Η εικόνα των φλεγόμενων οδοφραγμάτων, των σπασμένων βιτρινών και των συγκρούσεων με την αστυνομία επέστρεψε το Σάββατο 17 Οκτωβρίου στους δρόμους της Γαλλίας, σε μία από τις σοβαρότερες ημέρες κοινωνικής έντασης των τελευταίων ετών. Από το Παρίσι και τη Λυών μέχρι τη Μασσαλία, τη Λιλ, τη Ρεν και την Τουλούζη, χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν σε συγκεντρώσεις διαμαρτυρίας για το αυξανόμενο κόστος ζωής, την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών και την πολιτική της κυβέρνησης. Οι κινητοποιήσεις, που ξεκίνησαν τον Σεπτέμβριο από μαθητές και φοιτητές, απέκτησαν σταδιακά ευρύτερα χαρακτηριστικά, με τη συμμετοχή εργατικών συνδικάτων, αγροτών και ομάδων που συνδέονται με τα «Κίτρινα Γιλέκα».
Σύμφωνα με την εργατική συνομοσπονδία CGT, περισσότεροι από 500.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις σημερινές διαδηλώσεις, αριθμός που δεν επιβεβαιώνεται από ανεξάρτητη καταμέτρηση. Οι αρχές είχαν προβλέψει συμμετοχή έως 150.000 ανθρώπων εκτός της μητροπολιτικής περιοχής του Παρισιού και περίπου 40.000 στην πρωτεύουσα. Οι συγκεκριμένοι αριθμοί ήταν εκτιμήσεις πριν από τις συγκεντρώσεις και δεν αποτελούν τελικό απολογισμό.
Η Λυών υπήρξε ένα από τα σημαντικότερα επίκεντρα των επεισοδίων, με την αστυνομία να υπολογίζει περίπου 20.000 διαδηλωτές. Στο κέντρο της πόλης σημειώθηκαν εκτεταμένες καταστροφές, πυρκαγιές και λεηλασίες, ενώ στις φλόγες παραδόθηκε το γραφείο τουρισμού. Στη Μασσαλία διαδηλωτές επιτέθηκαν σε αστυνομικές εγκαταστάσεις, ενώ στο Παρίσι ομάδες νεαρών συγκρούστηκαν με δυνάμεις ασφαλείας, που χρησιμοποίησαν δακρυγόνα και οχήματα εκτόξευσης νερού. Στην γαλλική πρωτεύουσα ένας άνδρας μάλιστα έχασε τη ζωή του.
Επεισόδια καταγράφηκαν επίσης στη Ρεν, στην Τουλούζη και σε άλλες μεγάλες πόλεις. Η πλειονότητα των συγκεντρώσεων, πάντως, δεν είχε τον ίδιο χαρακτήρα, καθώς χιλιάδες διαδηλωτές συμμετείχαν σε ειρηνικές πορείες.
Η κυβέρνηση του Σεμπαστιάν Λεκορνί κατήγγειλε τις επιθέσεις και τις καταστροφές, αποδίδοντας μεγάλο μέρος των βίαιων ενεργειών σε οργανωμένες ομάδες της άκρας Αριστεράς. Οι συνδικαλιστικές οργανώσεις, από την πλευρά τους, επιμένουν ότι το ουσιαστικό ζήτημα βρίσκεται στις κοινωνικές διεκδικήσεις και στην ανάγκη αλλαγής της οικονομικής πολιτικής. Το υπουργείο Εσωτερικών βρίσκεται επίσης αντιμέτωπο με ερωτήματα για τις μεθόδους καταστολής, μετά τους τραυματισμούς που έχουν καταγραφεί κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων των τελευταίων εβδομάδων.
Η εκπαίδευση, η ακρίβεια και η νέα γενιά που βγήκε στους δρόμους
Η σημερινή κινητοποίηση δεν ξεκίνησε από ένα ενιαίο συνδικαλιστικό αίτημα. Στις 18 Σεπτεμβρίου είχαν αρχίσει οι μαθητικές και φοιτητικές διαμαρτυρίες, με τους συμμετέχοντες να καταγγέλλουν τις ελλείψεις εκπαιδευτικών, την υποχρηματοδότηση των σχολείων, την κατάσταση των κτιριακών εγκαταστάσεων και τις δυσκολίες πρόσβασης στην ανώτατη εκπαίδευση. Στο επίκεντρο βρέθηκε επίσης το Parcoursup, η ηλεκτρονική διαδικασία υποβολής και αξιολόγησης αιτήσεων εισαγωγής στα γαλλικά πανεπιστήμια, την οποία επικρίνουν οργανώσεις μαθητών και φοιτητών.
