Ξεκινώντας από τα βασικά, τα οποία γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν η Αστυνομία και οι Δημόσιοι Κατήγοροι, οι δικαστικές διαδικασίες είναι δημόσιες. Αυτό σημαίνει ότι οποιοσδήποτε πολίτης έχει το δικαίωμα να τις παρακολουθήσει, ενώ οι δημοσιογράφοι έχουν το δικαίωμα αλλά και την ευθύνη, να ενημερώνουν την κοινή γνώμη για όσα λέγονται στο Δικαστήριο και για το ποιοι τα λένε. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις κατά τις οποίες μια δίκη ή δικαστική διαδικασία διεξάγεται κεκλεισμένων των θυρών. Κάτι που συμβαίνει, κατά κύριο λόγο, σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως ή όταν προκύπτουν ζητήματα εθνικής ασφάλειας, όπως σε υποθέσεις τρομοκρατίας.
Ένα δεύτερο δεδομένο, το οποίο επίσης γνωρίζουν ή θα έπρεπε να γνωρίζουν η Αστυνομία και οι Δημόσιοι Κατήγοροι, είναι ότι οι δικαστικές αποφάσεις που δημοσιεύονται και είναι ελεύθερα προσβάσιμες στο κοινό, καταγράφουν μεταξύ άλλων τα ονόματα των κατηγορουμένων, καθώς και τα ονόματα των προσώπων που κλήθηκαν να καταθέσουν, μαζί με το συνοπτικό περιεχόμενο της μαρτυρίας τους.
Συνεπώς, εφόσον τα πιο πάνω είναι ξεκάθαρα, οι επανειλημμένες -και κάποιες φορές επίμονες- παρακλήσεις προς δημοσιογράφους, είτε κατ’ ιδίαν είτε μέσω τρίτων, από μέλη της Αστυνομίας και Δημόσιους Κατήγορους, με αφορμή δίκες που βρίσκονται σε εξέλιξη τους τελευταίους μήνες, είναι όχι μόνο άνευ ουσίας, αλλά δημιουργούν και ζητήματα που άπτονται της ίσης μεταχείρισης.
Και αυτό διότι, οι αστυνομικοί και οι Δημόσιοι Κατήγοροι που απευθύνονται σε δημοσιογράφους ζητώντας να μην αναφέρονται τα ονόματα αστυνομικών ή άλλων μαρτύρων που καλούνται να καταθέσουν σε μια δίκη δεν φαίνεται να έχουν αντίστοιχη ένσταση ως προς την αναγραφή των ονομάτων των υπόλοιπων εμπλεκομένων. Το πρόβλημα, όπως προκύπτει από τις συγκεκριμένες παρεμβάσεις, είναι η δημοσίευση των δικών τους ονομάτων σε δημοσιογραφικά ρεπορτάζ, χωρίς να προβάλλεται η ίδια απαίτηση για τους κατηγορουμένους ή για το σύνολο των μαρτύρων.
Αντιθέτως, δημιουργείται η εντύπωση ότι ορισμένοι -δηλαδή οι ίδιοι- θεωρούν πως θα πρέπει να εξαιρούνται και να αντιμετωπίζονται διαφορετικά από όλους τους υπόλοιπους. Δεν έχουν πρόβλημα να γράφονται τα ονόματα των δικηγόρων, των δικαστών ή άλλων μαρτύρων. Έχουν όμως πρόβλημα να γράφονται τα δικά τους ή συγκεκριμένων προσώπων που οι ίδιοι θέλουν, παρά το γεγονός πως δεν προκύπτει κανένα ζήτημα ασφάλειας. Για αυτό και απευθύνουν επίμονες παρακλήσεις, ζητώντας να αναγράφονται μόνο τα αρχικά των ονομάτων τους, ενώ τα ονόματα άλλων προσώπων που συμμετέχουν στην ίδια δικαστική διαδικασία δημοσιεύονται κανονικά, χωρίς να έχουν κανένα πρόβλημα.
