Καλύτερες οι επιδόσεις μαθητών με μεταναστευτική βιογραφία στην Κατανόηση Κειμένου σε σχέση με τους Κύπριους σύμφωνα με τα αποτελέσματα της διεθνούς έρευνας PISA για τις επιδόσεις των μαθητών στην Κύπρο. Την ίδια ώρα καταγράφεται πρωτιά της χώρας μας σε ό,τι αφορά τα ποσοστά των παιδιών τα οποία δίνουν βιαστικές απαντήσεις «και δεν έχουν αφιερώσει στις ασκήσεις χρόνο περισσότερο από 10 δευτερόλεπτα», ενώ στα θετικά αποτιμάται το γεγονός ότι υπάρχει εκπαιδευτική ανθεκτικότητα μαθητών και μαθητριών χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου.
Σε σημερινή διάσκεψη Τύπου στο Υπουργείο Παιδείας όπου παρουσιάστηκαν τα αποτελέσματα του προγράμματος PISA ανακοινώθηκαν και οι συγκεκριμένες αλλαγές που προωθούνται στο εκπαιδευτικό σύστημα με στόχο τη βελτίωση της ποιότητας της μάθησης, με την Υπουργό Παιδείας Αθηνά Μιχαηλίδου να σημειώνει ότι ήδη υλοποιούνται δράσεις που μπορούν να οδηγήσουν σε καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα.
Ψηλότερες οι επιδόσεις παιδιών με μεταναστευτική βιογραφία
Όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα, οι επιδόσεις των παιδιών με μεταναστευτική βιογραφία είναι υψηλότερες από εκείνες των Κυπρίων και στα τρία υπό εξέταση πεδία. Συγκεκριμένα στην Κατανόηση Κειμένου, τα παιδιά με μεταναστευτική βιογραφία πρώτης γενιάς και υψηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, τα οποία συγκεντρώνουν 486 μονάδες. Τα παιδιά δεύτερης γενιάς συγκεντρώνουν 424 μονάδες και οι Κύπριοι μαθητές 415. Στο χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, οι επιδόσεις διαμορφώνονται στις 369 μονάδες για τα παιδιά πρώτης γενιάς και στις 367 τόσο για τα παιδιά δεύτερης γενιάς όσο και για τους Κύπριους μαθητές.
Στα Μαθηματικά, τα παιδιά μεταναστευτικής βιογραφίας πρώτης γενιάς με υψηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο συγκεντρώνουν 512 μονάδες, ενώ τα παιδιά δεύτερης γενιάς 460 και οι Κύπριοι μαθητές 450 μονάδες. Στο χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, η πρώτη γενιά συγκεντρώνει 408 μονάδες, οι Κύπριοι μαθητές 387 και η δεύτερη γενιά 384 μονάδες.
Στις Φυσικές Επιστήμες, τα παιδιά μεταναστευτικής βιογραφίας πρώτης γενιάς με υψηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο συγκεντρώνουν 520 μονάδες, ενώ τα παιδιά δεύτερης γενιάς 460 και οι Κύπριοι μαθητές 452 μονάδες. Στο χαμηλό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο, οι επιδόσεις διαμορφώνονται στις 401 μονάδες για την πρώτη γενιά, στις 389 για τους Κύπριους μαθητές και στις 382 για τη δεύτερη γενιά.
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση η προϊστάμενη του κέντρου εκπαιδευτικής έρευνας και αξιολόγησης Γιασεμίνα Καραγιώργη ανέφερε ότι «διαχρονικά επικρατεί τούτη η εντύπωση, αν θέλετε, ότι τα αποτελέσματα μας είναι «εξαιρετικά» και μας τα χαλούν, σε εισαγωγικά, οι μετανάστες». Διευκρινίστηκε επίσης ότι η αναφορά σε μαθητές με μεταναστευτική βιογραφία περιλαμβάνει και μαθητές των ιδιωτικών σχολείων και όχι κατ’ ανάγκη στα παιδιά τα οποία προέρχονται από οικογένειες που έχουν μιαν οικονομική δυσκολία, αλλά αναφερόμαστε και στα παιδιά τα οποία έχουν προσέλθει στην Κύπρο, έχουν γεννηθεί αλλού. Ωστόσο οι ψηλότερες επιδόσεις καταγράφονται και στην περίπτωση μαθητών με μεταναστευτική βιογραφία χαμηλού κοινωνικοοικονομικού υπόβαθρο.
