Θολό παραμένει το τοπίο, όσον αφορά στο διορισμό των 21 ατόμων στα Διοικητικά Συμβούλια ημικρατικών οργανισμών, που δεν προήλθαν από τη λίστα των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, αφού οι εξηγήσεις που έδωσε η Κυβέρνηση, δεν έπεισαν καθόλου τους βουλευτές της Επιτροπής Θεσμών.
Η Επιτροπή Θεσμών αποφάσισε να ανοίξει τη συζήτηση για τον τρόπο λειτουργίας του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, μετά το σάλο που προέκυψε τον περασμένο Αύγουστο, μετά τους διορισμούς στα Διοικητικά Συμβούλια ημικρατικών οργανισμών, καθώς όπως έγινε γνωστό ένα ποσοστό περίπου 22% των διορισμών, που μεταφράζεται σε 21 άτομα, δεν ήταν από τις εισηγήσεις που κατέθεσε στο Υπουργικό Συμβούλιο το Γνωμοδοτικό. Από πλευράς βουλευτών τέθηκαν διάφορα ερωτήματα και ζητούσαν ενημέρωση για τον αριθμό των αιτήσεων που λήφθηκαν, με ποια κριτήρια κατέληξαν στις εισηγήσεις τους τα μέλη του Γνωμοδοτικού, πώς έγινε η αξιολόγηση των αιτήσεων που λήφθηκαν και κατά πόσο γνώριζαν εκ των προτέρων το γεγονός ότι η Κυβέρνηση θα προχωρούσε σε διορισμούς ατόμων που δεν ήταν στη λίστα των εισηγήσεών της.
Κατά τη διάρκεια της τοποθέτησης των βουλευτών, κατά πλειοψηφία τέθηκε ζήτημα κατά πόσο το Γνωμοδοτικό εξυπηρετεί τους σκοπούς του και αν καταπατείται ο ρόλος του, αλλά και αν υπήρξε τα μέλη του Γνωμοδοτικού μετά τις αποφάσεις της Κυβέρνησης αισθάνθηκαν ότι αγνοήθηκαν. Μάλιστα έγινε και αναφορά περί επικοινωνιακών τεχνασμάτων από πλευράς Προέδρου της Δημοκρατίας. Από την άλλη, το ΔΗΚΟ έστησε ασπίδα προστασίας προς την Κυβέρνηση, που είχε τονιστεί πως είναι η πρώτη φορά που είχε δοθεί ευκαιρία σε άτομα που δεν ανήκουν σε κάποιο πολιτικό κύκλο να μπορούν να διεκδικήσουν θέση στα Διοικητικά Συμβούλια των ημικρατικών.
Αυτό που ζήτησαν στο σύνολό τους οι βουλευτές είναι να ενημερωθούν για την απόφαση της Κυβέρνησης να επιλέξει τα 21 άτομα και να τα διορίσει εκτός από τον κατάλογο των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού, υπογραμμίζοντας πως στην απόφαση για τη δημιουργία του Συμβουλίου υπήρχε αναφορά ότι για διορισμούς που γίνονται εκτός της λίστας, θα υπάρχει επαρκής αιτιολόγηση.
Η τοποθέτηση της Κυβέρνησης
Η υφυπουργός Παρά το Προέδρω, Ειρήνη Πική, στην τοποθέτησή της αναφέρθηκε στη νομοθεσία για το διορισμό των μελών των Διοικητικών Συμβουλίων των ημκρατικών οργανισμών, επισημαίνοντας πως θα όταν θεσπίστηκε η νομοθεσία το 1988, προέβλεπε να υπάρχει διαβούλευση της Κυβέρνησης με τα κόμματα της Βουλής. Σημείωσε πως το 2013 υπήρξε τροποποίηση της νομοθεσίας, ώστε να μπορούν να αποστέλλουν τα βιογραφικά τους οι πολίτες, ωστόσο δεν γνώριζε κανένας την κατάληξη.
«Από τότε μέχρι το 2023 δεν ξέραμε τι γινόταν και αν αξιολογούνταν. Εμείς κάναμε το επόμενο βήμα για σύσταση του Γνωμοδοτικού, ως ένα συμβουλευτικό σώμα που συμβουλεύει το Υπουργικό Συμβούλιο για διορισμούς στα ΔΣ των ημικρατικών. Είναι συμβουλευτικό σώμα που βοηθά στην επιλογή του Υπουργικού. Δεν είναι διορισθέν όργανο, δεν είναι όπως την ΕΔΥ, έχει συγκεκριμένη σύνθεση και είναι σημαντικό να πούμε ότι η δουλειά γίνεται αμισθί. Αφιερώνουν πάμπολλες ώρες στη διαδικασία».
