Σε πέντε αλλαγές προχώρησε το Υπουργείο Υγείας στο νομοσχέδιο για τις Πανεπιστημιακές Κλινικές, το οποίο τέθηκε για πρώτη φορά ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Υγείας υπό τη νέα της σύνθεση.
Οι διαβουλεύσεις που έγιναν το τελευταίο χρονικό διάστημα ανάμεσα στους εμπλεκομένους με το Υπουργείο Υγείας φαίνεται πως λειτούργησε ως ένα βαθμό και αφού κατατεθεί το αναθεωρημένο κείμενο του νομοσχεδίου, αναμένεται να διαφανεί εάν αυτές οι συγκλίσεις έχουν επιλυθεί.
Συγκεκριμένα, κατά την τοποθέτησή του, ο υπουργός Υγείας, Νεόφυτος Χαραλαμπίδης, ανέφερε πως, μετά τις διαβουλεύσεις που έγιναν το τελευταίο χρονικό διάστημα, το Υπουργείο αποφάσισε να κάνει ορισμένες αναπροσαρμογές στο νομοσχέδιο, με βάση τις ανάγκες που υπάρχουν.
Σημείωσε πως «η δημιουργία και διατήρηση της προπτυχιακής ιατρικής εκπαίδευσης αποτελεί εθνική ανάγκη. Τα νοσηλευτήρια αποτελούν υποδομές εθνικής σημασίας και η συνεργασία μεταξύ τους θα πρέπει να έχει σκοπό την ασφαλέστερη και γρήγορη φροντίδα για τον ασθενή. Θα ρυθμίσει τη λειτουργία των ιατρικών κλινικών και να δημιουργήσει το θεσμικό πλαίσιο για πανεπιστημιακές κλινικές και νοσηλευτήρια».
Σημείωσε πως «δεν θέλουμε να επιλύσουμε τη διαφορά πανεπιστημίων και γιατρών, αλλά να καλύψουμε ένα θεσμικό κενό και να δημιουργήσουμε ένα πλαίσιο στο οποίο θα συνυπάρχουν με ασφάλεια. Από τον νέο γύρο διαβουλεύσεων διαφάνηκε ότι οι απόψεις διαφέρουν, όμως επί της αρχής υπάρχει μεγάλη σύγκλιση. Οι συντεχνίες των γιατρών δεν είναι εναντίον της πανεπιστημιακής κλινικής, ο ΟΚΥπΥ υποστηρίζει τη συνεργασία με τις πανεπιστημιακές κλινικές, οι πανεπιστημιακές κλινικές συμφωνούν και η ΟΣΑΚ ζητά να προχωρήσει η διαδικασία χωρίς καμία καθυστέρηση».
Παράλληλα, ο κ. Χαραλαμπίδης παρουσίασε τις πέντε βασικές αλλαγές στις οποίες προχώρησε.
Συγκεκριμένα, η πρώτη αλλαγή αφορά τη συνολική διοικητική και κλινική διαχείριση ενός νοσηλευτηρίου, η οποία πρέπει να παραμένει στον φορέα που έχει κατά νόμο την ευθύνη λειτουργίας του. Διευκρίνισε πως «η πανεπιστημιακή κλινική πρέπει να διαθέτει πραγματική ακαδημαϊκή και κλινική υπόσταση, χωρίς όμως να δημιουργείται ένα παράλληλο νοσοκομείο μέσα στο νοσοκομείο».
Η δεύτερη αλλαγή, όπως τόνισε, αφορά τους σαφείς ρόλους και ευθύνες, εξηγώντας πως «το πανεπιστήμιο θα έχει την ακαδημαϊκή ευθύνη, το νοσηλευτήριο την ευθύνη λειτουργίας και κλινικής διαχείρισης, ενώ κάθε γιατρός θα διατηρεί την επαγγελματική ευθύνη που του αναλογεί. Όλα αυτά θα πρέπει να καθορίζονται μέσα από σαφές και δεσμευτικό πλαίσιο, ώστε να αποφεύγονται οι γκρίζες ζώνες».