Ούτε 10 δευτερόλεπτα σε κάθε άσκηση
Από τα ευρήματα της έρευνας διαπιστώνεται επίσης ότι η χώρα μας είναι πρώτη σε ό,τι αφορά τα ποσοστά των παιδιών τα οποία δίνουν βιαστικές απαντήσεις «και δεν έχουν αφιερώσει στις ασκήσεις χρόνο περισσότερο από 10 δευτερόλεπτα» με το ποσοστό να ανέρχεται σε 24,9%, εξηγώντας ότι προκύπτει ότι «μια μεγάλη μερίδα μαθητών δεν έχουν ασχοληθεί αρκετά σοβαρά με το δοκίμιο». Επίσης ανέφερε ότι ιδιαίτερα ψηλό είναι και το ποσοστό των παιδιών που αφήνουν ερωτήσεις αναπάντητες.
Από την πλευρά της η Μοδεστίνα Μοδέστου λειτουργός του κέντρου εκπαιδευτικής έρευνας και αξιολόγησης ανέφερε ότι «στη χώρα μας το 43,5% των μαθητών κατατάσσεται κάτω από το επίπεδο 2 και δεν κατέχει τις βασικές δεξιότητες σε κανένα από τα τρία βασικά γνωστικά αντικείμενα της έρευνας» και είναι πολύ μακριά από τον στόχο που έχει θέσει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ώστε μέχρι το 2030 μόνο το 15% των μαθητών, να είναι κάτω από το επίπεδο 2. Το αντίστοιχο ποσοστό της ΕΕ ανέρχεται στο 21,3%.
Σημείωσε επίσης ότι μόνο το 0,7% κατατάσσεται πάνω από το επίπεδο 5 και κατέχει ανώτερες δεξιότητες και στα τρία βασικά αντικείμενα της έρευνας, ενώ μεγάλο ποσοστό μαθητών και μαθητριών δεν είχε ενεργή εμπλοκή στην έρευνα.
Πάντως η πορεία η της Κύπρου διαγράφει σταθεροποίηση των επιδόσεων της από το 2012.
Τα θετικά
Ως θετικό εύρημα η Υπουργός ανέδειξε την εκπαιδευτική ανθεκτικότητα, καθώς όπως προκύπτει από τα αποτελέσματα της έρευνας αυξάνεται το ποσοστό των μαθητών χαμηλότερου κοινωνικοοικονομικού επιπέδου που επιτυγχάνουν υψηλότερες επιδόσεις. Διαφαίνεται λοιπόν όπως αναφέρθηκε, ότι ο βαθμός επίδρασης του υποβάθρου στις επιδόσεις στην Κύπρο είναι χαμηλότερος από ό,τι αλλού με το Υπουργείο να εκτιμά ότι το κοινωνικοοικονομικό υποβάθρο επιδρά σε μικρότερο βαθμό στις επιδόσεις από ό,τι στην Ευρωπαϊκή Ένωση.
«Κάτι που είναι ιδιαίτερα θετικό, γιατί αντιλαμβάνεστε ότι σημαίνει πως το σχολείο λειτουργεί αντισταθμιστικά. Έρχεσαι στο σχολείο με συγκεκριμένες προκλήσεις από το σπίτι, όσον αφορά στο κοινωνικοοικονομικό σου υπόβαθρο, αλλά αυτό δεν σε εμποδίζει να είσαι καλός μαθητής» σημείωσε η Υπουργός Παιδείας.
Ζητούμενο η ανάπτυξη της κριτικής σκέψης
Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν την ανάγκη να γίνουν ουσιαστικές τομές στο σύστημα. Η αξιοποίηση της έρευνας και των δεδομένων, η συνεχής αξιολόγηση και η αποφασιστική προώθηση των αναγκαίων μεταρρυθμίσεων είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για ένα σύγχρονο και αποτελεσματικό εκπαιδευτικό σύστημα. Κεντρικό ζητούμενο παραμένει η ποιότητα της μάθησης και η περαιτέρω ενίσχυση της ικανότητας των παιδιών να αξιοποιούν τη γνώση, να σκέφτονται κριτικά, να επιλύουν προβλήματα και να ανταποκρίνονται σε πραγματικές καταστάσεις όπως ανέδειξε η κυρία Μιχαηλίδου.
