Στην ακίδα της Βουλής έχουν μπει τα fake accounts μέσω των οποίων κάποιοι προβαίνουν σε παρενόχληση ή παρενοχλητική συμπεριφορά, συστηματική στοχοποίηση ή ακόμα και κακόβουλη δημοσιοποίηση στοιχείων εντοπισμού και ταυτοποίησης προσώπων, σύμφωνα με πρόταση νόμου που κατέθεσε η πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Φωτεινή Τσιρίδου, η οποία την ίδια ώρα δεν θα θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία του λόγου, για όσους ασκούν κριτική σε δημόσια πρόσωπα.
Σύμφωνα με την πρόταση που κατέθεσε η κ. Τσιρίδου, στην Ολομέλεια της Βουλής, προβλέπεται μεταξύ άλλων, να αντιμετωπίζονται αποτελεσματικότερα σοβαρές μορφές παρενόχλησης που εκδηλώνονται μέσω του διαδικτύου, των μέσων κοινωνικής δικτύωσης, των υπηρεσιών ανταλλαγής μηνυμάτων και άλλων μέσων τεχνολογίας πληροφοριών και επικοινωνιών.
Ουσιαστικά, με την πρόταση νόμου εισάγεται το ειδικό αδίκημα της οργανωμένης διαδικτυακής στοχοποίησης, ωστόσο, για τη στοιχειοθέτησή του απαιτείται να αποδεικνύονται προηγούμενη συνεννόηση ή άλλη συντονισμένη δράση, γνώση του οργανωμένου χαρακτήρα της συμπεριφοράς και ουσιώδης συμβολή του κατηγορουμένου σε αυτή. Όπως αναφέρει στην αιτιολογική της έκθεση, η ταυτόχρονη ή διαδοχική έκφραση απόψεων, από περισσότερα πρόσωπα, δεν συνιστά οργανωμένη στοχοποίηση, αφού απαιτείται κοινός σκοπός παρενόχλησης ή εκφοβισμού συγκεκριμένου φυσικού προσώπου.
Προβλέπεται ακόμα, ειδικό αδίκημα για την κακόβουλη δημοσιοποίηση στοιχείων εντοπισμού ή ταυτοποίησης. Η ρύθμιση αφορά περιπτώσεις κατά τις οποίες στοιχεία, όπως η διεύθυνση κατοικίας, η τρέχουσα ή συνήθης τοποθεσία, προσωπικοί αριθμοί τηλεφώνου, πληροφορίες για τον τόπο εργασίας ή στοιχεία ανήλικων μελών της οικογένειας, δημοσιοποιούνται χωρίς δικαίωμα και με σκοπό την πρόκληση φόβου ή παρενόχλησης ή την έκθεση του επηρεαζόμενου προσώπου σε πραγματικό και σοβαρό κίνδυνο.
Παράλληλα, εισηγείται διαβαθμισμένες ποινές, ανάλογα με τη σοβαρότητα της συμπεριφοράς και τις συνέπειές της. Ως επιβαρυντικές περιστάσεις λαμβάνονται υπόψη η χρήση ψευδών ή πολλαπλών λογαριασμών, η αξιοποίηση αυτοματοποιημένων μέσων για μαζική διάδοση περιεχομένου, η συνέχιση της συμπεριφοράς ύστερα από δικαστικό διάταγμα ή επίσημη προειδοποίηση αρμόδιας αρχής και η δημοσιοποίηση στοιχείων εντοπισμού ή ταυτοποίησης του θύματος ή μέλους της οικογένειάς του.
Συγκεκριμένα, για την οργανωμένη διαδικτυακή στοχοποίηση, προβλέπεται ότι πρόσωπο το οποίο καταδικάζεται, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €30.000 ή και στις δύο αυτές ποινές.
Σε περίπτωση κατά την οποία η συμπεριφορά προκαλεί φόβο στο θύμα ότι θα ασκηθεί βία εναντίον του ή εναντίον μέλους της οικογένειάς του ή προκαλεί σοβαρή ανησυχία ή σοβαρή αγωνία που έχει ουσιώδη αρνητική επίδραση στις καθημερινές του δραστηριότητες, το πρόσωπο που καταδικάζεται, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και στις δύο αυτές ποινές.
Για το αδίκημα της κακόβουλης δημοσιοποίησης στοιχείων εντοπισμού ή ταυτοποίησης προνοείται ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία έτη ή χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €30.000 ή και στις δύο αυτές ποινές.
