Κυριακή 28 Νοε, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

H απόφαση βόμβα που απενεργοποιεί τηλεπικοινωνιακά υπόπτων-Στον αέρα υποθέσεις

Ντίνα Κλεάνθους  27/10/2021 16:13
H απόφαση βόμβα που απενεργοποιεί τηλεπικοινωνιακά υπόπτων-Στον αέρα υποθέσεις

H απόφαση βόμβα που απενεργοποιεί τηλεπικοινωνιακά υπόπτων-Στον αέρα υποθέσεις

Ντίνα Κλεάνθους  27/10/2021 16:13

Ως απόφαση σταθμός, που τινάζει στον αέρα δεκάδες, ίσως και εκατοντάδες ποινικές υποθέσεις που στηρίχθηκαν στα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο, το οποίο κατά πλειοψηφία έκρινε πως η κατακράτηση των δεδομένων από τους παροχείς αντιβαίνει των κανονισμών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Βόμβα από Ανώτατο-Παράνομη η κατακράτηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων

Επίδικο θέμα των αιτητών που προσέφυγαν στο Δικαστήριο, οι οποίοι εκπροσωπούνταν από τους Α. Πελεκάνος & Πελεκάνου Δ.Ε.Π.Ε., Γιάννη Πολυχρόνη Δ.Ε.Π.Ε. με Β. Ακάμα, Χρ. Χριστοφή με Μ. Καούλα για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ και Ηλ. Στεφάνου με Γ. Νεάρχου, ήταν ο περί Διατήρησης Τηλεπικοινωνιακών Δεδομένων με σκοπό τη Διερεύνηση Σοβαρών Ποινικών Αδικημάτων Νόμου του 2007, Ν. 183(Ι)/07 που επιβάλει στους παρόχους τηλεπικοινωνιών να διατηρούν τα δεδομένα των χρηστών για περίοδο έξι μηνών και επιτρέπει στην Αστυνομία την πρόσβαση στην εν λόγω βάση δεδομένων.

Θέση των αιτητών ήταν ότι ο συγκεκριμένος νόμος συγκρούεται με το εφαρμοστέο Ευρωπαϊκό Δίκαιο, με τα άρθρα 15 και 17 του Κυπριακού Συντάγματος, με το άρθρο 8 της ΕΣΔΑ και το Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. «Η γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση των δεδομένων κίνησης και θέσης και συναφών δεδομένων αναγκαίων για την αναγνώριση του συνδρομητή ή/και του χρήστη, είναι ανεπίτρεπτη ως μη συμβατή με το ευρωπαϊκό Δίκαιο και την ευρωπαϊκή νομολογία, ανεξαρτήτως των εγγυήσεων που έχουν περιληφθεί στο Νόμο σε σχέση με την πρόσβαση στα δεδομένα αυτά».

Από την πλευρά της η Νομική Υπηρεσία, η οποία εκπροσωπείτο από τον Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη και τους δικηγόρους Δ. Κυπριανού και Α.Αριστείδη, είχε αντιτάξει ότι η «εθνική νομοθεσία προβλέπει τα αναγκαία κριτήρια που τέθηκαν στη νομολογία του Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) για τη διασφάλιση της αναγκαιότητας, κατά αναλογικό τρόπο, της παρέκκλισης από τα δικαιώματα τα οποία κατοχυρώνονται στα άρθρα 7,8 και 11 του Χάρτη των Θεμελιακών Δικαιωμάτων της ΕΕ, λαμβάνοντας υπόψη και τις ιδιαίτερες συνθήκες της χώρας, όσον αφορά το μέγεθος της, τον πληθυσμό της και την γεωγραφική κατανομή της εγκληματικότητας σε αυτήν».

