«Όπως και αν αντικριστούν οι ενέργειες και ή παραλείψεις των Κατηγορουμένων, ως αυτές αναλύθηκαν στο πλαίσιο της παράθεσης των τελικών ευρημάτων μας, δεν είναι δυνατό να προκύψει ασφαλής κρίση, είτε περί του ότι συμφώνησαν με τους δράστες για να φονευθεί ο Παραπονούμενος (συνωμοσία – κατηγορία 1), είτε ότι ενήργησαν ως συνεργοί των δραστών με σκοπό τη δολοφονία του τελευταίου (απόπειρα φόνου - κατηγορία 2). Μόνο με υπόθεση μπορεί να προκύψει τέτοια κρίση, κάτι εντελώς ανεπίτρεπτο σε ποινική δίκη (βλ. Λοΐζου ν. Αστυνομίας (1989) 2 Α.Α.Δ. 363 και Κώστα ν. Δημοκρατίας). Εν προκειμένω, στη βάση των τελικών ευρημάτων μας, διατηρούμε, τουλάχιστον, υποβόσκουσα αμφιβολία ως προς την ενδεχόμενη ενοχή των κατηγορουμένων».
Αυτό ανέφερε μεταξύ άλλων στην κατάληξη του το Μόνιμο Κακουργιοδικείο Λάρνακας, το οποίο έκρινε ομόφωνα αθώους τους τρείς κατηγορούμενους που παραπέμφθηκαν σε δίκη για την απόπειρα φόνου εναντίον 30χρονου που διαπράχθηκε στον Κόρνο, στις 9 Ιανουαρίου 2025, καθώς η Νομική Υπηρεσία έκρινε πως υπάρχει επαρκής μαρτυρία για στοιχειοθέτηση των αδικημάτων.
Αντίθετη, ωστόσο, ήταν η κρίση του Κακουργιοδικείου που κατέληξε μετά από ακροαματική διαδικασία και αντεξέταση μαρτύρων από τους δικηγόρους των κατηγορουμένων, (σ.σ για τον πρώτο Ονόφρη Οικονόμου, για τον δεύτερο Ευαγγελία Λαζαρίδου και για τον τρίτο Γεωργία Μιχαηλίδου), ότι η Κατηγορούσα Αρχή απέτυχε να αποδείξει την υπόθεση, αθωώνοντας και τους τρεις κατηγορούμενους σε έξι κατηγορίες που αφορούσαν συνωμοσία για φόνο, απόπειρα φόνου, κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου και κατοχή και μεταφορά εκρηκτικών υλών.
Η Κατηγορούσα Αρχή, που εκπροσωπείτο από τον Α. Αντωνίου, στήριξε την υπόθεσή της σε περιστατική μαρτυρία, χωρίς ωστόσο να αποδειχθεί η εκδοχή της, η οποία ήταν πως πρόσωπα που επέβαιναν στο όχημα των δραστών, εκτέλεσαν τα συγκεκριμένα αδικήματα, υλοποιώντας το προσυμφωνημένο σχέδιό τους, δηλαδή παρανόμως κατείχαν και μετέφεραν πυροβόλα όπλα και εκρηκτικές ύλες και επιδίωξαν να φονεύσουν τον παραπονούμενο.
Ωστόσο, το Δικαστήριο κατέληξε πως «τόσο στη βάση της αρχικής εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, της προσκομισθείσας από πλευράς της αποδεκτής μαρτυρίας, αλλά και των τελικών μας ευρημάτων, οι Κατηγορούμενοι 1, 2 και 3, δεν ήταν επιβαίνοντες του οχήματος των δραστών και, επομένως, δεν κατείχαν, μετέφεραν ή χρησιμοποίησαν (υπό την γραμματική και όχι νομική ερμηνεία των όρων αυτών) πυροβόλα όπλα και εκρηκτικές ύλες. Η δε ανάμειξη και ή εμπλοκή που τους αποδίδεται από την Κατηγορούσα Αρχή στα αδικήματα του κατηγορητηρίου (πλην της συνομωσίας – κατηγορία 1), εδράζεται στις αποδιδόμενες σε αυτούς πράξεις και ή παραλείψεις, που, κατά την Κατηγορούσα Αρχή, στη βάση των προνοιών μόνο του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα (για τους λόγους που εξηγήσαμε μόλις πιο πάνω), καθιστούν τούτους συνεργούς των αδικημάτων που διέπραξαν οι δράστες».