Σε περίπτωση κατά την οποία η δημοσιοποίηση ή διάδοση εξέθεσε το θύμα ή μέλος της οικογένειάς του σε άμεσο κίνδυνο βίας ή προκάλεσε σοβαρή σωματική, ψυχική ή οικονομική βλάβη, το πρόσωπο που καταδικάζεται υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις €50.000 ή και στις δύο αυτές ποινές.»
«Δεν είναι στόχος να σταματήσουμε το σχόλιο που θα γράψει κάποιος»
Μιλώντας στον REPORTER, η εισηγήτρια της πρότασης νόμου, ανέφερε πως πρόκειται για πρόταση με αυστηρές δικλείδες ασφαλείας, αφού δεν θα περιλαμβάνει όποιον γράψει κάτι στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Αντίθετα, πρέπει να αποδειχθούν αυστηρά τα συστατικά στοιχεία, ότι δηλαδή πρόκειται για συντονισμένη επίθεση. «Δεν είναι στόχος μας να σταματήσουμε το σχόλιο που θα γράψει κάποιος», είπε η κ. Τσιρίδου.
Σημείωσε εξάλλου πως «διασφαλίζουμε πλήρως την ελευθερία της έκφρασης σε κάθε επίπεδο. Νομίζω είναι καιρός να προστατεύσουμε τα παιδιά μας. Ξεκαθαρίζω ότι δεν μιλάμε για πολιτικό σχολιασμό, αυτά εξαιρούνται και προστατεύονται. Μιλούμε πέρα από συντονισμένες επιθέσεις για παραβίαση προσωπικών δεδομένων, προσωπικής ζωής και ούτω καθεξής».
Αναφερόμενη στις πρόνοιες, εξήγησε ότι για παράδειγμα εάν κάποιος δημοσιοποιεί προσωπικά στοιχεία κάποιου, όπως είναι το τηλέφωνό του και λοιπά, είναι κάτι που μπορεί να εμπερικλείεται μέσα στην πρόταση που κατέθεσε.
Κληθείσα να δώσει κάποια παραδείγματα σε σχέση με το τι προβλέπεται για τις συντονισμένες επιθέσεις, υπέδειξε πως, «αν πω εγώ αυτά που λέει ο τάδε είναι γελοία, δεν καλύπτεται από την πρόταση. Ο καθένας έχει δικαίωμα να πει τη γνώμη του. Όταν όμως, φαίνεται ότι ένας λογαριασμός με στόχο να ξεκινά συντονισμένες επιθέσεις, είναι διαφορετικό. Σίγουρα θα πρέπει να αποδειχθεί, χρειάζεσαι μαρτυρικό υλικό. Δεν θα στοχοποιήσουμε κανένα που γράφει την άποψή του ή σκληρή κριτική, προς Θεού».
Σημείωσε εξάλλου ότι «θεωρώ εδώ και αρκετό καιρό ότι η νομοθεσία χρειαζόταν αυτή την τροποποίηση και νομίζω ότι δίνουμε και μηνύματα ότι δεν ζούμε σε ζούγκλα. Πρέπει να προστατεύσουμε τον κόσμο και τα παιδιά μας. Είναι εύκολο σήμερα μια παρέα να κάνει ένα λογαριασμό και να στοχοποιήσει ένα έφηβο. Αυτά δεν γίνεται να μην καλύπτονται από νομοθεσία».
Όταν υποδείχθηκε στην κ. Τσιρίδου ότι υπάρχουν λογαριασμοί που δημιουργούνται για να κοροϊδέψουν ή να εξευτελίσουν άλλα παιδιά ή εφήβους, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, είπε πως «ακριβώς για αυτό το λόγο γίνεται η νομοθεσία. Είναι κανονικός εκφοβισμός με τον πιο σκληρό τρόπο. Αυτά θέλουμε να αγγίξουμε. Δεν αγγίζουμε τη σάτιρα, ούτε την πολιτική κριτική, ούτε την σκληρή κριτική».
Για τους ψεύτικους λογαριασμούς που καταφέρονται κατά δημόσιων προσώπων ή πολιτικών, είπε ότι «εάν αποδειχθεί ότι έγινε συντονισμένα για να στοχοποιήσουν κάποιο συγκεκριμένο άνθρωπο ναι είναι αδίκημα, αλλά αν γράφει μόνο σκληρή κριτική δεν θα εμπίπτει στο νόμο».











