Σάββατο 21 Σεπ, 2019 | Επικοινωνία
trans gif

Σαράντα πέντε χρόνια με του καιρού δεμένοι τις κλωστές… Τρεις ιστορίες προσφύγων

Μικαέλλα Λοΐζου   20/07/2019 06:54
Σαράντα πέντε χρόνια με του καιρού δεμένοι τις κλωστές… Τρεις ιστορίες προσφύγων

Σαράντα πέντε χρόνια με του καιρού δεμένοι τις κλωστές… Τρεις ιστορίες προσφύγων

Μικαέλλα Λοΐζου   20/07/2019 06:54
Η Κύπρος θρηνεί. Σαράντα πέντε χρόνια μετά την βάναυση τουρκική εισβολή της 20ης Ιουλίου του 1974 κι η πληγή παραμένει ανοικτή. Ο πόθος της επιστροφής παραμένει άσβεστος. Τα συναισθήματα παραμένουν αναλλοίωτα.
 
Οι μνήμες μας κρατούν εκεί... Στο λιμανάκι της Κερύνειας, στην ακρογιαλιά της Αμμοχώστου, στους ανθούς της Μόρφου. «Με του καιρού δεμένος τις κλωστές», κατά που θα’ λεγε ο ποιητής, το παρελθόν ενώνεται με το παρόν και καθορίζει το μέλλον μας.
 
Οι μνήμες… Οι κλωστές μας… Το άσβεστο καντήλι του πόθου για επιστροφή…
 
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Οι μάχες σώμα με σώμα στο Κοτζά Καγιά και μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία
 
Τρεις πρόσφυγες μοιράζονται με τον REPORTER τις μνήμες τους από τις μαύρες ημέρες της εισβολής. Μοιράζονται τις κλωστές τους…  
 
Βγήκαμε να δούμε το αεροπλάνο
«Κατάγομαι από το Λευκόνοικο, ήμουν 11 χρονών μωρό τότε», λέει η Φωτούλλα Κυπριανού. «Από τη Μεσαορία δεν περνούσαν τότε και πολλά αεροπλάνα. Ακούσαμε θόρυβο αεροπλάνων και εμείς σαν μωρά τρέξαμε να δούμε το αεροπλάνο και να το χαιρετίσουμε. Όμως καταλάβαμε ότι το αεροπλάνο εκείνο ήταν επικίνδυνο. Άρχισε να κατεβαίνει και να βομβαρδίζει…».
 
«Το χωριό μας είχε στρατόπεδο και γι’ αυτό δέχθηκε πολλούς βομβαρδισμούς. Αλλά, για καλή μας τύχη, είχαν κάνει τελευταίως ένα χοιροστάσιο με τσίγκους και από πάνω νόμιζαν ότι βομβάρδιζαν το στρατόπεδο, ενώ βομβάρδιζαν τα γουρούνια. Παρά ταύτα είχαμε απώλειες ανθρώπων», προσθέτει.
 
«Θυμάμαι τον τρόμο. Τον πανικό. Τις κραυγές. Φοβόμασταν πάρα πολύ. Μας βομβάρδιζαν. Πανικός… Μας βομβάρδιζαν επί 65 λεπτά. Τελείωσε εκείνος ο βομβαρδισμός και αρχίσαμε να ησυχάζουμε. Θυμάμαι τον κρότο των αεροπλάνων. Με το που τα ακούγαμε ξεκινούσαν τα παιδιά να τσιρίζουν», αναφέρει.
 
