνω. Το συζήτησα με τη γυναίκα μου, με κάποιους φίλους. Ο Πανίκος Νεοκλέους με έπαιρνε συνεχώς τηλέφωνο και του είπα εντάξει να συναντηθούμε», θυμάται ο Γιάννης Μαραθεύτης.

Η συνάντηση έγινε τελικά στον τόπο που επέλεξε ο ίδιος, σε ένα καφενείο στην ελεύθερη Λευκωσία, δίπλα από το οδόφραγμα της οδούς Λήδρας.

Στις 6 Αυγούστου 2009, στις 7:00 το απόγευμα
Η συνάντηση έκλεισε να γίνει στις 6 Αυγούστου 2009, στις 7:00 το απόγευμα. Ο Γιάννης Μαραθεύτης πήγε στην συνάντηση μαζί με ένα παιδικό του φίλο, ενώ ο Τουρκοκύπριος συνοδευόταν από άλλους τρεις. Μαζί τους ήταν και ο συγγραφέας του βιβλίου και συνολικά ήταν επτά άτομα.

« Ο Φετίχ είχε στο χέρι του ένα δεντράκι ελιάς. Καθίσαμε και ήπιαμε τον καφέ μας. Η πρώτη μου έγνοια ήταν να δω αν πράγματι ήταν ο Φετίχ που με πυροβόλησε ή κάποιος άλλος. Έπρεπε να κάνω κάποιες ερωτήσεις για να το διαπιστώσω. Τον ρώτησα τι ώρα έγινε η επίθεση, απάντησε, ποια μέρα και από ποια πλευρά της Λεύκας και απάντησε σωστά. “Πώς με είδες”, τον ρώτησα, ”γυάλιζε το κράνος σου” απάντησε. Εμείς δεν φορούσαμε παραλλαγή, η στολή μας ήταν καταπράσινη και μέσα στα ξερά χόρτα ήμασταν στα τη μύγα στο γάλα. Επιπρόσθετα, είχα στην πλάτη μου», σημείωσε ο κ. Μαραθεύτης.

«Τον ρώτησα “βρήκες το κράνος μου, πόσες σφαίρες είχε;”, “μια”, ”ο ασύρματος, ποιος ήταν;” τον ρώτησα, καθώς μπλόφαρα εγώ και του είπα ότι ήταν ο μικρός ασύρματος της μέσης. “Όχι ήταν ο μεγάλος”, ανέφερε ο Φετίχ».

Η πρώτη τους συνάντηση, τονίζει ο κ. Μαραθεύτης διήρκησε περισσότερο από δύο ώρες και όταν τελείωσαν, ήταν λες και οι δύο τους ήταν πολύ καλοί φίλοι.

Η δεύτερη συνάντηση
Η δεύτερη συνάντηση καθορίστηκε για τις 29 Αυγούστου 2009, ημέρα Σάββατο. Ο κ. Μαραθεύτης, συνοδευόμενος από την οικογένειά του και δύο φίλους του, έφτασε στο οδόφραγμα του Αγίου Δομετίου, για να πάνε με το Φετίχ στο σημείο της μάχης.

«Όταν έφτασα εκεί, εξεπλάγησα που είδα εκεί πολλούς δημοσιογράφους και κανάλια και από τη δική μας πλευρά και από την άλλη. Ξεκινήσαμε για τη Λεύκα. Περάσαμε την Πεντάγια και φτάσαμε στον τόπο της μάχης. Οι μνήμες ξαναζωντάνεψαν. Θυμήθηκα που είχαμε φτάσει, που τραυματίστηκα, που είχε το πολυβολείο του ο Φετίχ».

Πρωτοσέλιδα και ντοκιμαντέρ
Η ιστορία τους έπαιξε πρώτη είδηση στα δελτία ειδήσεων εκείνης της ημέρας, ενώ την επόμενη ήταν πρωτοσέλιδο σε πολλές εφημερίδες.

«Η ιστορία μας έγινε και ντοκιμαντέρ, δύο για την ακρίβεια. Μας κάλεσαν σε αρκετά σχολεία παγκύπρια για να μιλήσουμε, τόσο σε ελεύθερες περιοχές, όσο και στις κατεχόμενες».

Το μήνυμα για τη λύση
Ο Γιάννης Μαραθεύτης στέλνει το δικό του μήνυμα για τη λύση του Κυπριακού.

«Όποια λύση και να βρεθεί, αν δεν υπάρχει και η κατανόηση των απλών ατόμων, του Φετίχ με τον Γιάννη, του παπά με του χότζια, της Μαρίας με την Αϊσιέ, δεν θα είναι βιώσιμη. Αρκετοί με ρωτούν “Δεν κρατά κακία εκείνου που μπορούσε να σε σκοτώσει;”. Θα μπορούσα να τον σκοτώσω και εγώ. Ήταν πόλεμος, ο θάνατός σου η ζωή μου».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας