powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Άσκησε έφεση για την ποινή του ο Εισαγγελέας γιατί δεν κατέθεσε ως μάρτυρας, αιχμές Εφετείου για... αντίποινα-«Θέμα επιλογής και όχι ανάγκης» οι αναστολές διώξεων

Αιχμές που παραπέμπουν στην εργαλοιοποίηση της Δικαιοσύνης, που ενδεχομένως να χρησιμοποιήθηκε για σκοπούς... αντιποίνων σε πρόσωπο που εν τέλει δεν επιθυμούσε να καταθέσει εναντίον συγκατηγορούμενων του, προκύπτουν από την απόφαση Εφετείου, το οποίο μεταξύ άλλων, μίλησε για «τιμωρητική διάθεση» από πλευράς Γενικού Εισαγγελέα, το οποίο επιζητούσε να ανατρέψει την ποινή που του επιβλήθηκε από το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας.  

Την ίδια ώρα βέβαια, ανοίγει για άλλη μια φορά την μεγάλη συζήτηση σε ό,τι αφορά τους μάρτυρες κατηγορίας, οι οποίοι τυγχάνουν ευνοϊκής μεταχείρισης, χωρίς να υπάρχουν δικλίδες ασφαλείας και όρια, και εν τέλει οι υποθέσεις καταρρέουν, με αποτέλεσμα όλοι οι κατηγορούμενοι, ακόμη και οι καταδικασθέντες, να απελευθερώνονται, είτε λόγω αθώωσης είτε λόγω αναστολής διώξεων από τον Γενικό Εισαγγελέα. 

Πρόκειται για υπόθεση εμπρησμού υποστατικού, όπου το Κακουργιοδικείο Λευκωσίας επέβαλε στον κατηγορούμενο ποινή φυλάκισης 2½ ετών, καθώς άλλους έξι μήνες στην κατηγορία πρόκλησης ζημιάς, ενώ αποφάσισε την αναστολή της ποινής φυλάκισης για περίοδο 3 ετών.

Ο Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας, ο οποίος εκπροσωπείτο από την Σ. Παπουή, άσκησε έφεση για τις ποινές που επιβλήθηκαν στον κατηγορούμενο, ως έκδηλα ανεπαρκείς, ενώ χαρακτήρισε λανθασμένη την απόφαση για αναστολή των ποινών. 

Μάλιστα, ο Γενικός Εισαγγελέας είχε ζητήσει την έκδοση διατάγματος το οποίο να επιτρέπει την τροποποίηση των λόγων έφεσης διά της προσθήκης ενός τρίτου λόγου έφεσης με τον οποίο η επιβληθείσα ποινή να προσβάλλεται ως έκδηλα ανεπαρκής, ενόψει του γεγονότος ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο έλαβε υπόψιν του παράγοντα που τελικά δεν επιβεβαιώθηκε.

Δηλαδή, σύμφωνα με τα όσα καταγράφει η απόφαση, το γεγονός ότι το Δικαστήριο απέδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι ο κατηγορούμενος εξέφρασε την πρόθεση να μαρτυρήσει ως μάρτυρας κατηγορίας εναντίον των συγκατηγορούμενων του, ωστόσο αφότου έλαβε τη σχετική έκπτωση στην ποινή συνεπεία της δεδηλωμένης πρόθεσής του, εν τέλει υπαναχώρησε και δεν έδωσε μαρτυρία. Μάλιστα, όπως ήταν η θέση του Γενικού Εισαγγελέα ενώπιον Εφετείου, η υπαναχώρηση από μέρους του κατηγορούμενου  ανάγκασε την Νομική Υπηρεσία να αναστείλει την υπόθεση εναντίον των συγκατηγορούμενων του.

Είναι για αυτό το λόγο που άσκησε έφεση ο Γενικός Εισαγγελέας, με τον δικηγόρο του κατηγορούμενου, Α. Ανδρέου, να υποδεικνύει το αβάσιμο και αδικαιολόγητο των αιτημάτων, λέγοντας πως δεν σχετίζονται με την επιβληθείσα ποινή.

Όπως επισημάνθηκε, αποδοχή των αιτημάτων θα αποστερούσε από τον κατηγορούμενο του δικαιώματος να εξεταστούν οι λόγοι που τον ώθησαν να ανακαλέσει την πρόθεσή του, ενώ αναφέρθηκε και στην υπέρμετρη καθυστέρηση, τέσσερεις μήνες μετά την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου σε σχέση με τους συγκατηγορούμενους του.

Επίσης, έγινε επίκληση και της μη αποκάλυψης από πλευράς του κατηγορούμενου του λόγου για τον οποίο δεν υλοποιήθηκε η πρόθεση του, ο οποίος ήταν γνωστός σε αυτόν, ήτοι η συνεχής έκφραση απειλών εναντίον του και της οικογένειάς του, σε συνδυασμό με τη ρητή αναφορά της Αστυνομίας για αδυναμία ουσιαστικής προστασίας.

Σε πρώτο στάδιο το Εφετείο απέρριψε την προσθήκη τρίτου λόγου έφεσης, καθώς επρόκειτο για γεγονός μεταγενέστερο της πρωτόδικης απόφασης και ως εκ τούτου, υπέδειξε πως το γεγονός αυτό, από μόνο του, είναι αρκετό για να καταδείξει το ανεδαφικό του αιτήματος.

