powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Ακύρωσε το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων των CCTV της Μονής Αββακούμ το Ανώτατο, «μήνυμα» σε Αστυνομία για την πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία

Νέα ζητήματα που αφορούν την αλυσίδα κατάσχεσης και φύλαξης τεκμηρίων, αναμένεται να τεθούν από την πλευρά της υπεράσπισης στη δίκη της υπόθεσης Μονή Αββακούμ, όπου κατηγορείται ο ηγούμενος Νεκτάριος και ο μοναχός Πορφύριος, λόγω της απόφασης του Ανωτάτου που ακύρωσε το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων, καθώς δεν κατασχέθηκαν από νόμιμη έρευνα αλλά από τρίτο πρόσωπο μέσω του Μητροπολίτη Ταμασού, ο οποίος στο μεταξύ οδηγήθηκε το πρωί εκ νέου ενώπιον του Δικαστηρίου, με την διαδικασία να αναβάλλεται. 

Πρόκειται για διάταγμα το οποίο εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 3 Ιουλίου 2025 και το οποίο προσέβαλε ο συνήγορος υπεράσπισης του ηγούμενου, Ευστάθιος Ευσταθίου, με το Ανώτατο να κρίνει ότι αυτό εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας και χωρίς την απαιτούμενη νομική εξουσιοδότηση, με αποτέλεσμα να το ακυρώσει.

Σημειώνεται ότι η απόφαση εκδόθηκε μετά από έφεση κατά της απόφασης του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην πρωτόδικη Προνομιακή του Δικαιοδοσία, με τον αιτητή να εκπροσωπείται από τον κ. Ευσταθίου και η πλευρά της Νομικής Υπηρεσίας από τον Βασίλη Μπίσσα, ο οποίος χειρίζεται την υπόθεση μαζί με την Θεοδώρα Παπακυριακού ενώπιον του Κακουργιοδικείου. 

Εφετείο: Η πρωτόδικη κρίση ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 32 του Κεφ.155, δεν έχει ως αποτέλεσμα την ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης, κρίνεται ως εσφαλμένη. Αντιθέτως, αποφαινόμαστε ότι η δυνατότητα της Αστυνομίας να κατέχει νομίμως τα τεκμήρια που της παραδόθηκαν οικειοθελώς δεν θεραπεύει την έλλειψη νομοθετικής βάσης για την «εκ του περισσού» έκδοση του επίδικου διατάγματος κατακράτησης. Συνεπακόλουθα είναι η κατάληξη μας ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε το επίδικο διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ.155 καθ' υπέρβαση δικαιοδοσίας και χωρίς νομική εξουσιοδότηση.

 

Η προσφυγή αναφορικά με το διάταγμα τεκμηρίων αφορούσε το οπτικοακουστικό υλικό, το οποίο κατέγραψε το κλειστό κύκλωμα παρακολούθησης από τη Μονή Οσίου Αββακούμ. Οι τρεις συσκευές, όπως αναφέρεται στην απόφαση, παραδόθηκαν οικειοθελώς στην Αστυνομία από τον Αρχιμανδρίτη Βαρνάβα που ήταν μέλος της αδελφότητας της Μονής και είχε πρόσβαση στις εν λόγω συσκευές, κατόπιν καταγγελίας του Μητροπολίτη Ταμασσού εναντίον του ηγούμενου για διάπραξη αδικημάτων στην Μονή οικονομικής φύσης.

Ακολούθησε καταγγελία του Νεκτάριου και άλλων μοναχών της Μονής εναντίον του Μητροπολίτη Ταμασσού για διάφορα ποινικά αδικήματα σε σχέση με την χρήση των εν λόγω συσκευών κατά παράβαση του Περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων Έναντι της Επεξεργασίας των Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμου του 2018 (Ν.125(Ι)/2018).

Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενώπιον του οποίου τέθηκε η αίτηση κατακράτησης των εν λόγω τεκμηρίων από το ΤΑΕ Αρχηγείου, ενέκρινε το αίτημα δικαιολογημένο και διέταξε την κράτηση των τεκμηρίων, μέχρι την αποπεράτωση οποιασδήποτε ποινικής διαδικασίας σε σχέση με αυτά, η οποία αφορά διερευνόμενα ποινικά αδικήματα.