Σε ό,τι αφορά τον πρώτο κατηγορούμενο (σ.σ που εκπροσωπείτο από την δικηγόρο Ονόφρη Οικονόμου, η οποία αποσύρθηκε λίγο πριν την απόφαση), το Κακουργιοδικείο υπέδειξε πως «στην καλύτερη για την Κατηγορούσα Αρχή περίπτωση, εισήλθε σε κάποια ή κάποιες στιγμή/στιγμές στο όχημα των δραστών, χωρίς να είναι δυνατό να προσδιοριστεί το πότε και χωρίς να μπορεί, επίσης, να αποκλειστεί ότι τούτο συνέβη σε χρόνο πριν το επίδικο συμβάν και υπό άσχετες με αυτό συνθήκες».
Υπενθύμισε δε, ότι στην βάση της εκδοχής της Κατηγορούσας Αρχής, το όχημα των δραστών κατείχετο και οδηγείτο από τον τρίτο κατηγορούμενο, εξού και η παρουσία του ως κατηγορούμενος, με τον τελευταίο στην κατάθεσή του, να ισχυρίζεται και να μην αμφισβητείται τούτο από την Κατηγορούσα Αρχή, ότι αυτός εισήλθε στο όχημα, θέση που προβάλλει και ο τελευταίος, η οποία επίσης δεν αμφισβητήθηκε, και, από την άλλη, από το όχημα των δραστών και των αντικειμένων που βρέθηκαν σε αυτό, απομονώθηκε γενετικό υλικό που ταυτίστηκε και συσχετίστηκε με περισσότερα των τριών προσώπων, ως ήταν ο αριθμός των προσώπων που επέβαιναν στο όχημα την ημέρα της απόπειρς φόνου.
Όπως σημείωσε το Δικαστήριο, κατά τη εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ως αυτή προωθήθηκε μέσω του παραπονούμενου, ο κατηγορούμενος ένα δεν επέβαινε στο όχημα των δραστών την ημέρα του επίδικου συμβάντος, ενώ σε ό,τι αφορά το λόγο που βρέθηκε το κινητό του που βρέθηκε στη σκηνή, τονίστηκε ότι ως γεγονός, από μόνο του ή σε συνδυασμό με την ανωτέρω, απροσδιορίστου χρόνου, επαφή του με το όχημα των δραστών και τα εντός αυτού ανευρεθέντα τεκμήρια, δεν μπορούν να θεωρηθούν επαρκής περιστατική μαρτυρία που συμβαδίζει μόνο με το ότι αυτός διέπραξε, ως συνεργός, τα αδικήματα.
Κακουργιοδικείο: Επαναλαμβάνουμε, φορτικώς ίσως, ότι, κατά την εκδοχή της Κατηγορούσας Αρχής, ως αυτή προωθήθηκε μέσω του Παραπονούμενου, ο Κατηγορούμενος 1 δεν ήταν επιβαίνοντας του οχήματος των δραστών, αλλά το πρόσωπο που συνέργησε μαζί τους για να πετύχουν τον παράνομο σκοπό τους, και δη ο άγνωστος άντρας στον οποίο αναφέρθηκε ο Παραπονούμενος. Η δε σχετική αναγνώριση του τελευταίου, ως ακροσφαλής, δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο. Δεδομένης, ακριβώς, της αποτυχίας της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι ο Κατηγορούμενος 1 ήταν ο άγνωστος άντρας, αλλά και της απόφασής της, μέσω της εκδοχής του Παραπονούμενου (μόνη μαρτυρία που παρουσιάστηκε αναφορικά με τις ενέργειες του Κατηγορούμενου 1) αποκλείσει το ενδεχόμενο αυτός (ο Κατηγορούμενος 1) να ήταν ένας εκ των δραστών (επιβαίνοντας στο όχημα των δραστών), δηλαδή να τον συσχετίσει με τα μόνα τέσσερα πρόσωπα που αποτελούσαν, κατά τη εκδοχή της, μέλη της εγκληματικής ομάδας που βρέθηκαν, κατά τη στιγμή του επεισοδίου, στη σκηνή, η ανεύρεση εκεί του τηλεφώνου του δεν οδηγεί, είτε από μόνη της, είτε σε συνδυασμό με ό, τι άλλο προέκυψε εναντίον του, σε ένα και μόνο συμπέρασμα, και δη αυτό της ενοχής του στα αδικήματα των κατηγοριών και 2. Υποδεικνύουμε, συναφώς, ότι, η ταυτότητα των δραστών παρέμεινε άγνωστη, παρά την θέση που προέβαλε ο Κατηγορούμενος 1 ως προς την ταυτότητά των προσώπων που επέβαιναν σε αυτό στην Επαρχία Λευκωσίας το πρωί της ημέρας του επίδικου συμβάντος, με αποτέλεσμα να αδυνατούμε με ασφάλεια να καταλήξουμε ότι ο Κατηγορούμενος 1 γνωρίζεται καν με αυτούς ή ότι είχε την όποια γνώση των προθέσεών τους, απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να αποδειχθεί για να είναι δυνατή η κρίση περί ενοχής κατηγορούμενου στη βάση συνέργειας επί των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα. Η δε αδυναμία σχηματισμού κρίσης περί γνωριμίας του Κατηγορούμενου 1 με τους δράστες, ή έστω κάποιον ή κάποιους εξ αυτών, ή περί της όποιας, προγενέστερης, επικοινωνίας ή συνεννόησής τους, ή και με οποιοδήποτε εκ των άλλων δύο Κατηγορουμένων, καταδεικνύει και την αποτυχία της Κατηγορούσας Αρχής να αποδείξει ότι ο πρώτος συνωμότησε με αυτούς να φονευθεί ο Παραπονούμενος.