Εφετείο: Έπεται ότι στερείται ερείσματος η θέση ότι θα μπορούσε η πρωτόδικη κρίση να κριθεί ως έκδηλα ανεπαρκής επειδή, μεταγενέστερα της απόφασης, υπήρξε ένα συγκεκριμένο γεγονός. Δεν κατανοούμε πώς θα μπορούσε να θεωρηθεί εσφαλμένη πρωτόδικη κρίση επί τη βάσει γεγονότος που δεν υφίστατο κατά τον χρόνο λήψης της. Διαφαίνεται να αναζητείται από το Εφετείο παρέμβαση στην ποινή, ενεργώντας, κατ' ουσίαν, πρωτογενώς επί σημείου το οποίο δεν υφίστατο κατά τον χρόνο που το πρωτόδικο Δικαστήριο επέβαλλε την ποινή και με βάση το πώς θα έπρεπε να αποφάσιζε το πρωτόδικο Δικαστήριο δεδομένου μεταγενέστερου γεγονότος. Ούτε, φυσικά, θα μπορούσε ένα τέτοιο μεταγενέστερο γεγονός να προσαχθεί ενώπιον του Εφετείου προς τον σκοπό αύξησης της επιβληθείσας ποινής.

 

Από εκεί και πέρα, το Εφετείο ανέφερε ότι αίτημα για προσθήκη ενός τέτοιου λόγου έφεσης, που εισάγει νέο ζήτημα στην έφεση, δεν θα μπορούσε να εγκριθεί καθ' ότι ουδόλως δικαιολογείται ο χρόνος που μεσολάβησε μέχρι την καταχώριση της αίτησης.

Όπως υπέδειξε, είναι αντιληπτό ότι το τι προκάλεσε το διάβημα από μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, είναι το ότι, ενώ ο κατηγορούμενος έτυχε ευεργετήματος στην ποινή που του επιβλήθηκε, λόγω της δεδηλωμένης πρόθεσής του να καταθέσει εναντίον των συγκατηγορούμενων του, εν τέλει δεν κατέθεσε, με το Εφετείο να στέλνει το μήνυμα πως επρόκειτο για θέμα επιλογής και όχι ανάγκης. 

Εφετείο: Φρονούμε ότι το ζήτημα τίθεται με ένα απλουστευμένο τρόπο που μάλιστα αφήνει να αιωρείται υποψία τιμωρητικής διάθεσης από πλευράς εφεσείοντα. Δεν είναι άνευ σημασίας, ασφαλώς, το ότι η επίκληση από πλευράς αιτητή ότι αναγκάστηκε να αναστείλει τη διαδικασία εναντίον των συγκατηγορούμενων του εφεσίβλητου, λόγω υπαναχώρησής του, ουδόλως αποτυπώνει την πλήρη εικόνα. Από μόνες τους, οι πρόνοιες του Άρθρου 58 του Κεφ. 155, οι οποίες αφορούν περιπτώσεις άρνησης ή αμέλειας προσκόμισης μαρτυρίας, καταδεικνύουν ότι η απόφαση για αναστολή της διαδικασίας ήταν θέμα επιλογής και όχι ανάγκης. Επρόκειτο για έναν ικανό και εξαναγκάσιμο μάρτυρα, ο οποίος είχε δώσει κατάθεση σχετικά με τα γεγονότα που θα μαρτυρούσε.

 

Μάλιστα, πηγαίνοντας ένα βήμα παραπέρα, το Εφετείο ανέφερε πως οι ισχυρισμοί του κατηγορούμενου, περί απειλών, για τους λόγους που δεν υλοποίησε την πρόθεσή του να καταθέσει, ενδεχομένως να τύγχαναν αποδοχής από το πρωτόδικο Δικαστήριο, εφόσον τίθεντο ενώπιόν του. Κάτι που θα επιτυγχάνετο, όπως υπέδειξε, με την κλήση του ενώπιον του Δικαστηρίου και χειρισμό της περίπτωσης αναλόγως της στάσης του και της αιτιολόγησής της.

Εφετείο: Πέραν των πιο πάνω, θα μπορούσε να προβληματίσει και το κατά πόσο μία τέτοια περίπτωση θα μπορούσε να εμπίπτει στις πρόνοιες του μέρους του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, που αφορά ποινικά αδικήματα κατά την απονομή δικαιοσύνης ή κατά πόσο μία τέτοια περίπτωση χρήζει, μέσω τροποποίησης της νομοθεσίας, νομοθετικής κάλυψης. Ώστε να μπορεί να τυγχάνει δικαστικής αντιμετώπισης, τηρουμένης πάντοτε της ευχέρειας προβολής, υπό μορφή υπεράσπισης, της όποιας αιτιολόγησης, ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί το κακοπροαίρετο ή μη της εκάστοτε περίπτωσης μη υλοποίησης δεδηλωμένης πρόθεσης κατάθεσης εναντίον συγκατηγορούμενου.

 

Στην βάση των πιο πάνω, το Εφετείο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, αποστέλλοντας σαφές μηνύματα σε ό,τι αφορά τους χειρισμούς σε ποινικές υποθέσεις και τους μάρτυρες κατηγορίας που καταθέτουν εναντίον συγκατηγορουμένων τους, τυγχάνοντας ευνοϊκή μεταχείριση. 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