Η κα. Πική επεσήμανε πως από πλευράς Κυβέρνησης έγιναν βελτιωτικές κινήσεις για την καλύτερη λειτουργία του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, καθώς όπως είπε μεταξύ άλλων δόθηκε η δυνατότητα να πραγματοποιούν συνεντεύξεις, όταν πρόκειται για να καταλήξουν σε εισηγήσεις αναφορικά με τις θέσεις των προέδρων των Διοικητικών Συμβουλίων ημικρατικών οργανισμών. Παράλληλα, η υφυπουργός Παρά το Προέδρω αναφέρθηκε και στον αριθμό των αιτήσεων που δέχθηκε το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο κατά τους πρόσφατους διορισμούς, σημειώνοντας πως ανήλθαν στιε 1,282 αιτήσεις, έναντι των 1,078 που ήταν στην προηγούμενη διαδικασία.
«Προσελκύει ευρύ φάσμα των πολιτών. Αν υπήρχε απογοήτευση θα μπορούσαν να είχαν παραιτηθεί. Από τις 94 θέσεις, οι 73 καλύφθηκαν από πρόσωπα που ήταν εισηγήσεις του Γνωμοδοτικού. Στα διοικητικά συμβούλια του 2024, είχαμε 11 παραιτήσεις που ήταν άτομα που έφυγαν από ΔΣ και πήγαμε πίσω στη λίστα του Γνωμοδοτικού και διορίστηκαν άλλα άτομα. Δεν ετοιμάζει και τελειώνει η λίστα. Αν υπάρχουν παραιτήσεις ανατρέχουμε στη λίστα του Γνωμοδοτικού. Από εκεί και πέρα, για να είμαστε συγκεκριμένοι, το Υπουργικό Συμβούλιο λαμβάνει την απόφαση και την ευθύνη της τελικής επιλογής. Αν τα ΔΣ θα επιτελέσουν το έργο τους την ευθύνη έχει το Υπουργικό. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την θεσμική αρμοδιότητα του Υπουργικού, είναι καθαρά συμβουλευτικό σώμα».
Αναφορικά με τις εξαιρέσεις και τα 21 άτομα που διορίστηκαν εκτός της λίστας που έδωσε το Γνωμοδοτικό, η κα. Πική σημείωσε πως «όταν λήφθηκε η απόφαση στο Υπουργικό Συμβούλιο, λάβαμε υπόψη πώς θα λειτουργεί στο σύνολο το Διοικητικό Συμβούλιο και γι’ αυτό το λόγο κατά την αξιολόγηση των προτάσεων του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, όταν ήρθε η απόφαση, λήφθηκε υπόψη το αντικείμενο και οι ιδιαίτερες ανάγκες του κάθε οργανισμού, καθώς και το εξειδικευμένο προφίλ των συγκεκριμένων θέσεων. Ουσιαστικά, το ζητούμενο είναι η συνολική σύνθεση του κάθε Διοικητικού Συμβουλίου να εξασφαλίζει το αναγκαίο φάσμα εμπειρίας και γνώσεων. Όπου κρίθηκε απαραίτητο, όταν έγινε η συνολική αξιολόγηση έγιναν συγκεκριμένες επιλογές εκτός των εισηγήσεων του Γνωμοδοτικού. Είναι διαθέσιμες οι αποφάσεις των διορισμών. Η αιτιολόγηση είναι η γενική αιτιολόγηση που υπάρχει στις αποφάσεις του Υπουργικού Συμβουλίου. Πρέπει να αιτιολογούνται επαρκώς. Αναφέρεται στις αποφάσεις του Υπουργικού».
Κατά την τοποθέτηση των βουλευτών έγινε αναφορά και για θεσμοθέτηση του θεσμού του Γνωμοδοτικού, με την κα. Πική να αναφέρει πως στην Κύπρο βρίσκονται εκπρόσωποι του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και θα έχει συναντήσεις με το Γνωμοδοτική, ενώ δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να τους απασχολήσει στο μέλλον.
Η θέση του Γνωμοδοτικού
Από πλευράς του, ο πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου, Γιώργος Αρέστη επεσήμανε πως η συνάντηση επρόκειτο να πραγματοποιηθεί το απόγευμα της Τετάρτης, ενώ στη συνέχεια σημείωσε πως ο ρόλος του Γνωμοδοτικού είναι βοηθητικός και έχει συμβουλευτικό χαρακτήρα. Εξήγησε πως το Γνωμοδοτικό βοηθά το Υπουργικό Συμβούλιο, αφού αξιολογεί τις αιτήσεις που καταβάλλονται.