Δύο φορές «όχι» πρωτόδικα 

Το Ανώτατο Δικαστήριο, στο πλαίσιο της πρωτοβάθμιας δικαιοδοσίας του (σ.σ Δικαστής Έλενα Εφραίμ), απέρριψε το αίτημα του ηγούμενου για παροχή άδειας καταχώρισης αίτησης προνομιακού εντάλματος Certiorari, με την υπεράσπιση να ασκεί έφεση, κατά την οποία κρίθηκε πως υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. 

Ως εκ τούτου, ακολούθησε η εκδίκαση από το πρωτόδικο Δικαστήριο της αίτησης, με τον Ευστάθιο Ευσταθίου να υποστηρίζει ότι:

  1. Το διάταγμα εκδόθηκε χωρίς να έχει προηγηθεί νόμιμη κατάσχεση βάσει των άρθρων 32 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ.155),
  2. Δεν εφαρμόστηκαν οι κανόνες προστασίας προσωπικών και ευαίσθητων δεδομένων,
  3. Η κατακράτηση και ενδεχόμενη επεξεργασία του υλικού παραβίαζαν δικαιώματα ιδιωτικής ζωής, προστασίας δεδομένων και θρησκευτικής ελευθερίας.

Η πλευρά του Γενικού Εισαγγελέα αντέτεινε ότι τα τεκμήρια είχαν παραδοθεί οικειοθελώς στην Αστυνομία από τρίτο πρόσωπο και, συνεπώς, δεν χρειαζόταν ένταλμα έρευνας ούτε και διάταγμα κατακράτησης, του οποίου η έκδοση ζητήθηκε και δόθηκε εκ του περισσού, όπως ήταν η θέση του.

Εφετείο: Το πρωτόδικο Δικαστήριο στην απόφαση του αναφέρει ότι το άρθρο 32 του Κεφ.155, εφαρμόζεται σε αντικείμενα που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο νόμιμης έρευνας, είτε χωρίς ένταλμα κατά το άρθρο 25, είτε βάσει εντάλματος κατά το άρθρο 27. Στην προκειμένη περίπτωση, τα τεκμήρια δεν κατασχέθηκαν κατόπιν έρευνας, αλλά παραδόθηκαν οικειοθελώς. Επομένως, το άρθρο 32 δεν εφαρμοζόταν και η έκδοση διατάγματος κατακράτησης δεν ήταν αναγκαία.

 

Ωστόσο, κρίθηκε πρωτοδίκως ότι το μεταγενέστερο και περιττό διάταγμα δεν επηρέαζε τη νομιμότητα της ήδη υφιστάμενης κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία, ενώ είχε αναφερθεί ότι τα ζητήματα ενδεχόμενης παραβίασης προσωπικών δεδομένων ή άλλων δικαιωμάτων αφορούσαν διαφορετικές πράξεις της Αστυνομίας και μπορούσαν να αντιμετωπιστούν, με άλλα ένδικα μέσα.

Δεύτερη ανατροπή και άκυρο το διάταγμα 

Στην βάση του πιο πάνω σκεπτικού, το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση για προνομιακό ένταλμα Certiorari με έξοδα εναντίον του αιτητή, με τον συνήγορο υπεράσπισης να ασκεί εκ νέου έφεση, κατά την οποία δικαιώθηκε και το διάταγμα κατακράτησης τεκμηρίων ακυρώθηκε.

Και αυτό διότι, το Ανώτατο διαφώνησε με την πρωτόδικη κατάληξη ότι η μη εφαρμογή του άρθρου 32 του Κεφ.155 δεν οδηγεί στην ακύρωση του διατάγματος κατακράτησης τεκμηρίων, σημειώνοντας ότι, τόσο η αίτηση όσο και το διάταγμα κατακράτησης, στηρίχθηκαν αποκλειστικά στις πρόνοιες του άρθρου 32 του Κεφ.155 που αφορά κατακράτηση τεκμηρίων που κατασχέθηκαν στο πλαίσιο εκτέλεσης εντάλματος έρευνας.

