Σοβαρά κενά στο πλαίσιο παραπομπής και μεταφοράς ασθενών, τα οποία σε αρκετές περιπτώσεις μπορούν να αφήσουν τον ίδιο τον ασθενή χωρίς σαφή υπεύθυνο για την φροντίδα του, καταγράφει η πρώτη έκθεση του Συνηγόρου του Ασθενούς, Μάριου Χαραλαμπίδη.
Σύμφωνα με τα ευρήματα της έκθεσης, σε δώδεκα από τα 23 τυπικά σενάρια παραμπομπής και μεταφοράς που εξετάστηκαν, το υφιστάμενο πλαίσιο επιτρέπει την παραβίαση των δικαιωμάτων των ασθενών, ενώ σε άλλα έξι η έκβαση εξαρτάται από την ορθή ολοκλήρωση του κρίσιμου βήματος.
Συγκεκριμένα, η έκθεση επισημαίνει πως ο νόμος είναι σαφής και εξηγεί πως «κάθε ιατρικό ίδρυμα στο οποίο απευθύνεται ένας ασθενής οφείλει είτε να τον νοσηλεύσει είτε να φροντίσει ώστε να μεταφερθεί και να νοσηλευτεί σε κατάλληλο ίδρυμα. Κανένας κανόνας, όμως, δεν ορίζει ρητά πότε ολοκληρώνεται αυτή η μεταφορά και ποιος ευθύνεται για τον ασθενή μέχρι τότε. Αυτό αποτελεί κεντρικό εύρημα της έκθεσης «Ο ασθενής στη μέση, μεταξύ ιατρικών κέντρων» που δημοσιοποιεί σήμερα το Γραφείο Συνηγόρου του Ασθενούς. Η έκθεση δεν αφορά ένα μεμονωμένο περιστατικό: εξετάζει το πλαίσιο μέσα στο οποίο ενεργούν όλοι οι παροχείς του ΓεΣΥ, δημόσιοι και ιδιωτικοί, και καταλήγει ότι το κενό είναι συστημικό».
Η έκθεση χαρτογραφεί 23 τυπικά σενάρια παραπομπής και μεταφοράς από τη μεταφορά ασθενούς που ήδη νοσηλεύεται και την προσέλευση σε ΤΑΕΠ, μέχρι τη διαφωνία μεταξύ ιατρικών ιδρυμάτων και την επικοινωνία του ασθενούς με τον θεράποντα ιατρό του. Σε 12 από αυτά, το σημερινό πλαίσιο επιτρέπει παραβίαση δικαιωμάτων του ασθενούς. Σε 6 ακόμη, η έκβαση εξαρτάται από το αν κάποιος έκανε σωστά ένα μόνο βήμα. Μόνο 5 σενάρια λειτουργούν όπως ορίζει ο Νόμος. Το κοινό τους στοιχείο είναι ότι υπάρχουν γραπτή τεκμηρίωση, επιβεβαιωμένη αποδοχή και ένας ορισμένος υπεύθυνος. Όπου λείπει έστω ένα από τα τρία, ο ασθενής μένει στη μέση.
«Ένα τηλεφώνημα δεν είναι ανάληψη, και μια σύσταση "πηγαίνετε αλλού" δεν είναι παραπομπή. Όταν οι παροχείς διαφωνούν, ο ασθενής πρέπει να είναι ήδη φροντισμένος, και όχι να περιμένει να λυθεί η διαφωνία, ανέφερε ο Συνήγορος.
Τι βρήκε η έκθεση
Όπως επισημαίνει η έκθεση «ο Νόμος καλύπτει κάθε ασθενή. Το πρωτόκολλο του ΟΑΥ καλύπτει μόνο επτά κατηγορίες επειγόντων στο ΤΑΕΠ. Εκτός μένουν οι επιπλοκές από επεμβάσεις, οι μεταφορές ασθενών που ήδη νοσηλεύονται, οι διακομιδές με ασθενοφόρο και ο ρόλος του θεράποντος ιατρού. Οι κρίσιμες αποφάσεις παίρνονται στο τηλέφωνο. Παραπομπές, αποδοχές και αρνήσεις συχνά δεν καταγράφονται, ακόμη και όπου ο κανόνας το απαιτεί. Ο ΟΑΥ χρειάστηκε να το υπενθυμίσει τουλάχιστον δύο φορές (το 2024 και ξανά το 2026)».
Σημειώνει πως «όταν δύο ιατρικά ιδρύματα διαφωνούν, δεν αποφασίζει κανείς. Δεν υπάρχει φορέας με εξουσία να κρίνει μέσα σε ώρες ποιος αναλαμβάνει. Στο μεταξύ, ο ασθενής περιμένει».
