Τρίτη 19 Ιαν, 2021 | Επικοινωνία
trans gif

Ο «Έλα-Έλα» με το αμαξούι και η τριαντάχρονη ιστορία του-«Δεν είμαι της λύπησης»

Πέτρος Πετρή  29/11/2020 06:45
Ο «Έλα-Έλα» με το αμαξούι και η τριαντάχρονη ιστορία του-«Δεν είμαι της λύπησης»

Ο «Έλα-Έλα» με το αμαξούι και η τριαντάχρονη ιστορία του-«Δεν είμαι της λύπησης»

Πέτρος Πετρή  29/11/2020 06:45

Είναι η ηχηρή και χαρακτηριστική φωνή της Λευκωσίας... Μια φωνή που θα την ακούσεις ανάμεσα στα στενά δρομάκια της παλιάς πόλης... Μια μικρή μοτοσυκλέτα και ένα καροτσάκι που μετρά δεκαετίες, διανύουν καθημερινώς δεκάδες χιλιόμετρα για να εξυπηρετήσουν το κοινό τους... Μυρωδάτες ταχινόπιττες, χαλλουμωτές, ελιωτές και άλλα τόσα αλμυρά, που φτιάχνει με τα ίδια του τα χέρια, ο κ. Νίκος Μαυρουδής ή καλύτερα, ο γνωστός σε όλους ως ο «Έλα-Έλα»... 

Ακούραστος, πρόσχαρος αλλά και με ευδιάκριτο το χαμόγελο στο πρόσωπό του, έτοιμος να εξυπηρετήσει τους πελάτες του κάθε ώρα της ημέρας και να τους προσφέρει από τα εύγεστα εδέσματά του. 

Λόγω και της φύσης της δουλειάς του, τον 50χρονο Νίκο Μαυρουδή, δεν πρόκειται να τον βρεις σε κάποιο σταθερό σημείο κατά τη διάρκεια της ημέρας, αφού κυκλοφορεί ασταμάτητα σε κάθε γωνιά της πόλης. Έτσι, και η δική μας... παραγγελία, έγινε όταν ο «Έλα-Έλα» ολοκλήρωσε τις... αποστολές του στη Λευκωσία και αφού άδειασε το καρότσι του, επέστρεψε στη βάση του, όπου και θα προετοιμαζόταν για την επόμενη ημέρα. 

Κάνοντας ένα μικρό διάλειμμα, ο Νίκος Μαυρουδής, γυρίζει τον χρόνο πίσω και θυμάται... «Ασχολούμαι από το 1993 με τα αρτοπαρασκευάσματα. Αρχικά, ασχολείτο ο παππούς μου, μετά ο πατέρας μου και μετά εγώ. Θυμάμαι ήταν ο παππούς μου και ήταν στο τέλος της καριέρας του… Ξαφνικά είπα στους γονείς μου, να κάνουμε και εμείς το ίδιο και να συνεχίσουμε την παράδοση. Οι δικοί μου ήταν αρνητικοί στην αρχή και μου έλεγαν που θα πηγαίνεις 20 χρονών με το αμαξούι; Τελικά το έκανα όμως και υπήρξε ανταπόκριση από τον κόσμο, ο οποίος με έμαθε με το πέρασμα των χρόνων. Για να καταλάβετε, παλιά το έσπρωχνα με τα χέρια το καρότσι μου και μετά αγόρασα μοτοσικλέτα για να πηγαίνω σε πιο μακρινές περιοχές. Ξεκινούσα από εδώ και πήγαινα μέχρι την παλιά Λευκωσία και έκανα συνολικά δέκα χιλιόμετρα την ημέρα με τα πόδια».

Αναμφισβήτητα, το επάγγελμα που επέλεξε να κάνει ο Νίκος Μαυρουδής, δεν είναι και το πιο εύκολο. Οι δυσκολίες που είχε να αντιμετωπίσει από την νεαρή του ηλικία, ήταν αρκετές, αφού έβλεπε κόσμο να γελά μαζί του. Με τη θέληση και το πάθος που είχε όμως, δεν ντράπηκε ποτέ γι' αυτό που έκανε, αφού το θεωρούσε και το θεωρεί μέχρι σήμερα, ένα αξιοπρεπές επάγγελμα που βγαίνει το ψωμί του τίμια, χωρίς να περιμένει έτοιμα τα λεφτά. 

«Ήμουν 20 χρονών και έμπαινα στη Λήδρας και στην Ονασαγόρου με το κοντό το παντελόνι και τα φλιπ-φλοπ. Κουντούσα το καρότσι μου και δεν ντρεπόμουν... Λέω σε πολλούς γι’ αυτή τη δουλειά μου, αλλά οι περισσότεροι ντρέπονται. Πρέπει να το έχεις όμως γι’ αυτή τη δουλειά. Μπορεί να έχει κόσμο που γελούσε όταν με έβλεπε, αλλά έχει και κόσμο που με εκτιμούσε και έλεγε ότι πράγματι αυτός ο άνθρωπος βγάζει το ψωμί του τίμια και δουλεύει σκληρά και δεν περιμένει τα λεφτά έτοιμα».