Εφετείο: Το γεγονός ότι, όπως ορθά κρίθηκε πρωτοδίκως, δεν εφαρμοζόταν στην παρούσα περίπτωση το άρθρο 32 του Κεφ.155, λόγω του ότι τα επίδικα τεκμήρια δεν κατασχέθηκαν στο πλαίσιο εντάλματος έρευνας, θα έπρεπε, κατά την κρίση μας, να οδηγήσει χωρίς άλλο στην ακύρωση του υπό κρίση διατάγματος κατακράτησης. Είναι σαφές κατά την κρίση μας ότι το διάταγμα κατακράτησης εκδόθηκε χωρίς νομική εξουσιοδότηση και καθ' υπέρβαση της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας.

 

Επιπρόσθετα, το Ανώτατο ανέφερε ότι η πιο πάνω κατάληξη δεν επηρεάζει το δικαίωμα κατοχής από την Αστυνομία των επίδικων τεκμηρίων, ωστόσο θεωρεί ορθή την πρωτόδικη κρίση ότι η Αστυνομία είχε νόμιμο δικαίωμα κατοχής των επίδικων αντικειμένων που της παραδόθηκαν οικειοθελώς, ανεξαρτήτως του ότι αυτά δεν κατασχέθηκαν δυνάμει των άρθρων 25 ή 27 του Κεφ.155. Όμως, όπως σημείωσε, δεν δικαιολογείτο υπό τις περιστάσεις, και επιπλέον διάταγμα κατακράτησής τους, δυνάμει του άρθρου 32 του Κεφ.155, το οποίο δεν εφαρμοζόταν στην περίπτωση, όπως πολύ ορθά επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο.

Επιπλέον, ανέφερε ότι πολύ σωστά υποδεικνύεται από το πρωτόδικο Δικαστήριο, το κατά πόσον τα εν λόγω τεκμήρια θα μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως μαρτυρία σε μια ενδεχόμενη ποινική διαδικασία, είναι βέβαια άλλο ζήτημα, που δεν μπορεί να κριθεί στο πλαίσιο αίτησης για προνομιακό ένταλμα Certiorari, ενώ υπέδειξε ότι σύμφωνα με την νομολογία, η εξουσιοδότηση λήψης και κατακράτησης αντικειμένων από την Αστυνομία, τα οποία πιθανόν να περιέχουν ιδιωτική επικοινωνία, διαφοροποιείται από την εξουσιοδότηση λήψης της ίδιας της επικοινωνίας.

Εφετείο: Στην υπό κρίση περίπτωση δεν τίθεται θέμα ούτε μπορεί να εκλαμβάνεται ως δεδομένο ότι η κατοχή των επιδίκων τεκμηρίων ως αντικειμένων από την Αστυνομία, τα οποία της παραδόθηκαν οικειοθελώς και τα οποία αφορούν την διερεύνηση ποινικών αδικημάτων δυνάμει του Νόμου 125(Ι)/2018, ισοδυναμεί με πρόσβαση σε ιδιωτική επικοινωνία του εφεσείοντα ή δίδει δικαίωμα στην Αστυνομία να έχει τέτοιου είδους πρόσβαση. Ορθή είναι ως εκ των πιο πάνω και η πρωτόδικη κατάληξη ότι στην παρούσα περίπτωση, τα ζητήματα ενδεχόμενης παραβίασης προσωπικών δεδομένων ή άλλων δικαιωμάτων του εφεσείοντα, πιθανόν να αφορούν διαφορετικές πράξεις και όχι το δικαίωμα κατοχής των τεκμηρίων από την Αστυνομία και θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν με άλλα ένδικα μέσα. Όμως, από την άλλη, και ανεξαρτήτως του δικαιώματος κατοχής των επίδικων τεκμηρίων από την Αστυνομία, τα οποία της παραδόθηκαν οικειοθελώς, γεγονός παραμένει ότι το υπό κρίση διάταγμα κατακράτησης, όχι μόνο ήταν εκ του περισσού αλλά ταυτόχρονα δεν δικαιολογείτο υπό τας περιστάσεις ,3/11/263 Νοεμβρίου 2026 αφού εκδόθηκε στην βάση του άρθρου 32 του Κεφ.155, το οποίο δεν εφαρμοζόταν στην υπό κρίση περίπτωση.