Αναφορικά με τον δεύτερο κατηγορούμενο (σ.σ που εκπροσωπείτο από την δικηγόρο Ευαγγελία Λαζαρίδου), το Κακουργιοδικείο στην πολυσέλιδη απόφαση του, που απαρριθμεί 96 σελίδες, αναφέρει ότι καμία εκ των ενεργειών ή παραλείψεων του, που αναφέρεται στα τελικά ευρήματά, ορώμενη από μόνη της ή σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες ή, ακόμα, και καθετί άλλο σχετικό με αυτές, επιτρέπει ασφαλή κρίση, είτε ως προς την όποια γνώση του περί των προθέσεων των δραστών, είτε περί όποιας μορφής παροχής συνέργειας, μέσω βοήθειας, παρακίνησης, συμβουλών, προαγωγής ή παρότρυνσης των τελευταίων, με στόχο την επίτευξη του τελικού σκοπού τους.
Κακουργιοδικείο: Στην καλύτερη, για την Κατηγορούσα Αρχή, περίπτωση, εκείνο για το οποίο θα μπορούσαμε να καταλήξουμε, είναι ότι, την ημέρα του επίδικου συμβάντος, ο Κατηγορούμενος 2, (α) χωρίς να δώσει επαρκείς και λογικές εξηγήσεις, βρισκόταν στο χωριό Κόρνος και σε δύο περιπτώσεις σε στενή εγγύτητα, είτε με τους δράστες (όταν προπορεύεται του οχήματος των τελευταίων 28 λεπτά πριν το επίδικο επεισόδιο), είτε της σκηνής του εγκλήματος (όταν περνά, δύο φορές, από εκεί, 18 και 22 λεπτά μετά τη διάπραξη της απόπειρας φόνου, (β) την επομένη του επίδικου συμβάντος, χωρίς να δώσει οποιεσδήποτε λογικές εξηγήσεις, βρισκόταν παραπλεύρως του σημείου στο οποίο εγκαταλείφθηκε το όχημα των δραστών μετά την απόπειρα φόνου και αναζήτησε από αστυφύλακες αναπτήρα, τον οποίο δεν χρειαζόταν και (γ) σε χρόνο που ο Παραπονούμενος νοσηλευόταν στο Ιδιωτικό Νοσοκομείο, στο οποίο εισήχθη, βρισκόταν σε χώρο που το κινητό τηλέφωνό του λάμβανε σήμα από την κεραία που εκπέμπει στην περιοχή του εν λόγω νοσοκομείου. Δεν είναι δυνατό, κατά την κρίση μας, στη βάση της πιο πάνω περιστατικής, πάντα, μαρτυρίας, να καταλήξουμε με ασφάλεια στο μόνο λογικό συμπέρασμα ότι ο Κατηγορούμενος 2 διετέλεσε πράξη ή παράλειψη, που, στη βάση των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, ισοδυναμεί με συνέργεια στη διάπραξη της απόπειρας φόνου. Εν πάση περιπτώσει, το σίγουρο είναι ότι είναι αδύνατη η κρίση περί του ότι ο Κατηγορούμενος 2 γνώριζε τον σκοπό των δραστών και με πρόθεση ενήργησε ώστε τούτοι να διαπράξουν το εν προκειμένω αδίκημα. Η δε κρίση μας ότι ελλείπει μαρτυρία που να επιτρέπει κρίση περί γνώσης του Κατηγορούμενου 2 ως προς τον σκοπό των δραστών, σε συνδυασμό με την απουσία μαρτυρίας που να τον θέλει να γνωρίζεται καν με τούτους, ή, έστω, να είχε την οποιαδήποτε προγενέστερη επαφή μαζί τους, αναπόφευκτα δικαιολογεί και την κρίση μας ότι δεν είναι δυνατή η ασφαλής κατάληξη ότι αυτός συνωμότησε μαζί τους, ή με άλλα πρόσωπα, με σκοπό να φονευθεί ο Παραπονούμενος.