Οι κινητοποιήσεις συνεχίστηκαν με αποκλεισμούς σχολείων και πανεπιστημιακών εγκαταστάσεων και σταδιακά άρχισαν να συνδέονται με αιτήματα ευρύτερων κοινωνικών ομάδων. Στις 13 Οκτωβρίου, σε μία από τις προηγούμενες μεγάλες ημέρες διαμαρτυρίας, το υπουργείο Εσωτερικών είχε καταγράψει 161.500 συμμετέχοντες, ενώ οι οργανώσεις της νεολαίας έκαναν λόγο για 480.000. Η απόκλιση των αριθμών αποτυπώνει και τη δυσκολία εξαγωγής ενός κοινά αποδεκτού απολογισμού στις γαλλικές κοινωνικές κινητοποιήσεις.
Στο μεταξύ, η αύξηση των τιμών των καυσίμων, τα ακριβά ενοίκια, οι πιέσεις στην αγοραστική δύναμη και η δυσαρέσκεια για τη λειτουργία των δημόσιων υπηρεσιών επανέφεραν στους δρόμους πολίτες που δεν συνδέονται οργανωτικά με το μαθητικό κίνημα. Αγροτικές οργανώσεις, ενώσεις οδηγών οχημάτων με μίσθωση και εργατικά συνδικάτα ανταποκρίθηκαν στο κάλεσμα της 17ης Οκτωβρίου. Η CGT συνέδεσε τα αιτήματα της νεολαίας με τις διεκδικήσεις για μισθούς, συντάξεις και δημόσιες δαπάνες.
Η ημερομηνία της σημερινής κινητοποίησης είχε αρχίσει να κυκλοφορεί στα κοινωνικά δίκτυα ήδη από τις αρχές Σεπτεμβρίου. Ένα βίντεο στο TikTok που δημοσιεύθηκε στις 7 Σεπτεμβρίου συγκέντρωσε περισσότερα από 600.000 likes και σχεδόν 10.000 σχόλια, καλώντας τους Γάλλους να διαδηλώσουν στις 17 Οκτωβρίου. Σύμφωνα με στοιχεία της εταιρείας Visibrain που δημοσίευσε η Le Monde, από τις 27 Σεπτεμβρίου καταγράφηκαν περίπου 460.000 αναρτήσεις σχετικές με τη συγκεκριμένη κινητοποίηση. Η απήχησή της αυξήθηκε καθώς οι διαμαρτυρίες των μαθητών συνάντησαν τη δυσαρέσκεια για την ακρίβεια.
Η σύγκλιση διαφορετικών κοινωνικών ομάδων παραπέμπει σε μια προηγούμενη περίοδο της προεδρίας Εμανουέλ Μακρόν. Τον Νοέμβριο του 2018, μία διαμαρτυρία για τη φορολογία των καυσίμων είχε εξελιχθεί σε ένα από τα μεγαλύτερα και πιο επίμονα κινήματα αμφισβήτησης της γαλλικής πολιτικής εξουσίας. Σήμερα, οκτώ χρόνια αργότερα, η ακρίβεια και τα καύσιμα επανέρχονται στο επίκεντρο, ενώ η εμπλοκή μαθητών και φοιτητών προσθέτει ένα νέο στοιχείο στην κοινωνική αντιπαράθεση.
2017-2018: Η πρώτη σύγκρουση για την αγορά εργασίας και η έκρηξη των «Κίτρινων Γιλέκων»
Οι μεγάλες κοινωνικές συγκρούσεις της περιόδου Μακρόν ξεκίνησαν λίγους μήνες μετά την πρώτη εκλογή του, τον Μάιο του 2017. Τον Σεπτέμβριο εκείνης της χρονιάς, η κυβέρνησή του προχώρησε σε αλλαγές της εργατικής νομοθεσίας, επιδιώκοντας μεγαλύτερη ευελιξία στην αγορά εργασίας, αλλαγές στις συλλογικές διαπραγματεύσεις και περιορισμό ορισμένων εμποδίων στις απολύσεις. Η CGT και άλλα συνδικάτα αντέδρασαν, υποστηρίζοντας ότι οι μεταρρυθμίσεις αποδυνάμωναν την προστασία των εργαζομένων.