 

Παρά τη σημασία της, η απόφαση δεν συνεπάγεται αυτομάτως αποκλεισμό των τεκμηρίων από την εκκρεμή ποινική δίκη ενώπιον του Μόνιμου Κακουργιοδικείου Λευκωσίας. Το Ανώτατο διαχώρισε τη νομιμότητα του διατάγματος από τη δυνατότητα της Αστυνομίας να κατέχει τεκμήρια που της παραδόθηκαν οικειοθελώς, ενώ δεν εξέτασε επί της ουσίας τον τέταρτο λόγο έφεσης, ο οποίος αφορούσε ζητήματα προστασίας προσωπικών δεδομένων και θεμελιωδών δικαιωμάτων.

Επομένως, τα ζητήματα της αρχικής απόκτησης, της ακεραιότητας και της αποδεικτικής αξιοποίησης του υλικού παραμένουν διακριτά από την κρίση για το ακυρωθέν διάταγμα και ενδέχεται να απασχολήσουν την εκκρεμή ποινική διαδικασία.

Κληθείς να τοποθετηθεί ο δικηγόρος Ευστάθιος Ευσταθίου, ανέφερε ότι «η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου αποτελεί μια ιδιαίτερα σημαντική εξέλιξη στην υπόθεση του Οσίου Αββακούμ. Το Ανώτατο ακύρωσε το διάταγμα κατάσχεσης τεκμηρίων, κρίνοντας ότι εκδόθηκε καθ’ υπέρβαση δικαιοδοσίας και χωρίς νομική εξουσιοδότηση». 

Πέρα όμως από τη συγκεκριμένη δικαστική κρίση, όπως ανέφερε, ανακύπτουν σοβαρότατα ζητήματα που δεν μπορούν να παραμένουν αναπάντητα. «Με ποια εξουσία πρόσωπα της Μητρόπολης Ταμασού ή πρόσωπα που ενεργούσαν για λογαριασμό της φέρονται να εισήλθαν στους χώρους της Μονής, να απέκτησαν πρόσβαση σε ηλεκτρονικά συστήματα και να περιήλθε στην κατοχή τους οπτικοακουστικό υλικό με ιδιωτικές συνομιλίες και προσωπικά δεδομένα; Από πότε μια εκκλησιαστική αρχή μπορεί να υποκαθιστά τις ανακριτικές αρχές; Ποιος έλεγξε τον τρόπο απόκτησης και διαχείρισης του υλικού και ποιος εγγυάται την ακεραιότητά του πριν από την παράδοσή του στην Αστυνομία; Η παράδοση ενός τεκμηρίου στην Αστυνομία δεν καθιστά αυτομάτως νόμιμο τον τρόπο με τον οποίο αυτό αποκτήθηκε. Ο νόμος είναι ο ίδιος για όλους, ανεξαρτήτως ράσου, αξιώματος ή επιρροής».

Επιπρόσθετα, ο κ. Ευσταθίου θέλησε να αναφέρει ότι «η απόφαση δεν προδικάζει το παραδεκτό του υλικού στην εκκρεμή ποινική δίκη ενώπιον του Κακουργιοδικείου. Τα ζητήματα όμως της αρχικής απόκτησης και διαχείρισής του πρέπει να εξεταστούν ουσιαστικά. Σε ένα κράτος δικαίου κανένας δεν μπορεί να μετατρέπεται σε ιδιωτικό ανακριτή και να θεωρεί ότι ενεργεί ανεξέλεγκτα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: SMS Νεκτάριου με Ταμασού, τιμολόγια €10.000 για Αθήνα και σουίτα €1080 σε Ησαΐα κατέθεσε η υπεράσπιση στη δίκη Αββακούμ-«Όλα ξεκίνησαν από το δάνειο του»

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