Σε ό,τι αφορά την έλλειψη κλινών, η έκθεση αναφέρει πως «δεν μπορεί να επαληθευτεί. Δεν υπάρχει κεντρικό αρχείο διαθεσιμότητας κλινών, άρα κανείς δεν μπορεί να ελέγξει όταν κάποιος την επικαλείται αλλά και κατά πόσον δικαιολογείται. Οι πιο σύνθετοι ασθενείς εκτίθενται περισσότερο. Όταν η αποζημίωση δεν αντανακλά το κόστος των σύνθετων περιστατικών, δημιουργείται κίνητρο να μεταφέρονται αλλού. Η έκθεση δεν διαπιστώνει διάκριση σε συγκεκριμένη περίπτωση. Διαπιστώνει ότι το Σύστημα δεν έχει τις εγγυήσεις που θα την εμπόδιζαν.
Ποια δικαιώματα του ασθενούς θίγονται
Τα κενά αυτά αγγίζουν δικαιώματα που ο Νόμος για τα Δικαιώματα των Ασθενών κατοχυρώνει ρητά:
Παράλληλα, η έκθεση του Συνηγόρου του Ασθενή εντοπίζει τρεις ευθύνες που πρέπει να ισχύουν σε κάθε μεταφορά ασθενούς. Συγκεκριμένα:
- Επιβεβαιωμένη ανάληψη από το ιατρικό ίδρυμα υποδοχής: η παραπομπή ή η μεταφορά ολοκληρώνεται μόνο όταν άλλο κατάλληλο ίδρυμα έχει αποδεχθεί τον ασθενή ρητά, γραπτά και ονομαστικά, με ώρα και όνομα υπευθύνου. Η σύσταση, το τηλεφώνημα ή η προφορική συμφωνία δεν αρκούν, και η άφιξη του ασθενούς δεν αντικαθιστά την αποδοχή.
- Ευθύνη του ιατρικού ιδρύματος που αποστέλλει, μέχρι την αποδοχή: το ίδρυμα στο οποίο απευθύνθηκε ο ασθενής διατηρεί την ευθύνη της φροντίδας μέχρι τη γραπτή ανάληψη από άλλο, και δεν μπορεί να μεταθέσει το βάρος της αναμονής στον ασθενή ή στους οικείους του. Η ευθύνη είναι θεσμική: βαραίνει τη διεύθυνση, που οφείλει να εξασφαλίζει ονομαστικό υπεύθυνο και διαδικασία.
- Ευθύνη του θεράποντος ιατρού και του ιατρικού ιδρύματός του: ο θεράπων ορίζει αντικαταστάτη όταν δεν είναι διαθέσιμος και ενημερώνει τον ασθενή και την οικογένεια. Όταν ο ασθενής απευθύνεται πρώτα σε αυτόν ή στο ίδρυμά του, δεν τον κατευθύνει αλλού χωρίς γραπτό και τεκμηριωμένο αίτημα, και επιβεβαιωμένη ανάληψη. Όποιος διενεργεί μια πράξη διατηρεί την ευθύνη για τις προβλέψιμες επιπλοκές της, και όποιος δεν μπορεί να τις διαχειριστεί δεν πρέπει να την αναλαμβάνει.
Επισημαίνεται πως «οι ευθύνες αυτές δεν ανταγωνίζονται. Ο ασθενής πρέπει να έχει πάντοτε τουλάχιστον έναν υπεύθυνο φορέα και ένα υπεύθυνο πρόσωπο, και κανένας να μην μπορεί να επικαλείται τον άλλο για να παύσει τη φροντίδα».
Καταλήγοντας, η Συνήγορος ζητά άμεση εγκύκλιο του ΟΑΥ, ώστε να ισχύσει ο κανόνας της επιβεβαιωμένης γραπτής ανάληψης για κάθε παραπομπή ή μεταφορά (ισχύει για όλες τις περιπτώσεις), γραπτό αίτημα και παραπεμπτικό για κάθε μεταφορά, και καταγραφή κάθε άρνησης με ώρα, λόγο και όνομα υπευθύνου, ονομαστική ευθύνη του θεράποντος ιατρού: υποχρεωτικό αντικαταστάτη όταν δεν είναι διαθέσιμος, και καμία παραπομπή του ασθενούς αλλού χωρίς τεκμηριωμένο αίτημα και επιβεβαιωμένη ανάληψη., συντονιστή του ΟΑΥ σε ετοιμότητα, με εξουσία να αποφασίζει μέσα σε ώρες ποιο ιατρικό ίδρυμα αναλαμβάνει, όταν αυτά διαφωνούν και κεντρικό αρχείο κλινών, ακριβής δήλωση δυνατοτήτων, μελέτη αποζημίωσης σύνθετων περιστατικών και μετρήσιμη εποπτεία, με δείκτες για τον χρόνο μέχρι την ανάληψη, και μέτρα για όποιον λειτουργεί εκτός πλαισίου.