Ανέφερε επίσης, πως προβλέπονται στον Νόμο αυστηροί κανόνες διατήρησης των δεδομένων και κυρώσεις για την παραβίαση τους, ενώ καθορίζεται ως εποπτεύουσα αρχή τήρησης των κανόνων αυτών ο Επίτροπος Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα. Εισηγήθηκαν επίσης, διαζευκτικά, ότι και αν ακόμα κριθεί ότι η διατήρηση των δεδομένων με βάση το Νόμο αντιβαίνει στις αρχές που καθιερώθηκαν στην Tele2 Sverige, τα δεδομένα στα οποία υπήρξε πρόσβαση μπορούσαν, εν πάση περιπτώσει, να διατηρούνται από τους παρόχους και συνεπώς, η διατήρηση τους δεν ήταν παράνομη.

Το Ανώτατο, στην απόφαση του, αναφέρει μεταξύ άλλων, πως παρόλο που η προστασία των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων δεν είναι απόλυτη, ο εθνικός νομοθέτης υποχρεούνται να εφαρμόσει την Οδηγία κατά τρόπο που να είναι συμβατός με τον Χάρτη της ΕΕ.

Όπως υπέδειξε, «εν προκειμένω, τα άρθρα 3,6,7,7,9 και 10 του Νόμου, περιλαμβάνουν πρόνοιες για τη γενική και χωρίς διάκριση διατήρηση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, με την έννοια ότι προβλέπεται η διατήρηση όλων των δεδομένων κινήσεως και των δεδομένων θέσεως όλων των συνδρομητών και των εγγεγραμμένων χρηστών που αφορούν τα μέσα ηλεκτρονικής επικοινωνίας, με σκοπό την διερεύνηση σοβαρών ποινικών αδικημάτων, ώστε να εγείρεται το ερώτημα, η «καθολική» αυτή διατήρηση δεδομένων είναι συμβατή με την ενωσιακή νομοθεσία, όπως έχει ερμηνευτεί στη νομολογία του ΔΕΕ, και ειδικότερα με τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στον Χάρτη της ΕΕ».

Η Νομική Υπηρεσία ανέφερε πως υπάρχουν ασφαλιστικές δικλείδες για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της ιδιωτικής ζωής και της αρχής αναλογικότητας, ενώ εισηγήθηκαν παράλληλα πως οι απαιτήσεις της νομολογίας του ΔΕΕ για απόλυτη αναγκαιότητα και μη γενικευμένη διατήρηση δεδομένων, πρέπει να κριθούν με βάση τις ιδιαίτερες συνθήκες και περιστάσεις της κάθε χώρας. Έθεσαν παράλληλα το ερώτημα, «αν, με δεδομένες τις ιδιαίτερες περιστάσεις της Κύπρου, όπως οι μικρές αποστάσεις και η μη συγκέντρωση της εγκληματικότητας τοπικά, είναι δυνατό να καθοριστεί γεωγραφική περιοχή μικρότερης αυτής που είναι υπό τον έλεγχο της Κυπριακή Δημοκρατίας».

Κενά στη Νομοθεσία

Το Ανώτατο στην απόφαση του, μεταξύ άλλων αναφέρει πως, «σε σχέση με το θέμα της διατήρησης των δεδομένων δυνάμει του Νόμου, απουσιάζουν οι απαιτούμενοι ρητώς περιορισμοί με την έννοια της στόχευσης συγκεκριμένων ομάδων ατόμων ή τοποθεσιών. Μη υπαρχόντων τέτοιων περιορισμών, ο Νόμος έχει καθολική εφαρμογή σε όλους τους συνδρομητές και εγγεγραμμένους χρήστες των μέσων ηλεκτρονικής επικοινωνίας αδιακρίτως, σε όλη την επικράτεια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η εκτίμηση της εγκυρότητας ενός μέτρου, το οποίο, ενώ επηρεάζει δικαιώματα, μπορεί να δικαιολογείται στο πλαίσιο της επιδίωξης κάποιου νόμιμου σκοπού, όπως η καταστολή του σοβαρού εγκλήματος, απολήγει, τελικά, σε ζήτημα αναλογικότητας. Το μέτρο, δηλαδή, δεν πρέπει να εκπίπτει των ορίων του απολύτως αναγκαίου για την επίτευξη τους νομίμως επιδιωκόμενου σκοπού της νομοθεσίας. Η στοχευμένη διατήρηση δεδομένων σε αυτό φαίνεται να αποσκοπεί».