Η τρίτη αλλαγή αφορά τις συμφωνίες πανεπιστημίων και νοσηλευτηρίων, με τον κ. Χαραλαμπίδη να επισημαίνει πως «οι συμφωνίες συνεργασίας πρέπει να περιλαμβάνουν υποχρεωτικά ελάχιστο περιεχόμενο, το οποίο θα καλύπτει ζητήματα στελέχωσης, ωραρίων, εφημεριών, χρήσης υποδομών, οικονομικού κόστους, ασφάλισης, έρευνας, διαχείρισης δεδομένων και επίλυσης διαφορών».
Η τέταρτη αλλαγή έχει να κάνει με τα ενιαία κριτήρια και τις μεταβατικές διατάξεις, σημειώνοντας πως «θα πρέπει να ισχύουν αντικειμενικά και ελέγξιμα κριτήρια ποιότητας για τον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα. Οι μεταβατικές διατάξεις δεν πρέπει να οδηγήσουν σε παγίωση μόνιμων προνομίων. Όπου υπάρχουν ήδη ώριμες δομές, αυτές θα πρέπει να αξιολογούνται με τα ίδια ουσιαστικά κριτήρια που θα ισχύουν για όλους, με στόχο την πλήρη πιστοποίησή τους».
Πέμπτη και τελευταία αλλαγή στο νομοσχέδιο αφορά τα δικαιώματα των ασθενών, με τον κ. Χαραλαμπίδη να επισημαίνει πως «η προστασία των ασθενών πρέπει να κατοχυρώνεται ρητά στη νομοθεσία και όχι μόνο στο προοίμιό της. Προβλέπεται ενημέρωση και συναίνεση στο πλαίσιο της κλινικής εκπαίδευσης, προστασία της ιδιωτικότητας και δυνατότητα άρνησης συμμετοχής χωρίς οποιαδήποτε επίπτωση στην ποιότητα ή τη συνέχεια της φροντίδας. Ζητούμενο είναι επίσης η ουσιαστική συμμετοχή των οργανωμένων ασθενών στην παρακολούθηση της εφαρμογής του νόμου».
Σε ερώτηση των βουλευτών της Βουλής αν θα πρέπει να αποσυρθεί το αρχικό κείμενο του νομοσχεδίου και να επανακατατεθεί, αφού εξεταστεί από τη Νομική Υπηρεσία, ο κ. Χαραλαμπίδης διευκρίνισε πως «κατά τη δική μου αντίληψη δεν χρειάζεται να αποσυρθεί, ούτε είναι σε τέτοια έκταση που να πρέπει να γίνουν περαιτέρω συζητήσεις με τη Νομική Υπηρεσία. Οι εμπλεκόμενοι δεν έχουν δει τις αλλαγές ακόμη, αλλά θα τις δουν μόλις κατατεθεί».
Μιλώντας μετά τη συνεδρία, ο κ. Χαραλαμπίδης έκανε λόγο για «ουσιαστικό βήμα» προς τη θεσμοθέτηση των πανεπιστημιακών κλινικών και των πανεπιστημιακών νοσηλευτηρίων, σημειώνοντας ότι, παρά τις διαφορετικές προσεγγίσεις σε επιμέρους ζητήματα, «υπάρχει σημαντική κοινή βάση».
«Η Κύπρος χρειάζεται ένα σύγχρονο θεσμικό πλαίσιο που να συνδέει οργανωμένα την κλινική πράξη με την ιατρική εκπαίδευση και την έρευνα, με πρώτο κριτήριο πάντοτε την ασφάλεια και το συμφέρον του ασθενή», ανέφερε.
Ο κ. Χαραλαμπίδης είπε ότι το Υπουργείο Υγείας «έχει ακούσει προσεκτικά τις ανησυχίες και τις εισηγήσεις» που κατατέθηκαν και θα εξετάσει θετικά προτάσεις που μπορούν να βελτιώσουν το νομοθετικό πλαίσιο, προσθέτοντας ότι στόχος είναι «ένα ασφαλές, σύγχρονο νομοθετικό πλαίσιο» που θα μπορεί να στηριχθεί όσο το δυνατόν ευρύτερα.