Και σε αυτό το σημείο, υπάρχει ακόμη μία σημαντική παράμετρος που πρέπει να επισημανθεί. Ένας αστυνομικός που είχε εμπλοκή στη διερεύνηση μιας υπόθεσης, οποιαδήποτε υπόθεση, καλείται ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσει και να αντεξεταστεί από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων, οι οποίοι έχουν τη δυνατότητα να αμφισβητήσουν την εκδοχή του. Μια εκδοχή που, που σε αρκετές περιπτώσεις, ενδέχεται να έχει ήδη προβληθεί δημόσια από την πλευρά της Αστυνομίας, με τα ΜΜΕ να έχουν την ευκαιρία να ακούσουν και να μεταφέρουν και την αντίθετη πλευρά.
Μέσα από τη διαδικασία της αντεξέτασης και γενικότερα της δίκης, δίνεται η δυνατότητα να ακουστούν και οι δύο πλευρές και να εξεταστούν τα δεδομένα υπό διαφορετικές οπτικές γωνίες, ώστε να υπάρχει και η κρίση του Δικαστηρίου. Παρόλα αυτά, η Αστυνομία και οι Δημόσιοι Κατήγοροι υποβάλλουν αιτήματα ή απευθύνουν παρακλήσεις προκειμένου να μην αναγράφονται τα ονόματα μαρτύρων, κυρίως αστυνομικών!
Κάτι που έρχεται σε αντίθεση με την πρακτική που ακολουθείται από την Αστυνομία κατά τη διερεύνηση των υποθέσεων, η οποία ενημερώνει το κοινό με τρόπο που επιθυμεί και κατόπιν οδηγιών της ηγεσίας, στο πλαίσιο της δικής της αποστολής, χωρίς σε κάποιες περιπτώσεις να προστατεύει ονόματα και επίθετα εμπλεκομένων. Ακόμα και σε υποθέσεις σεξουαλικής φύσεως, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητες, ας μην ξεχνάμε πως διέρρευσαν σε χρόνο ρεκόρ τα ονόματα των προσώπων που προέβησαν σε καταγγελία.
Είναι κατανοητό να υπάρχει αίτημα προστασίας για μυστικούς αστυνομικούς που συμμετέχουν σε επιχειρήσεις. Ακόμη και σε αυτές τις περιπτώσεις, όμως, όπου ενδέχεται να ελλοχεύουν κίνδυνοι, τα πρόσωπα που σχετίζονται με το οργανωμένο έγκλημα είναι πιθανό να γνωρίζουν ήδη την ταυτότητα ή τον ρόλο συγκεκριμένων αστυνομικών, χωρίς να χρειάζονται κάποιον δημοσιογράφο για να ενημερωθούν.
Σε κάθε περίπτωση, το αίτημα που αφορά συγκεκριμένους αστυνομικούς οι οποίοι υπηρετούν σε ειδικές υπηρεσίες ή συμμετέχουν σε επιχειρήσεις μπορεί να γίνει κατανοητό, όπως και σε άλλες ειδικές περιπτώσεις, που επίσης είναι κατανοητό και αστυνομικοί που εκτελούν στο ακέραιο τη δουλειά τους απευθύνονται με ευγενικό τρόπο στα ΜΜΕ για να προστατεύσουν μια κατάσταση και υπάρχει αλληλοκατανόηση.