Στις 21 Σεπτεμβρίου 2017, το γαλλικό υπουργείο Εσωτερικών κατέγραψε 132.000 διαδηλωτές, ενώ η CGT έκανε λόγο για αρκετές εκατοντάδες χιλιάδες. Η πρώτη αυτή αντιπαράθεση έδειξε ότι ο νέος πρόεδρος ήταν αποφασισμένος να προχωρήσει στις εξαγγελθείσες μεταρρυθμίσεις, ακόμη και απέναντι στις αντιδράσεις των εργατικών οργανώσεων.
Το μεγαλύτερο κοινωνικό σοκ ήρθε τον Νοέμβριο του 2018. Η προαναγγελθείσα αύξηση των φόρων στα καύσιμα προκάλεσε την εμφάνιση των «Κίτρινων Γιλέκων», ενός κινήματος που αναπτύχθηκε έξω από τις παραδοσιακές συνδικαλιστικές δομές. Στις 17 Νοεμβρίου, περίπου 288.000 άνθρωποι συμμετείχαν σε αποκλεισμούς δρόμων και συγκεντρώσεις σε ολόκληρη τη χώρα, σύμφωνα με τον απολογισμό που δημοσίευσε η Le Monde. Μία γυναίκα έχασε τη ζωή της σε τροχαίο περιστατικό κοντά σε αποκλεισμό στη Σαβοΐα και περισσότεροι από 400 άνθρωποι τραυματίστηκαν κατά τη διάρκεια της πρώτης ημέρας των κινητοποιήσεων.
Το κίνημα σύντομα ξεπέρασε το αρχικό αίτημα για τα καύσιμα. Εργαζόμενοι της περιφέρειας, χαμηλόμισθοι, συνταξιούχοι και μικροεπαγγελματίες διαμαρτύρονταν για την επιβάρυνση των οικογενειακών προϋπολογισμών, τη φορολογική πολιτική και την αίσθηση ότι οι αποφάσεις του Παρισιού λαμβάνονταν χωρίς να υπολογίζονται οι ανάγκες της υπόλοιπης χώρας. Τα Σάββατα μετατράπηκαν σε ημέρες κινητοποιήσεων, με αποκλεισμούς κυκλικών κόμβων, διαδηλώσεις και επανειλημμένες συγκρούσεις στην πρωτεύουσα.
Ο Μακρόν αναγκάστηκε τελικά να αποσύρει την προγραμματισμένη αύξηση της φορολογίας στα καύσιμα και να ανακοινώσει μέτρα ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης, μεταξύ των οποίων φορολογικές και εισοδηματικές ελαφρύνσεις. Ακολούθησε ο λεγόμενος «Μεγάλος Εθνικός Διάλογος», μια προσπάθεια να συζητηθούν δημόσια τα αιτήματα που είχαν αναδειχθεί. Το κύμα των «Κίτρινων Γιλέκων» υποχώρησε σταδιακά μέσα στο 2019, αλλά επηρέασε καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο η γαλλική κοινωνία αντιμετώπιζε πλέον την προεδρία Μακρόν.
2019-2021: Οι απεργίες για τις συντάξεις, οι καταγγελίες αστυνομικής βίας και η πανδημία
Στα τέλη του 2019 ξέσπασε νέο κύμα κινητοποιήσεων, αυτή τη φορά για τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος. Η κυβέρνηση σχεδίαζε την ενοποίηση διαφορετικών επαγγελματικών καθεστώτων σε ένα νέο σύστημα υπολογισμού των συντάξεων. Οι αντιδράσεις ήταν ιδιαίτερα έντονες στις δημόσιες συγκοινωνίες, στους σιδηροδρόμους και στην εκπαίδευση. Από τις 5 Δεκεμβρίου ακολούθησαν πολυήμερες απεργίες, που επηρέασαν τις μετακινήσεις εκατομμυρίων Γάλλων. Οι επίσημες καταμετρήσεις κατά την πρώτη μεγάλη ημέρα κινητοποίησης ξεπέρασαν τις 800.000 συμμετοχές, ενώ τα συνδικάτα υποστήριζαν ότι περισσότεροι από 1,5 εκατομμύριο πολίτες είχαν βγει στους δρόμους.