Τα εσώρουχα
Η κ. Κυπριανού μας εξιστόρησε και ένα απίστευτο παιγνίδι της τύχης: «Ακούγαμε από την τηλεόραση ότι μπήκαν οι Τούρκοι στην Κερύνεια. Ζητούσαν ρούχα για βοήθεια. Θυμάμαι που η μάμμα μου πακέταρε ρούχα μας και ρούχα δικά της. Και ύστερα μου είπε πως όλοι στέλνουμε ρούχα αλλά κανένας δεν σκέφτηκε να στείλει εσώρουχα. Είχε κάποια καινούρια, από αυτά που περνούσαν με παραμάνα και λάστιχο και έβαλε σε ένα κουτί λάστιχο, έβαλε την παραμάνα και τα εσώρουχα, για να μπορεί να τα χρησιμοποιήσει αυτή που θα τα έπαιρνε, και τα έδεσε όλα μαζί. Όταν φύγαμε από το Λευκόνοικο, στις 14 Αυγούστου, και φτάσαμε στη Λάρνακα, εκεί στο δημαρχείο μας καλούσαν οικογένεια οικογένεια και είχε ρούχα στο πάτωμα και σκύβαμε να πάρουμε. Η μάμμα μου ψάχνοντας βρήκε τα εσώρουχα της! Έκατσε πάνω στο βουνό με τα ρούχα και έκλαιγε. Νόμιζε ότι τα έδωσε για  να βοηθήσει άλλους και τα βρήκε εκείνη την στιγμή που δεν είχε ούτε ένα εσώρουχο να φορέσει…».
 
Η φιλοξενία των αγνώστων
Πέρασαν οι μέρες από εκείνους τους πρώτους βομβαρδισμούς, μέχρι που είδαν ένα πρωί αλεξιπτωτιστές έπεφταν οι αλεξιπτωτιστές στο Τζιάος. «Ήρθε ο τατάς μου, χτύπησε την πόρτα και είπε του παπά μου «θα μας καθαρίσουν ούλους». Νομίζαμε ότι θα φύγουμε και θα επιστρέψουμε και πήραμε πολύ λίγα πράγματα», θυμάται η Φωτούλλα Κυπριανού. 
 
Η μητέρα της ήταν εξαιρετική κεντήτρια, από τις καλύτερες του Λευκονοίκου στα λευκαρίτικα κεντήματα. «Στη βαλίτσα με τα ρούχα μας έβαλε πανί, μαζί με κλωστές, ψαλιδάκι κι ένα βελόνι, με την σκέψη ότι μπορεί να χρειαστεί να κάνει κεντήματα. Δεν ξέρω πώς το σκέφτηκε ήταν 28 χρονών». Η στιγμιαία αυτή σκέψη αποδείχθηκε εξαιρετικά σημαντική, λίγες ημέρες αργότερα.
 
«Μπήκαμε μια ολόκληρη γειτονιά πάνω στο φορτηγό. Κάναμε στάση στην Άχνα. Πρώτη φορά άκουγα αυτό το χωριό. Τους είπαμε ότι φύγαμε γιατί μας βομβάρδιζαν και μας είπαν ότι θα έφευγαν κι εκείνοι γιατί φοβούνταν. Προχώρησε ο τατάς μου με το φορτηγό και φτάσαμε στον καφενέ της Ξυλοτύμπου. Εκεί βρέθηκε μία γυναίκα και είπε «ελάτε να μπείτε μέσα στο σπίτι μου». Το σπίτι της γυναίκας ήταν έξω από το χωριό, κοντά σε μάντρες. Εκεί είχε τερατσιές και μια αποθήκη σιτηρών τεράστια. Μας την άνοιξε και είπε να μπούμε εκεί και μας έδειξε και το σπίτι. Εγώ ήμουν μικρή και με συμπάθησε. Είπε τα μωρά να έρθουν να κοιμηθούν μέσα στο σπίτι. Και θυμούμαι ότι έπεσα στο κρεβάτι της μαζί με τη γιαγιά μου. Μείναμε για τρεις ημέρες στο σπίτι αυτής της άγνωστης γυναίκας…», λέει,  μιλώντας για την φιλοξενία που έζησαν από ανθρώπους που δεν τους είχαν ξαναδεί.
 
Η αιχμαλωσία του πατέρα
«Η γιαγιά μου ήταν άρρωστη και έπρεπε να παίρνει ένα χάπι. Και είπε ο παπάς μου να επιστρέψουμε στο χωριό, να φέρουμε τρόφιμα και κουβέρτες, να ταΐσουμε τα ζώα και να πιάσουμε και τα χάπια της γιαγιάς. Και συμφώνησαν τέσσερα πρώτα ξαδέρφια του παπά μου να πάνε και να επιστρέψουν. Τους είχαν πει ότι δεν υπάρχει πρόβλημα να πάνε», λέει η κ. Κυπριανού, εξηγώντας πώς αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους ο πατέρας της.
 
«Μπήκαν στο χωριό. Γύρισε τη γειτονιά, τάισε όλα τα ζώα της γειτονιάς, τους έβαλε νερό να πίνουν μέχρι να επιστρέψουμε. Έπιασε παπλώματα, χαλούμια, τα φόρτωσαν στο αυτοκίνητο κα ξεκίνησαν να επιστρέψουν. Στον καφενέ υπήρχε μπλόκο των Τούρκων. Ο τατάς μου ήξερε τουρκικά γιατί δούλευε με Τ/κ. Τους εξήγησαν ότι πήγαν να πάρουν τα πράγματα τους και είπαν εντάξει, εσύ, εσύ κι εσύ να φύγετε και αυτός να μείνει. Αυτός που είπαν να μείνει ήταν ο πατέρας μου. Επειδή φαινόταν νέος του έλεγαν ότι έκαμε στρατό. Δεν ήταν αλήθεια αλλά δεν τον πίστευαν», αναφέρει.
 
«Από εκείνη τη στιγμή ο παπάς μου πιάστηκε αιχμάλωτος». Οι υπόλοιποι επέστρεψαν και δεν ήξεραν πώς  να το πουν στην οικογένεια:  «Πούντον άντρα μου;», ρώτησε η μητέρα της κ. Κυπριανού. «Της είπαν ότι τους είχαν πει να πάνε την επόμενη ημέρα να τον πάρουν. Τότε η  μάμμα μου κατάλαβε ότι ήταν αιχμάλωτος. Άρχισε η τραγωδία μας… Κλάματα και οδυρμούς. Τραβούσε η μάμμα μου τα μαλλιά της, χτυπούσε το αυτοκίνητο. Εμείς τα μωρά κλαίγαμε, καταλάβαμε ότι άλλαξε η ζωή μας. Νοιώθαμε απροστάτευτοι».
 
Η οικογένεια έφυγε από το σπίτι που τους φιλοξενούσε και πήγε να μείνει σε συγγενικό της πρόσωπο στη Λάρνακα. Οκτώ άτομα στριμώχτηκαν μέσα σε δύο δωμάτια σπίτι. Ο πατέρας της Φωτούλλας Κυπριανού άφαντος.
 
Η Παναγία και το ταξί
Οι μέρες που πέρασαν ήταν συγκλονιστικές για την οικογένεια: «Κάθε μέρα η μάμμα μου πήγαινε στον Ερυθρό Σταυρό και ρωτούσε αν είχαμε μήνυμα από τον παπά μου. Δεν ξέραμε τίποτα. Ύστερα από λίγες μέρες δηλώθηκε στην εφημερίδα ως αιχμάλωτος πολέμου. Είχαμε ακούσει ότι όταν δηλωθούν τα ονόματα, δεν θα μπορούσαν πλέον να τους κάνουν κακό και ανακουφιστήκαμε. Αλλά νέα του παπά μου δεν είχαμε καθόλου. Κάποιος μας είπε πως ήταν στα Άδανα». 
 
«Πέρασε καιρός για να έρθει μήνυμα ότι ήταν καλά. Δεν έπαιρνε τα δικά μας μηνύματα ούτε εκείνος και πίστευε ότι μπορεί να πάθαμε εμείς κακό. Τελικά τον πήραν στην Τουρκία για δυόμιση μήνες. Και ήταν από τους τυχερούς που επέστρεψαν», αναφέρει.
 
Εκείνο τον καιρό της αιχμαλωσίας του πατέρα της, ήταν που φάνηκε χρήσιμο το πανί και το βελονάκι. «Ενώ έλειπε ο παπάς μου δεν είχαμε να φάμε, σύστησε μια κυρία την μάμμα μου ότι είναι καλή κεντήτρια και η κοπέλα εκείνη της παράγγειλε κεντήματα. Έτσι αγοράζαμε φαγητό… με το βελονάκι», θυμάται η κ. Κυπριανού.
 
Η ημέρα που ξαναείδε τον πατέρα της θα της μείνει αξέχαστη. «Μας είπαν ότι στη Λάρνακα υπήρχε μία Παναγία, η Παναγία η Φανερωμένη, και κάνει θαύματα και πήγαμε και προσκυνήσαμε. Μόλις επιστρέψαμε από την εκκλησία, ανοίξαμε το ράδιο, καθώς ανακοινωνόταν μέσω ραδιοφώνου η ανταλλαγή αιχμαλώτων και ακούσαμε το όνομά του. Το άκουσε κι ένας συγγενής μας ταξιτζής και πήγε στη Λευκωσία και τον βρήκε. Περιμέναμε μέσα στον δρόμο να έρθουν, δεν δεχόμασταν να μπούμε μέσα στο σπίτι. Περιμέναμε να δούμε το ταξί…».
 
«Την μέρα που τον είδαμε ήταν λες και ξαναγεννηθήκαμε…», καταλήγει η Φωτούλλα Κυπριανού. 
 
Ρώτησα τι σημαίνει πρόσφυγας…
«Εγώ όλο το καλοκαίρι το έβγαζα με το μαγιό. Κάθε πρωί ξυπνούσα, έβαζα το μαγιό, βουτούσα τη θάλασσα και μετά έπινα το γάλα μου», θυμάται η Δέσπω Πρίκγη από την Αμμόχωστο. «Εκείνο το πρωί κάποιος είπε ότι ήρθαν τα αεροπλάνα. Στην αρχή δεν καταλάβαινα. Αλλά ύστερα ξεκίνησε να σείεται η γη. Να πέφτουν σοβάδες. Αυτά δεν είναι πράγματα που τα ξεχνάς».
 
«Παρόλο που μας βομβάρδιζαν στην πρώτη εισβολή εμείς δεν φύγαμε. Μαθαίναμε ιστορίες τι γινόταν στην Κερύνεια και παθαίναμε πανικό. Μέχρι που άκουσα την λέξη πρόσφυγας. Δεν την ήξερα και ρώτησα τον παπά μου τι σημαίνει… Είχαμε κάποια διαμερίσματα και τα δώσαμε σε κάποιους Κερυνειώτες να μείνουν προσωρινά… Μέχρι να παν στο σπίτι τους», θυμάται. Λίγες μέρες αργότερα έγιναν και οι ίδιοι πρόσφυγες.
 
Κόκκινο και μαύρο
«Μεταξύ πρώτης και δεύτερης εισβολής θυμάμαι πανικό, πολύ αίμα, ανασφάλεια. Ιστορίες βγαλμένες από έργα. Δεν είδαμε τους Τούρκους  μπροστά μας αλλά δεν χρειαζόταν. Ήταν τόσο βαριά αυτά που ακούγαμε και βλέπαμε, οι καπνοί από τις βόμβες… Κάθε μέρα μαθαίναμε ποιο σπίτι βομβάρδισαν, ποιος σκοτώθηκε», λέει η κ. Πρίγκη.
 
«Μέχρι την μέρα που φύγαμε δεν ξανανοιώσαμε ασφάλεια. Είχε εκεχειρία αλλά ακούγαμε συνεχώς πως οι Τούρκοι προχωρούν. Έπιασαν το τάδε χωριό. Ξαναγέμιζε το νοσοκομείο. Ξαναέφερναν κι άλλους τραυματίες στο Sandy Beach, απέναντι από το σπίτι μου. Το είχαν κάνει νοσοκομείο, έβαλαν την σημαία του Ερυθρού Σταυρού από πάνω και οι Τούρκοι το μετέτρεψαν σε στόχο. Γι’ αυτό και έπεφταν οι βόμβες γύρω μου», αναφέρει.
 
«Εκείνες τις ημέρες του πολέμου είδα τα πάντα. Είδα μία γυναίκα να γεννά στο Sandy Beach μόνη της, είδα τραύματα που δεν μπορώ να ξεχάσω. Ασχολούμαι με τη χαρακτική και στα έργα μου υπερισχύει το κόκκινο του αίματος και του μαύρου. Γι’ αυτό. Λόγω αυτών που έζησα… Θυμάμαι τον πατέρα μου να πηγαίνει να βοηθήσει και να έρχεται πίσω ολοκίτρινος…», προσθέτει.
 
