Ο Φρίντριχ Μερτς δεν παραιτήθηκε. Δεν άφησε, μάλιστα, ούτε περιθώριο για άμεση αποχώρηση από την καγκελαρία ή την ηγεσία του CDU. Μετά τις βαριές ήττες σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, εμφανίστηκε ενώπιον των Γερμανών για να δηλώσει ότι θα συνεχίσει τις μεταρρυθμίσεις, γνωρίζοντας πως όσα ακολουθούν «απαιτούν σθένος, σταθερότητα και υπομονή».
Ήταν μια δήλωση παραμονής, όχι όμως επίδειξη πολιτικής ισχύος. Ο Γερμανός καγκελάριος παραμένει στη θέση του επειδή δεν υπάρχει ακόμη συμφωνημένη εναλλακτική λύση στο εσωτερικό της Χριστιανοδημοκρατίας και επειδή οκτώ πρωθυπουργοί κρατιδίων τού παρείχαν δημόσια στήριξη. Δεν παραμένει επειδή οι κάλπες επιβεβαίωσαν την πολιτική του.
Οι δύο σημερινές αναμετρήσεις δεν είχαν το ίδιο αποτέλεσμα, είχαν όμως τον ίδιο μεγάλο χαμένο. Το CDU υποχώρησε δραματικά και στα δύο κρατίδια, ενώ το AfD συνέχισε να διευρύνει την επιρροή του. Στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία πέρασε για πρώτη φορά στην πρώτη θέση. Στο Βερολίνο πέτυχε την καλύτερη επίδοση της ιστορίας του στην πρωτεύουσα. Η γερμανική πολιτική σκηνή πολώνεται πλέον όχι ανάμεσα στα παραδοσιακά κόμματα εξουσίας, αλλά ανάμεσα σε δυνάμεις που βρίσκονται έξω από τον παλιό κυβερνητικό άξονα.
Η συντριβή στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία
Σύμφωνα με τις πρώτες προβολές, το AfD συγκεντρώνει περίπου 37%, ξεπερνώντας το SPD της πρωθυπουργού Μανουέλα Σβέζιγκ, που βρίσκεται κοντά στο 35,5%. Ακολουθούν η Αριστερά με 7,5%, ενώ CDU και Πράσινοι περιορίζονται περίπου στο 5,5%. Το BSW κινείται ακριβώς στο όριο εισόδου, στο 5%.
Για το CDU το 5,5% δεν αποτελεί απλώς μια εκλογική ήττα. Εφόσον επιβεβαιωθεί, είναι η χειρότερη επίδοσή του σε εκλογές κρατιδίου από την ίδρυση της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, το 1949. Σε σχέση με το 13,3% του 2021, οι Χριστιανοδημοκράτες χάνουν περισσότερο από τη μισή εκλογική δύναμή τους και απέχουν ελάχιστα από τον αποκλεισμό τους από το τοπικό Κοινοβούλιο.
Ο ίδιος ο Μερτς δεν προσπάθησε να περιορίσει το μέγεθος της αποτυχίας. «Δεν μπορούμε να ωραιοποιήσουμε το αποτέλεσμα στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία. Πρόκειται για καταστροφή», δήλωσε. Απέδωσε τη συντριβή στην πόλωση ανάμεσα στο SPD και το AfD. Η εξήγηση, όμως, δεν αλλάζει την πολιτική ουσία: σε ένα ακόμη ανατολικό κρατίδιο, το CDU έπαψε να αποτελεί βασικό πόλο εξουσίας.
Το AfD δεν έχει, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, δρόμο προς την τοπική κυβέρνηση. Τα υπόλοιπα κόμματα αποκλείουν συνεργασία μαζί του, ενώ οι πρώτες εκτιμήσεις δίνουν κοινοβουλευτική πλειοψηφία σε έναν συνασπισμό SPD, Αριστεράς και Πρασίνων. Το πολιτικό «τείχος προστασίας» εμποδίζει ακόμη την είσοδο της Ακροδεξιάς στην εξουσία. Δεν εμποδίζει, όμως, την εκλογική της επέκταση ούτε τη δυνατότητά της να καθορίζει την ατζέντα.