Η μεταρρύθμιση εκείνης της περιόδου δεν ολοκληρώθηκε όπως αρχικά σχεδιάστηκε, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού οδήγησε σε αναστολή της διαδικασίας. Ωστόσο, το συνταξιοδοτικό παρέμεινε βασική πολιτική επιδίωξη του Μακρόν και θα επέστρεφε στο επίκεντρο τρία χρόνια αργότερα, με πολύ μεγαλύτερη ένταση.
Τον Νοέμβριο του 2020, εν μέσω της υγειονομικής κρίσης, νέες διαδηλώσεις πραγματοποιήθηκαν εναντίον του σχεδίου νόμου για την «καθολική ασφάλεια». Σημείο αντιπαράθεσης αποτέλεσε διάταξη σχετικά με τη δημοσιοποίηση εικόνων αστυνομικών εν ώρα υπηρεσίας, την οποία δημοσιογραφικές ενώσεις και οργανώσεις δικαιωμάτων θεωρούσαν απειλή για την ελευθερία της ενημέρωσης. Στις 28 Νοεμβρίου, 133.000 άνθρωποι διαδήλωσαν σύμφωνα με το υπουργείο Εσωτερικών, ενώ οι διοργανωτές ανέβασαν τον αριθμό στις 500.000. Εκείνη την ημέρα έγιναν 81 συλλήψεις και καταγράφηκαν δεκάδες τραυματισμοί αστυνομικών.
Η περίοδος 2021-2022 σημαδεύτηκε από κινητοποιήσεις κατά του υγειονομικού πιστοποιητικού και των περιορισμών της πανδημίας. Επρόκειτο για ένα ανομοιογενές κίνημα, στο οποίο συμμετείχαν πολίτες με διαφορετικές αντιλήψεις για τον εμβολιασμό, τα ατομικά δικαιώματα και τις κυβερνητικές αρμοδιότητες. Στις 4 Σεπτεμβρίου 2021, το υπουργείο Εσωτερικών κατέγραψε περίπου 140.000 διαδηλωτές. Για αρκετές εβδομάδες οι συγκεντρώσεις επαναλαμβάνονταν κάθε Σάββατο, συχνά με την παρουσία πρώην συμμετεχόντων στα «Κίτρινα Γιλέκα».
2022-2023: Η κρίση της αγοραστικής δύναμης και η μεγαλύτερη μάχη για το συνταξιοδοτικό
Η δεύτερη θητεία του Μακρόν, που ξεκίνησε τον Μάιο του 2022, συνέπεσε με τις οικονομικές επιπτώσεις της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία. Η άνοδος των τιμών της ενέργειας και των τροφίμων προκάλεσε νέες εργατικές διεκδικήσεις για αυξήσεις μισθών. Οι απεργίες στα διυλιστήρια και στις μεταφορές, ιδίως το φθινόπωρο του 2022, ανέδειξαν την πίεση που ασκούσε ο πληθωρισμός στα νοικοκυριά.
Η σημαντικότερη, ωστόσο, κοινωνική αναμέτρηση της δεύτερης θητείας ξεκίνησε τον Ιανουάριο του 2023. Η κυβέρνηση ανακοίνωσε τη σταδιακή αύξηση του νόμιμου ορίου συνταξιοδότησης από τα 62 στα 64 έτη, επικαλούμενη τη δημογραφική γήρανση και τις χρηματοδοτικές ανάγκες του συστήματος. Τα οκτώ μεγάλα γαλλικά συνδικάτα συγκρότησαν κοινό μέτωπο εναντίον της μεταρρύθμισης, οργανώνοντας διαδοχικές ημέρες πανεθνικών απεργιών.
Στις 7 Μαρτίου 2023 καταγράφηκε μία από τις μεγαλύτερες διαδηλώσεις της σύγχρονης γαλλικής ιστορίας. Το υπουργείο Εσωτερικών ανακοίνωσε συμμετοχή 1,28 εκατομμυρίου πολιτών, ενώ η CGT υποστήριξε ότι οι διαδηλωτές έφτασαν τα 3,5 εκατομμύρια. Μόνο στο Παρίσι, η αστυνομία μέτρησε 81.000 ανθρώπους, έναντι 700.000 σύμφωνα με το συνδικάτο. Η απόκλιση αποτυπώνει τη διαχρονική διαφωνία μεταξύ αρχών και οργανωτών ως προς τη μέτρηση της συμμετοχής.