Οι παρακλήσεις, ωστόσο, από αστυνομικούς που υπηρετούν σε υπηρεσίες που είχαν εμπλοκή στη διερεύνηση οποιασδήποτε υπόθεσης και καλούνται να καταθέσουν, δεν φαίνεται να διαθέτουν το ίδιο υπόβαθρο, ώστε να δικαιολογούν μια γενικευμένη απαίτηση για μη δημοσίευση των ονομάτων τους. Ποιος ο λόγος της ανωνυμίας του αστυνομικού -για παράδειγμα- που καλείται να καταθέσει στην δίκη της Μονής Αββακούμ; Ή των διαβατηρίων;
Οι αστυνομικοί συμμετείχαν στη διερεύνηση μιας υπόθεσης, ενήργησαν -κατά τη θέση τους- στο πλαίσιο των καθηκόντων τους και έπραξαν όσα θεωρούσαν ορθά. Στη συνέχεια, καλούνται ενώπιον του Δικαστηρίου για να καταθέσουν και να αντεξεταστούν. Πρόκειται για μια διαδικασία που θα έπρεπε να γνωρίζουν εξαρχής ότι ενδέχεται να ακολουθήσει την εμπλοκή τους σε μια υπόθεση, καθώς αποτελεί μέρος των καθηκόντων ενός αστυνομικού, ιδιαίτερα όσων υπηρετούν σε συγκεκριμένα τμήματα.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να διευκρινιστεί ότι τα συγκεκριμένα αιτήματα που υποβάλλονται τον τελευταίο καιρό σε δημοσιογράφους, προέρχονται από αστυνομικούς συγκεκριμένων τμημάτων και αφορούν συγκεκριμένες υποθέσεις. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για ένα γενικό ζήτημα ούτε για παρεμβάσεις που αφορούν την πλειοψηφία των αστυνομικών οι οποίοι καταθέτουν ενώπιον των Δικαστηρίων για διάφορες υποθέσεις.
Καταληκτικά, από δημοσιογραφικής άποψης, η διαφάνεια και η ίση μεταχείριση προϋποθέτουν την εφαρμογή κοινών αρχών, χωρίς επιλεκτικές εξαιρέσεις, ανάλογα με την ιδιότητα ή τη θέση του κάθε προσώπου. Οι δημοσιογράφοι δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως αποδέκτες υποδείξεων ή παρακλήσεων κάθε φορά που η δημοσιοποίηση ενός ονόματος δεν εξυπηρετεί τις επιθυμίες κάποιων.
Η προστασία μαρτύρων είναι ένα απολύτως κατανοητό και σοβαρό ζήτημα, όταν συντρέχουν πραγματικοί λόγοι, ωστόσο δεν μπορεί να μετατρέπεται ως μια γενική απαίτηση για ανωνυμία, ούτε να εφαρμόζεται κατά το δοκούν. Εξάλλου, εάν η Αστυνομία ή η Νομική Υπηρεσία κρίνουν ότι συγκεκριμένοι μάρτυρες χρήζουν προστασίας, υπάρχουν θεσμικές διαδικασίες μέσω των οποίων μπορεί να επιδιωχθεί η προστασία τους. Μπορεί δηλαδή η Κατηγορούσα Αρχή να ζητήσει όπως η διαδικασία διεξαχθεί κεκλεισμένων των θυρών και να αποφασίσει το Δικαστήριο εάν πληρούνται οι προϋποθέσεις.
Ωστόσο, η διαδικασία αυτή, σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να υποκαθίσταται από άμεσες ή έμμεσες παρεμβάσεις ή παρακλήσεις προς τα ΜΜΕ. Η δημοσιογραφική κάλυψη μιας δημόσιας δίκης δεν μπορεί να είναι επιλεκτική, του τύπου το όνομα αυτού του μάρτυρα μπορεί να καταγραφή αυτού όχι, το όνομα του δικαστή μπορεί να γραφτεί το όνομα του τάδε όχι, ούτε η ενημέρωση μπορεί να προσαρμόζεται με βάση τις επιθυμίες του οποιουδήποτε.
Όπως αναφέρει πολλές φορές η Αστυνομία αλλά και η Νομική Υπηρεσία, υπάρχουν θεσμικές διαδικασίες, τις οποίες μπορεί να ακολουθήσει και για αυτή την περίπτωση.
*Διευκρινίζεται και τονίζεται πως τα σχετικά αιτήματα προς δημοσιογράφους για διατήρηση της ανωνυμίας των αστυνομικών ή άλλων συγκεκριμένων μαρτύρων (σ.σ όχι υπό προστασία μάρτυρες) που κλήθηκαν ή καλούνται να καταθέσουν, υποβάλλονται έντονα τον τελευταίο καιρό και δεν προέρχονται από την πλειοψηφία των αστυνομικών που παρουσιάζονται καθημερινά στα Δικαστήρια, σε διάφορες υποθέσεις.