Ο κ. Χαραλαμπίδης αναφέρθηκε και στη μακρά εκκρεμότητα του ζητήματος, σημειώνοντας ότι η συζήτηση απασχολεί τη δημόσια ζωή από το 2013.
«Σχεδόν 14 χρόνια μετά, οφείλουμε να οδηγήσουμε αυτή την προσπάθεια σε ένα λειτουργικό και εφαρμόσιμο αποτέλεσμα», είπε.
Παράλληλα, απαντώντας σε ερώτηση για τη δυνατότητα λειτουργίας πανεπιστημιακών κλινικών σε ιδιωτικά νοσηλευτήρια, ο Υπουργός Υγείας ανέφερε ότι αυτό προβλέπεται στο προτεινόμενο νομοσχέδιο και ότι «στο τέλος της ημέρας θα το αποφασίσει η Βουλή», ψηφίζοντας το τελικό νομοσχέδιο.
Η Πρόεδρος της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Υγείας, Σάβια Ορφανίδου, ανέφερε ότι η Κύπρος «είναι σήμερα ενδεχομένως το μόνο κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης» που δεν διαθέτει πανεπιστημιακά νοσοκομεία και κλινικές, σημειώνοντας ότι «έχουμε καθυστερήσει πάρα πολύ ως πολιτεία» στην προώθηση του ζητήματος.
Όπως είπε, από τη σημερινή συζήτηση προέκυψε ότι «όλοι θέλουν να προχωρήσουμε προς την ίδια κατεύθυνση», ώστε το νομοσχέδιο να οδηγηθεί προς ψήφιση.
Η κ. Ορφανίδου σημείωσε ότι το επόμενο βήμα εξαρτάται τόσο από τις απόψεις των εμπλεκομένων όσο και από το αναθεωρημένο νομοσχέδιο που θα καταθέσει ο Υπουργός, προσθέτοντας ότι η Επιτροπή Υγείας είναι έτοιμη, μόλις αυτό κατατεθεί, να προχωρήσει στην κατ’ άρθρον συζήτηση.
«Ο στόχος μας δεν θα είναι βεβαίως μόνο να ψηφίσουμε τη νομοθεσία, αλλά στο τέλος της ημέρας να εφαρμοστεί κάτι που θα μπορέσει να λειτουργήσει αποτελεσματικά, χωρίς προβλήματα, προς όφελος κυρίως του Κύπριου ασθενούς», ανέφερε.
Η βουλευτής του ΑΚΕΛ, Μαρίνα Νικολάου, ανέφερε ότι το κόμμα της στηρίζει την αναγκαιότητα λειτουργίας πανεπιστημιακών κλινικών, υπογραμμίζοντας τα οφέλη που μπορούν να προκύψουν για την υγεία, την εκπαίδευση και την επιστημονική εξέλιξη.
Ταυτόχρονα, σημείωσε ότι εξακολουθούν να υπάρχουν «σημαντικοί προβληματισμοί» από τους άμεσα εμπλεκόμενους φορείς της ιατρικής κοινότητας σε σχέση με το προτεινόμενο μοντέλο.
«Δεν έχουμε σαφή εικόνα για το ίδιο το κείμενο αυτή τη στιγμή», είπε, εξηγώντας ότι το ΑΚΕΛ αναμένει την κατάθεση του αναθεωρημένου κειμένου από το Υπουργείο Υγείας προκειμένου να τοποθετηθεί επί των συγκεκριμένων προνοιών.
Όπως ανέφερε, το ΑΚΕΛ είναι έτοιμο να συμβάλει «παραγωγικά» στη διαμόρφωση ενός νομοσχεδίου που θα υπηρετεί «το καλύτερο δυνατό συμφέρον του ασθενούς», θα διασφαλίζει τη βιωσιμότητα και την εύρυθμη λειτουργία των δημόσιων νοσηλευτηρίων και την ποιότητα των υπηρεσιών υγείας.