Η κυβέρνηση επέλεξε να προχωρήσει στη μεταρρύθμιση χρησιμοποιώντας το άρθρο 49.3 του γαλλικού Συντάγματος, που επιτρέπει την υιοθέτηση νομοθεσίας χωρίς κανονική ψηφοφορία στην Εθνοσυνέλευση, εφόσον δεν υπερψηφιστεί πρόταση δυσπιστίας. Η απόφαση προκάλεσε νέα επεισόδια και διαδηλώσεις, καθώς οι αντίπαλοι της μεταρρύθμισης υποστήριζαν ότι η κυβέρνηση παρέκαμψε την κοινοβουλευτική διαδικασία για ένα νομοσχέδιο που αντιμετώπιζε εκτεταμένες κοινωνικές αντιδράσεις.
Η αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης τέθηκε σε ισχύ τον Σεπτέμβριο του 2023. Το πολιτικό κόστος, όμως, παρέμεινε σημαντικό, ενώ η συζήτηση για το μέλλον του συνταξιοδοτικού δεν έκλεισε. Το 2025 αποφασίστηκε η αναστολή της επίμαχης μεταρρύθμισης, γεγονός που δείχνει ότι ακόμη και μετά την ψήφιση ενός νόμου, η κοινωνική και πολιτική αντιπαράθεση μπορεί να συνεχίζεται για χρόνια.
Καλοκαίρι 2023: Ο θάνατος του Ναέλ και οι ταραχές στα προάστια
Τον Ιούνιο του 2023 η Γαλλία αντιμετώπισε μία διαφορετική κρίση. Ο θάνατος του 17χρονου Ναέλ Μερζούκ από πυρά αστυνομικού κατά τη διάρκεια τροχονομικού ελέγχου στη Ναντέρ προκάλεσε πολυήμερες ταραχές στο Παρίσι και σε πολλές άλλες πόλεις.
Οι συγκρούσεις δεν είχαν τα χαρακτηριστικά μιας οργανωμένης εργατικής κινητοποίησης. Συνδέθηκαν με τις σχέσεις αστυνομίας και νεολαίας, τις κοινωνικές συνθήκες στα υποβαθμισμένα προάστια, τις καταγγελίες για διακρίσεις και την ένταξη των νεότερων γενεών στη γαλλική κοινωνία. Εκατοντάδες οχήματα πυρπολήθηκαν, δημόσια κτίρια και καταστήματα υπέστησαν καταστροφές, ενώ πραγματοποιήθηκαν χιλιάδες συλλήψεις.
Η κρίση ανέδειξε ένα διαφορετικό πεδίο κοινωνικής έντασης. Οι αντιπαραθέσεις για το εισόδημα και τις οικονομικές μεταρρυθμίσεις συνυπήρχαν πλέον με συζητήσεις για τη δημόσια ασφάλεια, την κοινωνική συνοχή και τη λειτουργία των κρατικών θεσμών.
2024: Οι αγρότες αποκλείουν τη Γαλλία
Στις αρχές του 2024 η κοινωνική πίεση μεταφέρθηκε στην ύπαιθρο. Χιλιάδες αγρότες κινητοποιήθηκαν σε ολόκληρη τη χώρα, διαμαρτυρόμενοι για το κόστος παραγωγής, τις χαμηλές τιμές των προϊόντων, τη γραφειοκρατία, τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς και τον ανταγωνισμό από εισαγωγές.
Με τρακτέρ και αγροτικά μηχανήματα αποκλείστηκαν κεντρικοί αυτοκινητόδρομοι που οδηγούν στο Παρίσι, ενώ οι κινητοποιήσεις επεκτάθηκαν σε άλλες περιοχές της Γαλλίας. Η κυβέρνηση επιχείρησε να εκτονώσει την κρίση ανακοινώνοντας οικονομικά και διοικητικά μέτρα. Τον Φεβρουάριο, αγρότες συγκρούστηκαν με αστυνομικούς στο περιθώριο της Διεθνούς Αγροτικής Έκθεσης του Παρισιού, λίγο πριν από την επίσκεψη του Μακρόν.
Οι αγροτικές διαμαρτυρίες απέδειξαν ότι η αμφισβήτηση της κυβερνητικής πολιτικής δεν περιοριζόταν στους εργαζομένους των μεγάλων αστικών κέντρων. Αντίστοιχα αιτήματα εκφράζονταν από επαγγελματικές ομάδες που αντιμετώπιζαν διαφορετικές οικονομικές πιέσεις, αλλά ζητούσαν μεγαλύτερη κρατική παρέμβαση ή αλλαγές στους κανόνες που επηρέαζαν το εισόδημά τους.