Σχολιάζοντας τα αποτελέσματα, η κ. Μιχαηλίδου τόνισε ότι ήδη υλοποιούνται αλλαγές που στοχεύουν πολυεπίπεδα στην ποιότητα της μάθησης, σημειώνοντας ότι «η PISA εξετάζει όχι τα αναλυτικά προγράμματα, αλλά την εφαρμογή της γνώσης, την κριτική σκέψη, τη δημιουργικότητα». Πρόσθεσε ότι «κι εμείς δουλεύουμε μέσα από τις δράσεις μας με λιγότερη αποστήθιση, για να δώσουμε στα παιδιά λιγότερη ύλη, πιο κοντά στις δεξιότητες που θέλουμε να έχουν, με περισσότερη κατανόηση και εφαρμογή», υπογραμμίζοντας την προσπάθεια που γίνεται στο επίπεδο των αναλυτικών προγραμμάτων.
Αναφερόμενη στην επίλυση προβλημάτων σε πραγματικές καταστάσεις, σημείωσε ότι το Υπουργείο προχωρεί στην ενίσχυση των δεξιοτήτων ζωής και στην ανανέωση του περιεχομένου των μαθημάτων. «Δίνω κάποια παραδείγματα: τον χρηματοοικονομικό αναλφαβητισμό, την εβδομάδα εργασίας, το ολοήμερο STEM και πάρα πολλά άλλα, τα οποία δίνουν ακριβώς αυτού του είδους τις δεξιότητες στα παιδιά», είπε.
Σε σχέση με την καλλιέργεια της κριτικής σκέψης, η Υπουργός ανέφερε ότι «αλλάζουμε συστηματικά τα αναλυτικά μας προγράμματα, δίνουμε ευκαιρίες με νέα μαθήματα, νέα προγράμματα», παραπέμποντας ενδεικτικά στην Αγωγή του Πολίτη και στις ψηφιακές δεξιότητες «που μπαίνουν δυναμικά στο πρόγραμμα του σχολείου».
Η κ. Μιχαηλίδου στάθηκε ιδιαίτερα και στην επίδραση των εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων. Όπως είπε, η PISA εξετάζει «ειδικά και αναλυτικά επιμέρους μεταβλητές, δηλαδή την επίδραση εκπαιδευτικών και κοινωνικών ανισοτήτων, κάτι που το δικό μας εκπαιδευτικό σύστημα φαίνεται να κάνει καλά». Πρόσθεσε ότι «χωρίς να έχουμε υψηλές επιδόσεις, οι ενδείξεις είναι σαφείς» και ότι, μέσα από τη μεγαλύτερη στήριξη και την εξελικτική μετάβαση στο συμπεριληπτικό σχολείο, «φαίνεται, διαφαίνεται –θα πρέπει να δούμε και τα επόμενα αποτελέσματα– ότι κάτι γίνεται σωστά εδώ και ίσως θα πρέπει να το κρατήσουμε».
Ο ρόλος των εκπαιδευτικών
Αναφερόμενη στον ρόλο των εκπαιδευτικών, η κ. Μιχαηλίδου είπε ότι οι αλλαγές αφορούν τόσο το εκπαιδευτικό περιεχόμενο, τα αναλυτικά προγράμματα, τις μεθοδολογίες και τις ψηφιακές δεξιότητες όσο και τη στήριξη του εκπαιδευτικού, «που είναι η ψυχή της οποιασδήποτε αλλαγής». «Ό,τι και να κάνουμε, τα τέλεια αναλυτικά να έχουμε, εξαιρετικά εργαλεία, τις τέλειες τάξεις, τον κλιματισμό, τα πάντα, αν ο εκπαιδευτικός δεν έχει ψυχή, δεν έχει ζήλο, δεν επιδράσει, τότε χάνουμε το παιχνίδι», ανέφερε.
Χαρακτήρισε τον εκπαιδευτικό ως τον πρώτο και τον σημαντικότερο φορέα αλλαγής και επίδρασης στα αποτελέσματα των παιδιών, σημειώνοντας ότι η κατεύθυνση που υποδεικνύει η διεθνής έρευνα είναι «αξιολόγηση και ενδυνάμωση, κίνητρα σε αυτούς τους ανθρώπους». Πρόσθεσε ότι το Υπουργείο έχει ήδη εργαστεί προς αυτή την κατεύθυνση και ότι οι αλλαγές πρέπει πλέον να εφαρμοστούν στην πράξη, ενώ αναφέρθηκε και στον τρόπο εισδοχής, με στόχο, όπως είπε, «να επιλέγονται οι καλύτεροι εκπαιδευτικοί».