Τα παρασκευάσματά που διαμοιράζει καθημερινώς στο κοινό του ο 50χρονος χρειάζονται ειδική προετοιμασία για να φτιαχτούν και για να βρίσκεται έξω από την πόρτα των πελατών του στην ώρα του, ο «Έλα-Έλα», πιάνει δουλειά από τα άγρια μεσάνυχτα. «Σηκώνομαι από τις 2:30 τα μεσάνυχτα καθημερινώς για να προετοιμάσω το ζυμάρι μου, να τα ψήσω και μετά να το πωλήσω. Εάν καθυστερήσω να ξυπνήσω, πάει όλη μέρα στράφι. Έχω τους σταθερούς μου πελάτες καθημερινώς αλλά σιγά-σιγά κερδίζω και άλλους. Προσπαθώ να βγάζω το μεροκάματό μου και ας είμαι μόνος εδώ. Με βοηθούσε κάποτε η μητέρα μου αλλά σταμάτησε μετά. Έχω και δύο κόρες αλλά δεν ασχολούνται. Εάν είχα γιο θα ήθελα να ακολουθήσει τα χνάρια μου. Δεν είναι ένα επάγγελμα όμως που μπορείς να έχεις και πολλούς υπαλλήλους».

Όρεξη, μεράκι και πείσμα, είναι μερικά από τα χαρακτηριστικά που διακρίνουν τον κ. Νίκο, ο οποίος μιλώντας στον REPORTER, δεν δίστασε να μας αναφέρει πως αν δεν του άρεσε αυτή η δουλειά, θα άντεχε το μάξιμουμ δυο χρόνια. «Μου αρέσει όμως, γιατί συναναστρέφομαι με κόσμο και κάνω τα αστεία μου. Γνωρίζω συνεχώς νέους ανθρώπους και είναι αυτό που μου δίνει δύναμη για να συνεχίσω».

Και αν τον ρωτήσεις εάν πέρασε πότε από το μυαλό του να τα παρατήσει, θα σου πει πως ουδέποτε πέρασε από το μυαλό του κάτι τέτοιο... «Τελευταίως μάλιστα, δέχθηκα ένα τηλεφώνημα από την Αγγλία, από ένα που ενδιαφερόταν για τις ταχινόπιττες μου. Αλλά εγώ προτιμώ με την ησυχία μου, να παραμένω εδώ, με λίγα πράγματα και καλά. Πολλές φορές μου είπαν γιατί δεν κάνεις μαγαζί και να έρχεται ο κόσμος να σε βρίσκει. Αλλά εγώ έμαθα να πηγαίνω να βρίσκω τους πελάτες μου. Δηλαδή να πάω στο μαγαζί του άλλου και να του πω καλημέρα. Δεν είμαι τύπος που θα κάτσω να περιμένω και αν περάσει κάποιος, θα σταματήσει. Προτιμώ να κάνω τον γύρω μου και να εξυπηρετώ τον κόσμο». 

Ο κόσμος, εδώ και χρόνια, τον αναφωνεί με το παρατσούκλι του, «Έλα-Έλα», ενώ αρκετοί είναι αυτοί που μπορεί να μην γνωρίζουν καν το όνομα του...  Ένα παρατσούκλι που βγήκε από τον τρόπο, με τον οποίο ήθελε να κάνει αισθητή την παρουσία του στα δρομάκια από όπου περνούσε και να προσελκύσει τους πελάτες του... 

«Το Έλα-Έλα είναι σλόγκαν. Όπου πάω φωνάζω, 'ταχινόπιττες, χαλλουμοτές, Έλα-Έλα'. Το Έλα-Έλα δημιουργήθηκε και επικράτησε στα τόσα χρόνια που γυρίζω. Έχει κόσμο που δεν γνωρίζει το όνομά μου και λέει ήρθε ο 'Έλα-Έλα'. Όπου περνώ κάτω Λευκωσία, φωνάζω για να γνωρίζουν οι πελάτες μου ότι είμαι εκεί. Έχει αρκετές φορές που μπορεί να μην με ακούσουν μερικοί τακτικοί πελάτες μου, και εγώ θεωρώ ότι δεν θέλουν να πάρουν κάτι αλλά την επόμενη μέρα θα μου πουν δεν σε ακούσαμε και γι’ αυτό δεν πήραμε».

Το καρότσι του κ. Νίκου κουβαλάει τη δική του ιστορία. Μια ιστορία 30 ετών, που έχει συνδεθεί με το όνομα του. Εξάλλου, το καρότσι του, είναι και το σήμα κατατεθέν του. Και αν τον ρωτήσεις εάν θα το πούλαγε, η απάντηση που θα πάρεις, καταλαβαίνεις την αγάπη που έχει για αυτή τη δουλειά, όσο δύσκολη και αν είναι.   

«Είναι κρίμα να χαθεί αυτή η παράδοση. Αυτό το αμαξούι, είναι σήμα κατατεθέν των παλιών προγόνων μας, γιατί με αυτά ζούσαν μέσα στα παζάρια και δεν υπήρχαν φούρνοι. Έμαθα να σέβομαι τον πελάτη μου και θα του προσφέρω πάντα περισσότερα από αυτά που μου δίνει. Για παράδειγμα, βάζω περισσότερο σε ποσότητα στο κάθε κομμάτι, για να πάρει ο κόσμος και να μείνει ικανοποιημένος και χαρούμενος. Είναι κάποια πράγματα που πρέπει να τα ζήσει κάποιος και να καταλάβει τον κόπο και την ιστορία της δουλειάς μου».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: 
Για να σχολιάσετε κάντε κλικ εδώ
 
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Πίσω στην αρχή της σελίδας