2025: Από τη δημοσιονομική λιτότητα στο «Μπλοκάρουμε τα πάντα»
Το 2025 οι κοινωνικές διαμαρτυρίες συνδέθηκαν περισσότερο με τη δημοσιονομική κατάσταση της Γαλλίας. Τα σχέδια περιορισμού των δημόσιων δαπανών, η συζήτηση για τη φορολόγηση των υψηλότερων εισοδημάτων και οι ανησυχίες για τη χρηματοδότηση των κοινωνικών υπηρεσιών προκάλεσαν νέο κύμα αντιδράσεων.
Στις 10 Σεπτεμβρίου εμφανίστηκε το κίνημα «Bloquons tout» – «Μπλοκάρουμε τα πάντα» –, που είχε οργανωθεί κυρίως μέσω κοινωνικών δικτύων. Περίπου 200.000 άνθρωποι συμμετείχαν στις κινητοποιήσεις και στους αποκλεισμούς, σύμφωνα με την καταγραφή που επικαλείται η Le Monde. Το κίνημα, το οποίο αρχικά στρεφόταν κατά των προτεινόμενων περικοπών της κυβέρνησης Φρανσουά Μπαϊρού, εξελίχθηκε σε διαμαρτυρία και εναντίον της πολιτικής του Μακρόν.
Στις 18 Σεπτεμβρίου ακολούθησε η μεγάλη συνδικαλιστική κινητοποίηση κατά της λιτότητας. Πραγματοποιήθηκαν περισσότερες από 250 συγκεντρώσεις, με το υπουργείο Εσωτερικών να καταγράφει πάνω από 500.000 συμμετέχοντες, ενώ η CGT ανακοίνωσε περισσότερους από ένα εκατομμύριο. Στους δρόμους βρέθηκαν εκπαιδευτικοί, εργαζόμενοι στις μεταφορές, δημόσιοι υπάλληλοι και πολίτες που ζητούσαν ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών και μεγαλύτερη φορολογική δικαιοσύνη.
Οι διαδηλώσεις εκείνης της περιόδου συνέπεσαν με τη συνεχιζόμενη πολιτική αστάθεια, τις κυβερνητικές αλλαγές και τη δυσκολία συγκρότησης σταθερής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2024, η γαλλική Εθνοσυνέλευση παρέμεινε κατακερματισμένη, περιορίζοντας τα περιθώρια της εκτελεστικής εξουσίας να προωθεί μεγάλα δημοσιονομικά και κοινωνικά μέτρα χωρίς νέες πολιτικές συγκρούσεις.
2026: Η εκπαίδευση γίνεται το νέο επίκεντρο της κοινωνικής κρίσης
Οι σημερινές διαδηλώσεις αποτελούν τη συνέχεια αυτής της μακράς περιόδου αντιπαραθέσεων, αλλά εμφανίζουν και διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η συμμετοχή της νεότερης γενιάς είναι ιδιαίτερα σημαντική, καθώς οι μαθητές δεν διεκδικούν μόνο βελτίωση των συνθηκών εκπαίδευσης, αλλά εκφράζουν επίσης ανησυχίες για τις επαγγελματικές προοπτικές, το κόστος στέγασης και τις οικονομικές δυνατότητες των οικογενειών τους.
Η οικονομική κατάσταση της Γαλλίας περιπλέκει ακόμη περισσότερο την αναζήτηση λύσεων. Η χώρα αντιμετωπίζει υψηλό δημόσιο χρέος και πιέσεις για τη μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων, ενώ οι ανάγκες χρηματοδότησης του εκπαιδευτικού και κοινωνικού συστήματος παραμένουν μεγάλες. Στις 13 Οκτωβρίου, έκθεση που συνόδευε το γαλλικό νομοσχέδιο προϋπολογισμού κατέδειξε ότι οι συνταξιοδοτικές υποχρεώσεις απορροφούν περίπου το 32% του προϋπολογισμού του υπουργείου Παιδείας, ποσό που αντιστοιχεί σε 28,5 δισεκατομμύρια ευρώ. Πρόκειται για συνταξιοδοτικές δαπάνες που καταγράφονται στον προϋπολογισμό του υπουργείου και όχι για χρήματα που προορίζονταν αποκλειστικά για τη λειτουργία των σχολείων. Η συγκεκριμένη δημοσιονομική επιβάρυνση περιορίζει, σύμφωνα με την ανάλυση της έκθεσης, τα διαθέσιμα περιθώρια για άλλες δημόσιες δαπάνες.