Μας έδιναν φυλλάδια για την επιστροφή
«Δεν βλέπαμε τους Τούρκους αλλά μαθαίναμε τα πάντα. Έτσι πέρασαν οι μέρες μέχρι την ημέρα της δεύτερης εισβολής. Μας ξύπνησε ο παπάς μου και μας είπε θα φύγουμε, να πάμε στο Παραλίμνι, όπου ήταν το πατρικό του σπίτι, για να περάσουμε την ημέρα, επειδή θα ξαναξεκινούσαν οι βομβαρδισμοί. Πήγαμε για να μείνουμε μέχρι το απόγευμα και να επιστρέψουμε το βράδυ… Ακόμα να επιστρέψουμε», λέει η κ. Πρίγκη.
 
«Επειδή φύγαμε με αυτό το σκεπτικό, δεν πήραμε τίποτα μαζί μας. Την επομένη ήταν της Παναγίας, δεν είχαμε ρούχα. Η μάνα μου ήθελε να πάει να μας πάρει ρούχα αλλά ο παπάς μου δεν την έπαιρνε, γιατί ακούσαμε στον καφενέ ότι βομβαρδίστηκε το σπίτι μας. Τελικά πήγαν και πήραν μία βαλίτσα και την ώρα που έφυγαν άκουγαν τις ερπύστριες...», προσθέτει. 
 
Κι η ειρωνεία… «Μετά περνούσαν και μας έδιναν φυλλάδια. Τι να κάνουμε όταν θα επιστρέψουμε. Είχαμε φύγει από το Παραλίμνι και πήγαμε στο δασάκι της ΑΗΚ στη Δεκέλεια. Και έρχονταν τα Ηνωμένα Έθνη και μας έφερναν τα φυλλάδια με οδηγίες επιστροφής στην Αμμόχωστο και οι Τούρκοι ήταν στη Δερύνεια», θυμάται.
 
«Αυτές οι μνήμες με έχουν καθορίσει. Δεν είμαι αυτή που ήμουν, είμαι ένα άλλο άτομο. Ήμουν στην πρώτη  μου εφηβεία. Η ζωή μου είναι χωρισμένη στην Αμμόχωστο και μετά στην Αμμόχωστο. Υπάρχει ένα τεράστιο κενό από τη μία πλευρά της γραμμής στην άλλη και δεν μπορεί να ενωθεί. Δεν είναι μόνο η εμπειρία του πολέμου, είναι και το παρακάτω», καταλήγει.
 
Για τη δεύτερη πατρίδα
«20 Ιουλίου του 1974. Ήταν γύρω στις 5:30 η ώρα το πρωί. Τα τουρκικά πολεμικά αεροπλάνα εισέβαλαν στη Λάπηθο για αναγνώριση στόχων και να βομβαρδίσουν. Ο εκκωφαντικός τους θόρυβος μας ξύπνησε και βγήκαμε όλοι έξω για να δούμε τι συνέβαινε. Τότε με πλησίασε ο γείτονάς μου, ο Θεόδωρος, Ελλαδίτης παντρεμένος με συγχωριανή μας. Χωρίς δεύτερη σκέψη καταλάβαμε ότι ήταν τούρκικα αεροπλάνα. Του είπα ότι είμαι εθελοντής πυροσβέστης και πρέπει να πάω στη μονάδα μου στην πυροσβεστική υπηρεσία, που έδρευε στον αστυνομικό σταθμό της Λαπήθου». Έτσι ξεκινούν οι μνήμες του Ανδρέα Μούρεττου από τις μαύρες ημέρες της εισβολής.
 