Ο βουλευτής του ΕΛΑΜ, Αντρέας Παπαχαραλάμπους, αναφέρθηκε στην καθυστέρηση να αποκτήσει η Κύπρος πανεπιστημιακές κλινικές, σημειώνοντας ότι «δεν περιποιεί τιμή για τον τόπο μας» το γεγονός ότι η χώρα παραμένει χωρίς πανεπιστημιακές κλινικές, ενώ η σχετική συζήτηση βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και περίπου 15 χρόνια.
«Μια συζήτηση, η οποία ξεκίνησε εδώ και 15 τόσα χρόνια, πρέπει να καταλήγει», ανέφερε, προσθέτοντας ότι η ίδρυση πανεπιστημιακών κλινικών αποτελεί «επένδυση στην υγεία, στην παιδεία, στην έρευνα, πάνω απ’ όλα στον άνθρωπο».
Ο κ. Παπαχαραλάμπους εξέφρασε ικανοποίηση για την τοποθέτηση του Υπουργού Υγείας και ανέφερε ότι το ΕΛΑΜ θα παρακολουθεί στενά την πορεία του νομοσχεδίου, με στόχο όπως είπε, την ψήφισή του πριν από το τέλος του χρόνου.
Η βουλευτής του ΑΛΜΑ-Πολίτες για την Κύπρο, Λίτσα Δρουσιώτου, ανέφερε ότι το κόμμα της τάσσεται ξεκάθαρα υπέρ της δημιουργίας πανεπιστημιακών κλινικών και πανεπιστημιακών νοσηλευτηρίων, σημειώνοντας ότι «η μετατροπή των δημόσιων νοσηλευτηρίων σε πανεπιστημιακά αποτελεί ρητή δική μας πολιτική θέση».
Υπογράμμισε, ωστόσο, ότι η μεταρρύθμιση θα πρέπει να αναβαθμίσει ουσιαστικά τα δημόσια νοσηλευτήρια και τη δημόσια ιατρική εκπαίδευση και να μην περιοριστεί, όπως είπε, «απλώς στην παραχώρηση δημόσιων κλινικών υποδομών σε πανεπιστήμια».
Ζήτησε, παράλληλα, σαφή εθνικό σχεδιασμό, ανοιχτές και διαφανείς διαδικασίες, καθώς και προστασία του δημοσίου συμφέροντος.
Ο επίτιμος Πρόεδρος της ΟΣΑΚ, Μάριος Κουλούμας, χαιρέτισε την έναρξη της συζήτησης του νομοσχεδίου, τονίζοντας ότι προτεραιότητα αποτελεί η δημιουργία «ενός αποτελεσματικού, λειτουργικού θεσμικού πλαισίου» για τη λειτουργία των πανεπιστημιακών κλινικών.
Όπως είπε, το πλαίσιο θα πρέπει να συμβάλει στη βελτίωση της εκπαίδευσης, της έρευνας και των υπηρεσιών υγείας, με «γνώμονα τον Κύπριο ασθενή και το συμφέρον του».
Ο κ. Κουλούμας έθεσε, μεταξύ άλλων, ζήτημα σαφούς διάκρισης μεταξύ πανεπιστημιακής, συνδεδεμένης και νοσοκομειακής κλινικής, καθώς και ανάγκης για σαφείς κανόνες συνεργασίας μεταξύ νοσοκομείων και πανεπιστημίων.
Ανέφερε ακόμη ως θέση της ΟΣΑΚ ότι «κάθε νοσηλευτήριο πρέπει να συνεργάζεται με μία ιατρική σχολή», ενώ σημείωσε ότι το νομοθετικό πλαίσιο θα πρέπει να καθορίζει και τα κριτήρια με βάση τα οποία ένα νοσηλευτήριο θα χαρακτηρίζεται πανεπιστημιακό.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Νέα μάχη στη Βουλή για τις πανεπιστημιακές κλινικές-Οι διαφωνίες που κρατούν πίσω το νομοσχέδιο