Αυτή είναι μία από τις βασικές αντιφάσεις που καλείται να διαχειριστεί η κυβέρνηση. Η αύξηση των δημόσιων δαπανών αποτελεί βασικό αίτημα πολλών διαδηλωτών, την ίδια στιγμή που οι δημοσιονομικές πιέσεις απαιτούν περιορισμό των ελλειμμάτων. Οι εργατικές οργανώσεις ζητούν διαφορετική κατανομή των φορολογικών βαρών και μεγαλύτερη συμβολή των υψηλών εισοδημάτων, ενώ οι κυβερνήσεις της περιόδου Μακρόν έχουν υποστηρίξει ότι η δημοσιονομική σταθεροποίηση και η ανταγωνιστικότητα της οικονομίας αποτελούν αναγκαίες προϋποθέσεις για τη διατήρηση του κοινωνικού μοντέλου.
Οι διαδηλώσεις της 17ης Οκτωβρίου πραγματοποιούνται επίσης σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτική συγκυρία. Τον Απρίλιο του 2027 η Γαλλία θα οδηγηθεί στις επόμενες προεδρικές εκλογές, στις οποίες ο Εμανουέλ Μακρόν δεν μπορεί να διεκδικήσει τρίτη συνεχόμενη θητεία. Το πολιτικό σκηνικό χαρακτηρίζεται από τον ανταγωνισμό της Αριστεράς, του προεδρικού κέντρου και της Εθνικής Συσπείρωσης, με την οικονομία, τη μετανάστευση, τη δημόσια ασφάλεια και την κατάσταση των δημόσιων υπηρεσιών να βρίσκονται στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης.
Σχεδόν εννέα χρόνια μετά την πρώτη εκλογή του, ο Μακρόν βρίσκεται αντιμέτωπος με ακόμη μία κινητοποίηση που έχει ως αφετηρία συγκεκριμένα κοινωνικά αιτήματα και καταλήγει σε ευρύτερη αμφισβήτηση των κυβερνητικών επιλογών. Η ιστορία των μεγάλων διαδηλώσεων της προεδρίας του δείχνει ότι δεν πρόκειται για ένα ενιαίο κίνημα ούτε για κοινωνικές ομάδες που συμμερίζονται απαραίτητα τις ίδιες πολιτικές αντιλήψεις. Οι διαφωνίες για τα εργασιακά δικαιώματα, τις συντάξεις, την αστυνομική βία, τα μέτρα της πανδημίας, την αγροτική παραγωγή και τη δημόσια εκπαίδευση είχαν διαφορετικές αφετηρίες και διαφορετικές επιδιώξεις.
Η επανάληψη, ωστόσο, μεγάλων κοινωνικών κινητοποιήσεων αναδεικνύει μια σταθερή δυσκολία της γαλλικής πολιτικής ζωής: την εξεύρεση συμφωνίας για την κατανομή του οικονομικού κόστους των μεταρρυθμίσεων και τη διατήρηση του κοινωνικού κράτους. Η σημερινή κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει αυτή τη δυσκολία με περιορισμένα δημοσιονομικά και πολιτικά περιθώρια, ενώ οι προεδρικές εκλογές του 2027 πλησιάζουν.
Η 17η Οκτωβρίου δεν μπορεί ακόμη να συγκριθεί ως προς τη διάρκεια και την πολιτική επίδραση με τις κινητοποιήσεις του 2018 ή του 2023. Αυτό που έχει ήδη επιβεβαιωθεί είναι ότι η κοινωνική ένταση στη Γαλλία δεν έχει υποχωρήσει. Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν αυτή τη φορά από τις σχολικές αίθουσες, επεκτάθηκαν στους εργαζομένους και έφεραν ξανά στους δρόμους πολίτες που είχαν συμμετάσχει σε προηγούμενα κινήματα. Το κατά πόσον αυτή η σύγκλιση θα αποκτήσει διάρκεια θα αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα των τελευταίων μηνών της προεδρίας Μακρόν.
Πηγή: Πρώτο Θέμα