Βασικό επιχείρημα της Νομικής Υπηρεσίας, ήταν πως «το οργανωμένο έγκλημα μαστίζει πλέον στον τόπο μας», εξού και προέβαλαν ως αναγκαία για τα κυπριακά δεδομένα τη διατήρηση των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων, στο πλαίσιο της αστυνομικής διερεύνησης αδικημάτων, λόγω, μεταξύ άλλων, της δυνατότητας ανίχνευσης των κινήσεων ενός υπόπτου και της ένδειξης που παρέχουν για τις διασυνδέσεις του με άλλα πρόσωπα, οπουδήποτε στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Επίσης, όπως λέχθηκε, πολλές φορές, τα τηλεπικοινωνιακά δεδομένα είναι καθοριστικής σημασίας για την ανίχνευση του δράστη και την επιτυχή δίωξη του, ενώ δεν αμφισβητήθηκε η χρησιμότητα των τηλεπικοινωνιακών δεδομένων στην διερεύνηση αδικημάτων και στην πάταξη του εγκλήματος.

Εντούτοις, το Ανώτατο, ανέφερε πως «παρά τις εγγυήσεις ανωτέρων, οι οποίες στην πλειονότητα τους αφορούν στο στάδιο της πρόσβασης, δεν πρέπει να λησμονείται ότι το ενωσιακό δίκαιο προσεγγίζει τη διατήρηση δεδομένων και την πρόσβαση σε αυτά ως απολύτως ξεχωριστά και αυτοτελή θέματα με τις δικές τους προϋποθέσεις, αποκλείοντας, εν πάση περιπτώσει, μη στοχευμένη διατήρηση». 

Δεν δικαιολογείται επίσης, αναφέρει το Ανώτατο, όπως ήταν η εισήγηση της Νομικής Υπηρεσίας, «να θεωρηθεί το σύνολο του εδάφους που ελέγχεται από τη Δημοκρατία ως ζώνη που καλύπτεται από γεωγραφικό κριτήριο, μη προνοούμενο, ούτως ή άλλως, από νομοθετικό μέτρο, με αναφορά στο μέγεθος της χώρας, τον πληθυσμό και τη γεωγραφική κατανομή της εγκληματικότητας. Τέτοιο εγχείρημα θα αποτελούσε απλώς μια διαφοροποιημένη εκδοχή της γενικής και χωρίς διάκριση διατήρησης των δεδομένων. Περιπλέον το εγχείρημα αυτό θα παρουσίαζε ατυχώς το έδαφος που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, στο σύνολο του, ως μια γεωγραφική ζώνη ''...όπου υφίσταται κατάσταση χαρακτηριζόμενη από υψηλό κίνδυνο προετοιμασίας ή τελέσεως σοβαρών εγκλημάτων…».

Ως εκ τούτου, το Ανώτατο έκρινε πως τα υπό ασμφισβήτηση άρθρα του Νόμου αντιβαίνουν στην Οδηγία 2002/58/ΕΚ και την εφαρμοστέα ενωσιακή νομολογία.

Η απόφαση του Ανωτάτου κρίνεται από νομικούς κύκλους καθοριστικής σημασίας, καθώς όπως μας ανέφεραν, αρκετές ποινικές υποθέσεις και εντάλματα συλλήψεων υπόπτων στηρίχθηκαν σε τηλεπικοινωνιακά δεδομένα, τα οποία πλέον δεν θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν. Επίσης ανέφεραν, πως μετά την απόφαση αυτή, αναμένονται δεκάδες προσφυγές τόσο από κατηγορούμενους υποθέσεων που εκδιώχθηκαν, όσο και από άτομα που καταδικάστηκαν στην βάση τηλεπικοινωνιακών δεδομένων. 

Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας