Απέρριψε το αίτημα του Θεόδωρου Θεοφάνους, γνωστού ως Κομμωτή, το Ανώτατο Δικαστήριο, για επανάνοιγμα της υπόθεσής της διπλής δολοφονίας μητέρας και κόρης, το 2012, για την οποία καταδικάστηκε σε ισόβια, επικαλούμενος ένορκες δηλώσεις μαρτύρων που ανακαλούσαν ή ανασκεύαζαν τη μαρτυρία που είχαν δώσει ενώπιον Κακουργιοδικείου.
Σύμφωνα με ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας, πρόκειται για την πρώτη υπόθεση που εκδικάζεται βάσει της νέας νομοθεσίας, η οποία επιτρέπει, υπό προϋποθέσεις, την επανεκδίκαση ποινικής υπόθεσης στη βάση νέων στοιχείων ή γεγονότων.
Ο Θεοφάνους καταδικάστηκε στις 31 Οκτωβρίου 2012 από το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Πάφου για τον εκ προμελέτης φόνο της 24χρονης Iulia Oboroc, την ανθρωποκτονία της 3,5 ετών Βικτώριας Ποζίδου, καθώς και για αδικήματα που αφορούσαν την κατοχή πυροβόλου όπλου, φυσιγγίων και εκρηκτικών υλών. Η καταδίκη του επικυρώθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στις 6 Απριλίου 2015.
Όπως αναφέρεται στην ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας, ο αιτητής προσέφυγε στο Ανώτατο βάσει του άρθρου 9(3)(δ) των περί Απονομής της Δικαιοσύνης (Ποικίλαι Διατάξεις) Νόμων, υποστηρίζοντας ότι στοιχεία που προέκυψαν μετά την καταδίκη του δημιουργούν θεμελιώδεις αμφιβολίες για την ορθότητά της.
Ειδικότερα, σύμφωνα με την απόφαση του Ανωτάτου, ο Θεοφάνους επικαλέστηκε ένορκη δήλωση του μάρτυρα κατηγορίας Γεώργιου Σαχμπάζοβ, ημερομηνίας 1ης Ιουνίου 2020, με την οποία ο τελευταίος φέρεται να ανακάλεσε την προηγούμενη μαρτυρία του, υποστηρίζοντας ότι είχε καταθέσει ψευδώς και ότι δεν βρισκόταν στη σκηνή των εγκλημάτων.
Παράλληλα, ο αιτητής παρουσίασε δηλώσεις και ένορκες μαρτυρίες τρίτων προσώπων, σύμφωνα με τις οποίες ο δεύτερος μάρτυρας κατηγορίας, Αντώνης Προκοπίου Κίτας, φέρεται να είχε παραδεχθεί ότι ο Θεοφάνους δεν ήταν ο δράστης και ότι η μαρτυρία του περί ομολογίας του αιτητή ήταν ψευδής. Προβλήθηκαν, επίσης, ισχυρισμοί ότι ο συγκεκριμένος μάρτυρας είχε αναφέρει πως η Αστυνομία τον καθοδήγησε να καταθέσει εναντίον του.
Ο αιτητής υποστήριξε ότι τα στοιχεία αυτά κλονίζουν το αποδεικτικό θεμέλιο της καταδίκης του και ζήτησε την επανεκδίκαση της υπόθεσης ή, λόγω της μακράς κράτησής του, την αθώωσή του.
Η Νομική Υπηρεσία αναφέρει ότι θέση του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ήταν πως τα στοιχεία που προσκομίστηκαν δεν δικαιολογούσαν την ενεργοποίηση της συγκεκριμένης νομοθετικής πρόνοιας.
Το σκεπτικό του Ανωτάτου
Εξετάζοντας την αίτηση, το Ανώτατο έκρινε ότι η εξουσία επανεκδίκασης ποινικής υπόθεσης έχει εξαιρετικό χαρακτήρα, καθώς πρέπει να συνυπάρχει με τη θεμελιώδη αρχή της τελεσιδικίας των δικαστικών αποφάσεων.
Σύμφωνα με την απόφαση, το άρθρο 9(3)(δ) επιτρέπει την επανεκδίκαση όταν υπάρχουν νέα στοιχεία ή γεγονότα τα οποία ενδέχεται να ανατρέψουν, εν όλω ή εν μέρει, την καταδικαστική απόφαση. Το Δικαστήριο διευκρίνισε ότι η διαδικασία δεν προορίζεται για την επανεξέταση της ορθότητας της αρχικής απόφασης με βάση το αποδεικτικό υλικό που είχε ήδη παρουσιαστεί κατά τη δίκη.
Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, το Ανώτατο ανέφερε ότι στα νέα στοιχεία μπορούν να περιλαμβάνονται γεγονότα που υπήρχαν κατά την αρχική δίκη, αλλά παρέμειναν άγνωστα και αποκαλύφθηκαν μεταγενέστερα, καθώς και γεγονότα που προέκυψαν μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας.
Ως παραδείγματα αναφέρθηκαν η αποκάλυψη του πραγματικού δράστη, η εμφάνιση κρίσιμου αυτόπτη μάρτυρα και η ανεύρεση γενετικού υλικού που συνδέεται με την υπόθεση.
Ωστόσο, το Δικαστήριο κατέληξε ότι η μεταγενέστερη ανάκληση ή ανασκευή μαρτυρίας που είχε ήδη δοθεί και αξιολογηθεί κατά την αρχική δίκη δεν μπορεί να θεωρηθεί «νέο στοιχείο ή γεγονός» κατά την έννοια του νόμου.
Όπως αναφέρεται στην απόφαση, η αντίθετη προσέγγιση θα μετέτρεπε την εξαιρετική διαδικασία σε μηχανισμό εκ νέου αξιολόγησης της μαρτυρίας και της αποδεικτικής κρίσης στην οποία στηρίχθηκε η καταδικαστική απόφαση, υπονομεύοντας την ασφάλεια δικαίου και την τελεσιδικία.
Καταλήγοντας, το Ανώτατο έκρινε την αίτηση αβάσιμη και την απέρριψε ομόφωνα.Δεν εξέδωσε διαταγή για έξοδα, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της αίτησης και το γεγονός ότι ο αιτητής εκτίει ποινή ισόβιας φυλάκισης.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Νομικής Υπηρεσίας, εκ μέρους του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας την υπόθεση χειρίστηκαν οι Ανώτεροι Δικηγόροι της Δημοκρατίας Νίνος Κέκκος και Ανδρέας Χατζηκύρου.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Έκλεισε η υπόθεση της απόδρασης του Κομμωτή για τα μέλη της ΜΜΑΔ-Δεν εντοπίστηκαν σε βάρος τους ούτε πειθαρχικά παραπτώματα
Υπενθυμίζεται ότι ο Κομμωτής, το 2024 είχε αποδράσει, όταν μετέβη με αστυνομική συνοδεία στην οικία του, στα Χολετριά της Πάφου και καταζητείτο για τέσσερις μέρες προτού επανασυλληφθεί στη Λεμεσό. Μετά την απόδρασή του, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας καρατόμησε τόσο τον Αρχηγό Αστυνομίας Στέλιο Παπαθεοδώρου και τον Υπαρχηγό, Δημήτρη Δημητρίου όσο και τον Διευθυντή των Κεντρικών Φυλακών, Χάρη Φιλιππίδη.
Ο Κομμωτής, μαζί με ένα πρόσωπο που συνελήφθη ως συνεργός του, καταδικάστηκαν σε ποινές φυλάκισης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Διάταγμα ΕΔΑΔ για μη επιστροφή κατάδικου στις Κεντρικές που τραυματίστηκε στο κεφάλι μετά από ξυλοδαρμό-Τον μετέφεραν όμως ήδη πίσω, είχαν ενημερωθεί
- Προσθήκη μάρτυρα στο... παρά δύο στη δίκη εγγράφων, ενστάσεις και αιχμές κατά ΚΑ για σκοπιμότητες-«Το πρωί του έδωσαν τα τεκμήρια, άσχετος με την υπόθεση»
- Προβλήματα στην Πάφο από την κακοκαιρία-Πτώση δέντρου προκάλεσε ζημιά σε πάσσαλο της ΑΗΚ, πέργκολα καταπλάκωσε οχήματα (pics)
- Πράσινο Euroleague για να αγωνιστεί στην Κύπρο η Μακάμπι-Περιμένουν ενημέρωση για τον πρώτο αγώνα οι Αρχές