«Ο Θεόδωρος μου ζήτησε να τον μεταφέρω κι αυτόν στον αστυνομικό σταθμό, για να υπηρετήσει κι αυτός τη δεύτερη του πατρίδα, όπως είπε. Του είπα ότι δεν είναι υπόχρεος αλλά αυτός επέμενε. Ξεκινήσαμε. Όταν φτάσαμε στον σταθμό βρήκαμε 40-50 περίπου εφέδρους, που ετοιμάζονταν να μεταβούν στα κέντρα για κατάταξη. Εκείνη την ώρα έκαναν την εμφάνισή τους τα πολεμικά αεροπλάνα. Ήταν γύρω στις 6:30 η ώρα. Άρχισαν οι βομβαρδισμοί. Τρία-τέσσερα αεροπλάνα πετούσαν τόσο χαμηλά, που νομίζαμε ότι θα έπεφταν πάνω μας. Βομβάρδιζαν ανελέητα. Όλοι τρομαγμένοι τρέχαμε να κρυφτούμε, να καλυφτούμε στα περβόλια ή οπουδήποτε αλλού μπορούσαμε να αποφύγουμε τα πυρά. Δυστυχώς ο γείτονάς μου είναι αγνοούμενος. Πραγματικά ήταν πατριώτης, ήθελε να υπηρετήσει τη δεύτερη του πατρίδα», τονίζει ο κ. Μούρεττος.
 
Η χαμένη κοπέλα
«Στις 23 Ιουλίου, όταν ήμουν στον αστυνομικό σταθμό της Λαπήθου, ήρθε μία κοπέλα, που ήταν υπάλληλος στο ξενοδοχείο Ζέφυρος, και μας είπε ότι μια συνάδελφός της εγκλωβίστηκε στο ξενοδοχείο και δεν υπήρχε κανένας να πάει να τη φέρει και παρακαλούσε τους αστυνομικούς να πάνε να την πάρουν. Δεν ανταποκρίθηκε κανένας. Τότε επενέβηκα εγώ και την ρώτησα που συγκεκριμένα βρισκόταν. Και της λέω «άτε, να ξεκινήσουμε να πάμε». Καθ’ οδόν, στα καφενεία του Καραβά, συνάντησα κάποιον Γιαννάκη και μου είπε ότι ψάχνει τη γυναίκα του και δεν μπορεί να κινηθεί. Του είπα να κρυφτεί κάπου από τα πυρά και θα πάω στον Ζέφυρο και στην επιστροφή θα σε πάρω. Μου είπε όχι, θα έρθω μαζί  μας. Και ήρθε όντως μαζί μας στο ξενοδοχείο», θυμάται ο Ανδρέας Μούρεττος.
 
«Πήγαμε και είδαμε την πρόσοψη του κτιρίου καταστραμμένη και μέσα στη μέση είχε ένα βλήμα που δεν είχε εκραγεί. Τους είπα να σταθμεύσουμε κάτω που τα δέντρα, να κρύψουμε το αυτοκίνητο και να μπούμε στο ξενοδοχείο. Ο Γιαννάκης έμεινε με το αυτοκίνητο, ενώ εγώ και η Στάλω μπήκαμε στο ξενοδοχείο από το πλευρό. Μόλις περάσαμε βρήκαμε την τσάντα της κοπέλας που ψάχναμε χάμω, με τα πράγματα στο πάτωμα. Φωνάξαμε, δεν ανταποκρίθηκε κανένας. Πήρε τη τσάντα και προχωρήσαμε στο αυτοκίνητο. Την κοπέλα δεν την βρήκαμε…», εξηγεί.
 
«Ξεκινήσαμε. Υπήρχαν πυροβολισμοί. Μόλις βγήκαμε στον κύριο δρόμο, εκεί που ήταν οικόπεδα του Τσώρτσιλ, προχώρησα να αναπτύξω και βλέπω στο βάθος ένα χέρι σηκωμένο. Τότε προσέξαμε ότι ήταν ένας στρατιώτης. Ήταν ένας Έλλαδίτης, πληγωμένος που δεν μπορούσε να μιλήσει. Με βοήθησε ο Γιαννάκης να τον βάλουμε στο αυτοκίνητο. Τον μεταφέραμε στο νοσοκομείο», αναφέρει.  
 
