Μπορεί η Κρίστα Πάικ να επέζησε από την απόπειρα εκτέλεσής της με θανατηφόρα ένεση στο Τενεσί την Τετάρτη, ωστόσο το ιατρικό και νομικό της μέλλον παραμένει εξαιρετικά αβέβαιο.
Η Πάικ νοσηλεύεται σε κρίσιμη κατάσταση και λαμβάνει ιατρική φροντίδα, αφού της χορηγήθηκαν δύο δόσεις πεντοβαρβιτάλης, ενός φαρμάκου που χρησιμοποιείται σε πρωτόκολλα θανατηφόρας ένεσης, σύμφωνα με τους δικηγόρους της, οι οποίοι δεν έχουν δώσει, για την ώρα, περισσότερες λεπτομέρειες για την κατάσταση της υγείας της.
Η 50χρονη Πάικ είχε καταδικαστεί σε θάνατο για τη δολοφονία, το 1995, της 19χρονης Κόλιν Σλέμερ και επρόκειτο να γίνει η πρώτη γυναίκα που θα εκτελούνταν στο Τενεσί εδώ και 200 χρόνια. Μετά την αποτυχημένη απόπειρα, ωστόσο, η υπόθεσή της έχει εξελιχθεί, πλέον, σε μια πρωτοφανή νομική κατάσταση.
«Παγώνει» η διαδικασία των εκτελέσεων στο Τενεσί
Ο κυβερνήτης του Τενεσί, Μπιλ Λι, ανακοίνωσε ότι θα ανασταλεί η τελευταία προγραμματισμένη εκτέλεση της χρονιάς, προκειμένου να πραγματοποιηθεί ανεξάρτητη έρευνα που θα εξετάσει «τι ακριβώς συνέβη» στην περίπτωση της Πάικ, σύμφωνα με το Associated Press.
«Ο κυβερνήτης ορθώς ζήτησε να διεξαχθεί έρευνα. Πρέπει να γνωρίζουμε τι συνέβη», ανέφερε το γραφείο του γενικού εισαγγελέα του Τενεσί, Τζόναθαν Σκέρμιτ.
Η αναστολή ανακοινώθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η εφαρμογή της θανατικής ποινής στο Τενεσί έχει παρουσιάσει επανειλημμένα προβλήματα.
Ο Λι είχε αναστείλει και το 2022 τις εκτελέσεις στην πολιτεία, προκειμένου να πραγματοποιηθεί έλεγχος της διαδικασίας. Νωρίτερα φέτος, μια άλλη εκτέλεση με θανατηφόρα ένεση δεν κατέστη δυνατό να ολοκληρωθεί, καθώς οι υπεύθυνοι αντιμετώπισαν προβλήματα στον εντοπισμό φλέβας.
Οι δικηγόροι ζητούν να μετατραπεί η ποινή
Η εκτέλεση της Πάικ ήταν αρχικά προγραμματισμένη για το πρωί της Τετάρτης, όμως προσφυγές της τελευταίας στιγμής την καθυστέρησαν μέχρι το απόγευμα.
Το πρωτόκολλο εκτέλεσης ξεκίνησε νωρίς το βράδυ και, σύμφωνα με δημοσιογράφους που ήταν παρόντες ως μάρτυρες, η Πάικ είπε τα τελευταία της λόγια στις 19:26. Ωστόσο, μετά τη χορήγηση δύο δόσεων του φαρμακευτικού συνδυασμού, η Πάικ εξακολουθούσε να φαίνεται ζωντανή και, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, ροχάλιζε.
«Τίποτα από όσα συνέβησαν δεν ήταν φυσιολογικό», δήλωσε η δημοσιογράφος Κάθριν Σουίνι του WPLN. «Έχω καλύψει όλες τις εκτελέσεις πέρυσι και τις περισσότερες από όσες έγιναν φέτος. Δεν έχουμε δει ποτέ κάτι τέτοιο. Πήγε πολύ άσχημα».
Η υπηρεσία σωφρονισμού του Τενεσί υποστήριξε ότι ακολούθησε κανονικά όλα τα προβλεπόμενα βήματα. «Η υπηρεσία σωφρονισμού του Τενεσί ακολούθησε κάθε βήμα του νόμιμου και καθιερωμένου πρωτοκόλλου εκτέλεσης της πολιτείας, το οποίο έχει εγκριθεί από το γραφείο του γενικού εισαγγελέα», ανέφερε σε ανακοίνωσή της.
Σύμφωνα με την υπηρεσία, η ουσία που χρησιμοποιείται στο πρωτόκολλο της θανατηφόρας ένεσης «έχει αποδειχθεί σταθερά αποτελεσματική», ενώ το πρωτόκολλο δεν προβλέπει πρόσθετες διαδικασίες πέρα από εκείνες που εφαρμόστηκαν.
Ο δικηγόρος της Πάικ, Ράντι Σπάιβι, υποστήριξε ότι η έρευνα που ανακοίνωσε ο κυβερνήτης δεν είναι αρκετή και ζήτησε από τον Λι να μετατρέψει την ποινή της, υποστηρίζοντας ότι η 50χρονη έχει ήδη υποστεί τιμωρία «μεγαλύτερη από οποιονδήποτε άλλο άνθρωπο στην ιστορία της θανατικής ποινής στις ΗΠΑ».
«Ο μεγαλύτερος φόβος της ήταν ένας παρατεταμένος και βασανιστικός θάνατος»
Οι δικηγόροι της Πάικ υποστηρίζουν ότι είχαν προειδοποιήσει εκ των προτέρων τις δικαστικές αρχές για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε με τις φλέβες της και τα οποία, όπως υποστηρίζουν, θα μπορούσαν να καταστήσουν δύσκολη την εκτέλεση με θανατηφόρα ένεση.
«Δεν νιώθουμε καμία ικανοποίηση που επιβεβαιωθήκαμε, αλλά οι ανησυχίες που εξέφρασε η κυρία Πάικ αποδείχθηκαν πραγματικές: δύσκολη πρόσβαση στις φλέβες, φλέβες που κατέρρεαν, υποβαθμισμένη πεντοβαρβιτάλη, απουσία επείγουσας ιατρικής φροντίδας όταν τα πράγματα αναπόφευκτα πάνε στραβά, όλα αυτά στο πλαίσιο ενός πρωτοκόλλου που παραμένει καλυμμένο από μυστικότητα», ανέφεραν οι δικηγόροι της, Σπάιβι και Κέλι Γκλίσον.
Ο δικηγόρος Στίβεν Φέρελ είπε ότι όσα συνέβησαν την Τετάρτη ήταν ουσιαστικά ο «μεγαλύτερος φόβος» της πελάτισσάς του. «Δεν ήταν ο φόβος του θανάτου. Ήταν ο φόβος ενός παρατεταμένου, επώδυνου και τραυματικού θανάτου. Αυτό συνέβη, με μόνη διαφορά ότι δεν πέθανε», δήλωσε.
Πηγή: Πρώτο Θέμα
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