Το Βερολίνο στράφηκε αριστερά – Το AFD σχεδόν διπλασίασε τις δυνάμεις του
Στο Βερολίνο η εικόνα είναι διαφορετική. Η Αριστερά αναδεικνύεται για πρώτη φορά πρώτη δύναμη με περίπου 24,8%, ενώ το CDU ακολουθεί στο 20%. Το AFD καταλαμβάνει την τρίτη θέση με σχεδόν 16%, μπροστά από τους Πράσινους, που κινούνται κοντά στο 15%. Το SPD υποχωρεί στο 12% και καταγράφει ιστορική κατάρρευση στην πόλη με την οποία είχε ταυτιστεί επί δεκαετίες. Το BSW βρίσκεται οριακά στο 5%.
Ο Μερτς χαρακτήρισε «αξιοπρεπές» το αποτέλεσμα του CDU στο Βερολίνο. Η πραγματικότητα είναι ότι το κόμμα έχασε περισσότερες από οκτώ μονάδες σε σύγκριση με το 28,2% του 2023 και παραδίδει την πρώτη θέση στην Αριστερά. Παράλληλα, το AFD ανεβαίνει από το 9,1% κοντά στο 16%, καταγράφοντας την υψηλότερη επίδοσή του σε εκλογές για το κοινοβούλιο της γερμανικής πρωτεύουσας.
Η πιθανότερη κυβερνητική λύση είναι ένας συνασπισμός Αριστεράς, Πρασίνων και SPD. Αριθμητικά παραμένει δυνατός και ένας συνασπισμός CDU, Πρασίνων και SPD, αλλά το εκλογικό πλήγμα που υπέστησαν οι δύο σημερινοί κυβερνητικοί εταίροι δυσκολεύει πολιτικά ένα τέτοιο σχήμα. Η συμμετοχή έφθασε περίπου στο 75%, έναντι 62,9% το 2023. Η μεταβολή δεν προέκυψε από αδιαφορία, αλλά από ισχυρή κινητοποίηση και συνειδητή μετακίνηση ψηφοφόρων.
Ο Μερτς κέρδισε χρόνο, όχι πολιτική ασφάλεια
Ο καγκελάριος επέλεξε να απαντήσει στις ήττες με μια ομιλία ευρύτερου πολιτικού χαρακτήρα. Μίλησε για ένα κράτος που «έχει γίνει υπερβολικά περίπλοκο», για μια οικονομία η οποία βρίσκεται σε «βαθύ μετασχηματισμό», για τη σκλήρυνση του δημόσιου λόγου και για την υποχώρηση της εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς. Έθεσε τη Γερμανία και την Ευρώπη απέναντι σε «πολύ συγκεκριμένες απειλές» και επέμεινε ότι η χώρα εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να μεταρρυθμιστεί.
Το μήνυμα είχε δύο αποδέκτες. Προς το εσωτερικό του CDU, ο Μερτς δήλωσε ότι δεν προτίθεται να εγκαταλείψει την ηγεσία. Προς τους Γερμανούς, υποστήριξε ότι οι μεταρρυθμίσεις χρειάζονται χρόνο για να αποδώσουν και ότι τα άμεσα εκλογικά κόστη δεν πρέπει να ανακόψουν την κυβερνητική πορεία. Κανένα κορυφαίο στέλεχος του CDU δεν έχει έως τώρα ζητήσει δημοσίως την παραίτησή του, μολονότι η κριτική στο εσωτερικό του κόμματος εντείνεται.
Ο χρόνος που ζητά ο καγκελάριος λειτουργεί ταυτόχρονα υπέρ του AFD. Μέσα σε λίγες εβδομάδες η Ακροδεξιά κατέκτησε την πρώτη θέση στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, ενίσχυσε θεαματικά την παρουσία της στο Βερολίνο και προηγείται πλέον σε πανγερμανικές δημοσκοπήσεις.
Η προσπάθεια του Μερτς να περιορίσει το AFD με αυστηρότερη πολιτική στο μεταναστευτικό δεν απέδωσε. Αντί να επαναπατρίσει ψηφοφόρους, μετέφερε ακόμη μεγαλύτερο μέρος της πολιτικής συζήτησης σε ένα πεδίο όπου η Ακροδεξιά εμφανίζεται στα μάτια των οπαδών της ως η «αυθεντική» επιλογή.