Τα χρήματα της Συνεργατικής
Οι Τούρκοι δεν σεβάστηκαν την κατάπαυση του πυρός και συνέχισαν να σκορπούν τον θάνατο. «Πήραν τα γύρω χωριά μας. Όταν έφτασαν στον κεφαλόβρυσο, έξω από την Λάπηθο, έριχναν βόμβες, δημιούργησαν τρόμο στους κατοίκους, για να φύγουν από τα σπίτια τους. Δεν μπήκαν, όμως, μέσα. Πήγαν απ’ έξω και έφτασαν στην περιοχή Βούναρος και έκαναν εκεί σαν αρχηγείο, να επιβλέπουν την επαρχία Κερύνειας. Περίμεναν εκεί και κινούνταν προς την πλευρά της Βασίλειας. Υπήρχαν ορισμένες μάχες εκεί αλλά δεν δόθηκε εντολή για την μεγάλη μάχη για να καταλάβουν την Λάπηθο και τον Καραβά. Στις 5 Αυγούστου εκκενώθηκε η Λάπηθος και ελάχιστοι έμειναν μέσα. Κι εγώ είχα φύγει από τις 5 και πήγα στη Μόρφου», θυμάται ο κ. Μούρεττος.
 
«Στις 6 του Αυγούστου ήταν του Αγίου Σωτήρος, μεγάλη γιορτή. Οι Τούρκοι συνεχώς εδραιώνονταν, ετοιμάζονταν και τα χαράματα που δόθηκε η εντολή για να καταλάβουν τη Λάπηθο, υπήρξε πανδαιμόνιο», εξηγεί.
 
«Ήμουν υπάλληλος της Συνεργατικής και πήρα εντολή για να πάμε να σώσουμε τα χρήματα των Λαπηθιωτών, άρα έφυγα από την Μόρφου και ξαναπήγα. Πιστεύω ότι είμαστε οι τελευταίοι που φύγαμε από τη Λάπηθο. Και έτυχε να δούμε τους πυροβολισμούς», αναφέρει.
 
Στον δρόμο τους σταματούσαν, προσπαθώντας να τους αποτρέψουν. Ένας Ελλαδίτης στρατιώτης τους σταμάτησε και ρώτησε τον κ. Μούρεττο «εσύ δεν ήσουν που μετέφερες ένα στρατιώτη τις πρώτες ημέρες της εισβολής;». «Ναι εγώ ήμουν, του είπα. Και μου είπε ότι αυτός ήταν ο στρατιώτης που μετέφερα. Ο άνθρωπος με αγκάλιασε και με ευχαρίστησε…».
 
Τελικά, κατάφεραν να μπουν στη Λάπηθο: «Πήγαμε στη συνεργατική της Λαπήθου, ανοίξαμε την είσοδο αλλά η μεσόπορτα ήταν κλειστή και αναγκαστήκαμε να την σπάσουμε για να μπούμε μέσα. Εκείνη τη στιγμή ήρθε κάποιος έφεδρος αξιωματικός από τη Βασίλεια και μας είπε φοβισμένος «τι κάνετε εδώ, αυτοί είναι πολύ κοντά, πρέπει να φύγετε». Του λέμε θα πάρουμε τα χρήματα και θα φύγουμε. Τα πήραμε στη Μόρφου και τα σώσαμε, ώστε να περάσουν για μερικές ημέρες οι συγχωριανοί μας».
 
Θα επιστρέψουμε
«Αυτές οι στιγμές δεν ξεχνιούνται. Μου έρχεται συνέχεια στη μνήμη η Λάπηθος. Εκεί γεννήθηκα, μεγάλωσα, δούλευα, ήμουν ενεργό μέλος στα σωματεία, μέχρι και έκτακτος πυροσβέστης. Ήμουν πραγματικά μέσα στην καρδιά της Λαπήθου, τα σπίτια μας είναι στο κέντρο της Λαπήθου, εκατό μέτρα πάνω από την πλατεία. Εγώ πιστεύω ότι θα επιστρέψουμε. Πάντα το δίκαιο επιπλέει. Αν μείνουμε σταθεροί στον μονιασμό, στον εξοπλισμό, σιγά-σιγά, με τη δύναμη του Θεού, θα επιστρέψουμε», καταλήγει ο Ανδρέας Μούρεττος.
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
 
Πίσω στην αρχή της σελίδας