Η Υπουργός αναφέρθηκε, τέλος, και στο ζήτημα των βιαστικών απαντήσεων των μαθητών κατά τη συμμετοχή τους στην έρευνα. «Είναι εξοικειωμένα τα παιδιά στο εξωτερικό να παρακάθονται σε έρευνες διαδικτυακές, έρευνες ηλεκτρονικές. Τα δικά μας παιδιά, όχι τόσο. Αυτό δεν είναι δικαιολογία, εννοείται, αλλά είναι σημαντικό να το μελετήσουμε», είπε, προσθέτοντας ότι «δεν γίνεται σε ένα δευτερόλεπτο να απαντάς σε ένα κείμενο δύο σελίδων».
Σε σχέση με την επόμενη φάση της PISA το 2028, ανέφερε ότι, σε συνεργασία με τις Διευθύνσεις Μέσης Γενικής και Τεχνικής Εκπαίδευσης, λαμβάνονται μέτρα, ώστε τα παιδιά να προετοιμαστούν και να δώσουν μεγαλύτερη σημασία στη διαδικασία της έρευνας ώστε να μπορούμε να περιμένουμε καλύτερα αποτελέσματα.
Τα αποτελέσματα
Σύμφωνα με τα αποτελέσματα για το 2025, ο μέσος όρος των μαθητών/μαθητριών της Κύπρου είναι 411 στις Φυσικές Επιστήμες, 412 στα Μαθηματικά, και 379 στην Κατανόηση Κειμένου, επιδόσεις στατιστικά χαμηλότερες από τους αντίστοιχους μέσους όρους των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Φυσικές Επιστήμες 481, Μαθηματικά 463, Κατανόηση Κειμένου 459) και του ΟΟΣΑ (Φυσικές Επιστήμες 482, Μαθηματικά 463, Κατανόηση Κειμένου 461). Σε σχέση με την προηγούμενη συμμετοχή της χώρας μας στο Πρόγραμμα (2022), οι επιδόσεις στις Φυσικές Επιστήμες και στην Κατανόηση Κειμένου παραμένουν σταθερές, ενώ στα Μαθηματικά παρατηρείται μικρή πτώση 6 μονάδων. Πτωτική τάση στις επιδόσεις παρατηρείται στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Μαθηματικά και Κατανόηση Κειμένου 9 μονάδες) και στις χώρες του ΟΟΣΑ (Μαθηματικά 9 μονάδες, Κατανόηση Κειμένου 15 μονάδες).
Το Πρόγραμμα PISA διοργανώνεται κάθε τριετία από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) και στοχεύει στην αξιολόγηση της ποιότητας και της αποτελεσματικότητας των εκπαιδευτικών συστημάτων των χωρών. Αποτελεί μία από τις πιο σημαντικές έρευνες στον χώρο της εκπαίδευσης. Επικεντρώνεται στην αξιολόγηση του γραμματισμού δεκαπεντάχρονων μαθητών/μαθητριών σε τρία γνωστικά πεδία: τα Μαθηματικά, τις Φυσικές Επιστήμες και την Κατανόηση Κειμένου. Στην έρευνα PISA 2025, στην οποία συμμετείχαν συνολικά 91 χώρες και οικονομίες (με περίπου 762.000 μαθητές/μαθήτριες), το υπό έμφαση γνωστικό πεδίο ήταν οι Φυσικές Επιστήμες.
Η Κύπρος συμμετείχε στο Πρόγραμμα για πέμπτη φορά. Την υλοποίηση ανέλαβε — εκ μέρους του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ) — το Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας και Αξιολόγησης (ΚΕΕΑ) του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου Κύπρου. Η συλλογή δεδομένων έγινε την Άνοιξη του 2025, με την συμμετοχή 7802 δεκαπεντάχρονων μαθητών/μαθητριών από 103 σχολεία, 75 δημόσια και 28 ιδιωτικά.
Συγκεκριμένα χορηγήθηκαν: (α) ηλεκτρονικό δοκίμιο αξιολόγησης, το οποίο εξέτασε τον βαθμό στον οποίο οι μαθητές/μαθήτριες μπορούν να εφαρμόσουν γνώσεις και δεξιότητες σε καταστάσεις της καθημερινής ζωής, (β) ερωτηματολόγιο μαθητή/μαθήτριας, το οποίο συνέλεξε πληροφορίες για τα παιδιά, το οικογενειακό τους περιβάλλον, τα σχολεία τους, καθώς και τις στάσεις και αντιλήψεις τους για τις Φυσικές Επιστήμες, και (γ) ερωτηματολόγιο σχολείου, μέσα από το οποίο συνελέγησαν στοιχεία ως προς τα χαρακτηριστικά του σχολείου και τις πολιτικές που εφαρμόζονται σε σχέση με διάφορα εκπαιδευτικά θέματα.
Πηγή: ΚΥΠΕ