Ο χειμώνας απειλεί να μετατρέψει την πολιτική κρίση σε κοινωνική
Η κυβέρνηση εισέρχεται στον χειμώνα με την οικονομία αδύναμη, τη βιομηχανία υπό πίεση και το κόστος της ενέργειας να επιστρέφει ως κεντρικό πολιτικό ζήτημα. Οι πολεμικές εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, οι διαταραχές στις ενεργειακές και εμπορικές διαδρομές και η άνοδος των διεθνών τιμών των καυσίμων έχουν ήδη αναζωπυρώσει τους φόβους μιας νέας ευρωπαϊκής ενεργειακής κρίσης.
Δεν μπορεί ακόμη να θεωρείται δεδομένο ότι η Ευρώπη θα αντιμετωπίσει κρίση ίδιου μεγέθους με εκείνη του 2022.
Ο κίνδυνος, όμως, είναι πραγματικός και για τη Γερμανία πολιτικά εκρηκτικός. Πρόκειται για τη μεγαλύτερη βιομηχανική οικονομία της Ευρώπης, με κλάδους όπως η χημική βιομηχανία, ο χάλυβας και η αυτοκινητοβιομηχανία ιδιαίτερα ευαίσθητους στο κόστος της ενέργειας. Μια νέα άνοδος στους λογαριασμούς, στα καύσιμα και στις τιμές των προϊόντων θα δοκιμάσει ακριβώς την «υπομονή» που ζήτησε ο Μερτς.
Το AFD έχει αποδείξει ότι μπορεί να μετατρέπει την οικονομική ανασφάλεια σε πολιτική οργή, συνδέοντας την ακρίβεια με τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, τη μετανάστευση, την πράσινη μετάβαση και τις αποφάσεις των Βρυξελλών. Αν ο χειμώνας συνοδευθεί από νέα ενεργειακή πίεση, απολύσεις ή περαιτέρω συρρίκνωση της βιομηχανίας, το CDU δεν θα έχει απέναντί του μόνο μια εκλογικά ενισχυμένη Ακροδεξιά. Θα βρεθεί αντιμέτωπο με την αμφισβήτηση της βασικής υπόσχεσης του Μερτς: ότι μπορεί να αποκαταστήσει την οικονομική ισχύ και την πολιτική σταθερότητα της Γερμανίας.
Οι επόμενες κάλπες
Με τις σημερινές εκλογές κλείνει ο εξαιρετικά βαρύς κύκλος αναμετρήσεων του 2026. Το επόμενο προγραμματισμένο τεστ είναι η Βρέμη, όπου οι εκλογές έχουν οριστεί για τις 30 Μαΐου 2027. Μέσα στο 2027 αναμένονται επίσης εκλογές στο Σάαρλαντ, στο Σλέσβιχ-Χόλσταϊν, στη Βόρεια Ρηνανία-Βεστφαλία και στην Κάτω Σαξονία, χωρίς να έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί όλες οι ημερομηνίες.
Οι διαθέσιμες δημοσκοπήσεις σε αυτά τα κρατίδια δεν είναι ακόμη αρκετά πρόσφατες και συστηματικές ώστε να επιτρέπουν ασφαλή συνολική πρόβλεψη. Η πανγερμανική τάση είναι, όμως, σαφής: το AFD προηγείται στις εθνικές μετρήσεις και το CDU υποχωρεί. Στα δυτικά κρατίδια η Ακροδεξιά δεν προσεγγίζει ακόμη τα ποσοστά που καταγράφει στην ανατολική Γερμανία, αλλά η ανάπτυξή της δεν αποτελεί πλέον αποκλειστικά ανατολικογερμανικό φαινόμενο. Το απέδειξε και η κάλπη του Βερολίνου.
Η παραμονή του Μερτς δεν λύνει την κρίση. Μεταθέτει την επόμενη απόφαση. Ο καγκελάριος ζητά χρόνο για να αποδείξει ότι η Γερμανία μπορεί να μεταρρυθμιστεί. Το AFD χρησιμοποιεί τον ίδιο χρόνο για να παρουσιάζεται ως η δύναμη που περιμένει να παραλάβει μια χώρα κουρασμένη από την οικονομική στασιμότητα, τις δύσκολες κυβερνητικές συμμαχίες και την αίσθηση ότι το παλιό πολιτικό σύστημα δεν μπορεί πλέον να προστατεύσει ούτε την ευημερία ούτε την ασφάλεια της καθημερινότητας.
Πηγή: Protothema.gr