Σε ό,τι αφορά τον τρίτο κατηγορούμενο (σ.σ που εκπροσωπείτο από την Γεωργία Μιχαηλίδου), το Κακουργιοδικείο ανέφερε πως τα πράγματα είναι πολύ πιο ξεκάθαρα, λέγοντας πως στη βάση των τελικών ευρημάτων του, το μόνο που με ασφάλεια μπορεί να καταλήξει είναι ότι, για λόγους που παρέμειναν άγνωστοι, μέρες πριν την απόπειρα φόνου εγκατέλειψε το όχημα των δραστών στο σημείο που ανάφερε και ότι, κατά συνέπεια επέτρεψε σε τρίτους να το κατέχουν. Όπως επίσης ότι, την ημέρα του συμβάντος, το όχημα χρησιμοποιήθηκε από τους δράστες κατά την απόπειρα δολοφονίας του παραπονούμενου.
Κακουργιοδικείο: Εν απουσία εξέτασης από τις ανακριτικές αρχές της αιτίας του ανωτέρω αναφερόμενου ψεύδους του Κατηγορούμενου 3, αλλά και διαφωτιστικής, της αιτίας αυτής, μαρτυρίας, δεν είναι δυνατό τούτο (το ψεύδος) να εκληφθεί ως ενισχυτική της όποιας ενοχής του μαρτυρία (βλ. Κώστα ν. Δημοκρατίας). Τίποτα περί της όποιας γνώσης του ως προς τον σκοπό της χρήσης του εν λόγω οχήματος από τους δράστες έχει τεθεί ενώπιόν μας. Σημειώνουμε, πάντα συναφώς, ότι, ούτε καν επιχειρήθηκε, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, ο Κατηγορούμενος 3 να τεθεί στη σκηνή του εγκλήματος ή, έστω, στην ευρύτερη περιοχή του χωριού Κόρνου κατά την ημέρα του επίδικου συμβάντος, ούτε και συσχετίστηκε, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, με τους δράστες, τους οποίους η ταυτότητα παραμένει μέχρι σήμερα άγνωστη. Κατά συνέπεια, για τουλάχιστον τους ίδιους λόγους που αναφέραμε ανωτέρω σε σχέση με τους Κατηγορούμενους 1 και 2, δεν δικαιολογείται ασφαλής κρίση περί ενοχής του, είτε στην κατηγορία 2, στη βάση των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα, είτε στην κατηγορία 1.
Αναφορικά με τα άλλα αδικήματα της κατοχής και μεταφοράς πυροβόλου όπλου και κατοχής εκρηκτικών υλών, το Κακουργιοδικείο κατέληξε πως δεν ήταν δυνατή η κρίση ότι οι δράστες διέπραξαν τα αδικήματα. Και αυτό διότι, όπως ανέφερε, για τα δύο αδικήματα που αφορούν κατοχή και μεταφορά πυροβόλου όπλου, απαραίτητο συστατικό στοιχείο αποτελεί η απόδειξη ότι το όπλο κατεχόταν χωρίς την εξασφάλιση σχετικής άδειας από τον Αρχηγό Αστυνομίας και ως εκ τούτου ήταν απαραίτητη η προσκόμιση, από πλευράς της Κατηγορούσας Αρχής, θετικής μαρτυρίας.
Ωστόσο, το Δικαστήριο τόνισε πως τέτοια μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, σημειώνοντας περαιτέρω πως και η ταυτότητα των δραστών παρέμεινε άγνωστη και το όπλο άφαντο.
«Κατά συνέπεια, δεδομένης της αδυναμίας κατάληξης περί ενοχής των δραστών στις κατηγορίες αυτές, δεν είναι δυνατό να προκύψει κρίση ενοχής για τα εν λόγω αδικήματα οποιουδήποτε εκ των τριών Κατηγορουμένων, στη βάση των προνοιών του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα», αναφέρει στην απόφαση του το Κακουργιοδικείο, προσθέτοντας ότι είναι πάγια υποχρέωση της Κατηγορούσας Αρχής, σε ποινικές δίκες, να αποδείξει, με θετική μαρτυρία, κάθε συστατικό στοιχείο του αδικήματος.