Στη συνέχεια, θέλησε να αναφερθεί και στις διαδικασίες που ακολουθούνται και την εξουσία του Υπουργικού να διορίζει άτομα που είναι πέραν των εισηγήσεων του Συμβουλίου. «Όταν διοριστήκαμε ως πρόεδρος και μέλη, γνωρίζαμε πάρα πολύ καλά, με βάση την απόφαση του Υπουργικού ότι οι αποφάσεις μας μπορούσαν να παρακαμφθούν. Τώρα είναι ικανοποίηση μας να γίνονται αποδεχτές οι εισηγήσεις μας στο μέγιστο δυνατό βαθμό, όμως εμείς δεν κάνουμε τους διορισμούς. Με βάση τη νομοθεσία και το Σύνταγμα την έχει το Υπουργικό αυτή την αρμοδιότητα. Είχαμε φέτος 1,280 αιτήσεις, αριθμό ελαφρώς μεγαλύτερο από τους προηγούμενους διορισμούς που δείχνει το ενδιαφέρον του κόσμου να προσπαθήσει να πετύχει θέση στους ημικρατικούς».
Ο κ. Αρέστη σημείωσε, δε, ότι οι αποφάσεις για τις εισηγήσεις προς την Κυβέρνηση είναι ομόφωνες από πλευράς του Γνωμοδοτικού και όσον αφορά στο πώς καταλήγουν στα ονόματα που επιλέγουν, τόνισε ότι λαμβάνεται υπόψη η νομοθεσία που διέπει τον εκάστοτε ημικρατικό οργανισμό, δεδομένου ότι διαφέρει για κάθε ένα, αλλά και άλλα κριτήρια που αφορούν τα άτομα όπως για παράδειγμα ακαδημαϊκά προσόντα, εμπειρία, κοινωνική δράση και προσφορά και τι λέει ο νόμος.
«Αυτά που λαμβάνουμε υπόψη μεταφράζονται στη δήλωση ενδιαφέροντος που ο κάθε ενδιαφερόμενος πρέπει να την αποφασίσει και να την αποστείλει. Με την καθοδήγηση που υπάρχει, ο καθένας μπορεί να διαφοροποιήσει τις αποφάσεις του. Έχουμε τα ακαδημαϊκά και επαγγελματικά προσόντα, που περιλαμβάνει μεταξύ άλλων εμπειρία, συμμετείχε σε συμβούλια που διορίζονται από το Υπουργικό και αν ναι μας λένε σε ποια, αν έχουν εμπειρία σε οικονομική διαχείριση και σύνταξη προϋπολογισμού, μας δηλώνουν ποιες θέσεις θέλουν, προσωπικές θέσεις από άτομα που δεν είναι μέλη, στόχοι και προτεραιότητες για το μέλλον. Είναι με αυτές τις ερωτήσεις που φαίνεται πως αυτός που υποβάλλει αίτηση διαφοροποιεί τις θέσεις του».
Στη συνέχεια, ο κ. Αρέστη επεσήμανε πως υπήρξαν περιπτώσεις που δεν ήταν κατάλληλοι οι ενδιαφερόμενοι για να επιλεγούν και δεν πρότειναν τρία άτομα για κάθε θέση, όπως προνοείται, αλλά λιγότερα. Αλλά σίγουρα δεν ήταν ένα άτομο η λίστα που προώθησαν στο Υπουργικό, σημείωσε. Παράλληλα, ο κ. Αρέστη σημείωσε πως είχε ζητηθεί από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας να κατατεθούν εισηγήσεις για βελτίωση του θεσμού του Γνωμοδοτικού.
«Κάναμε προτάσεις και αρκετές έχουν γίνει αποδεκτές. Δεν γνωρίζαμε ότι υπήρχε λίστα με άτομα που δεν ήταν από τις εισηγήσεις μας. Από τη στιγμή που στην απόφαση του Υπουργικού Συμβουλίου αναφέρεται ότι μπορούν να παρακαμφθούν οι προτάσεις μας δεν μας ενόχλησε. Μόνο δύο περιπτώσεις προέδρων ΔΣ δεν έγιναν αποδεκτές οι προτάσεις μας. Στις 10 έγιναν. Είχαμε κάνει και συνεντεύξεις με προέδρους. Είχαμε κάνει για πρώτη φορά συνέντευξη για την Εθνική Αρχή Παιγνίων. Μας πήρε μήνες για να ολοκληρώσουμε τις συνεντεύξεις. Ξεκινήσαμε τον Απρίλιο και τελειώσαμε τον Ιούνιο. Για τρεις μήνες, μέρα παρά μέρα κάναμε συνεντεύξεις. Είχαμε συχνές συνεδρίες, με το παρόν σύστημα η διαδικασία ήταν πιο χρονοβόρα η διαδικασία».
Ο πρόεδρος του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου σημείωσε, δε, ότι δεν αισθάνθηκαν ότι υποβαθμίστηκε ο ρόλος τους «δεδομένου ότι το 80% των προτάσεων μας έγιναν αποδεχτές. Ερωτηθήκαμε για τις βελτιώσεις που έγιναν αν είναι καταγεγραμμένες, πιστεύω ότι κάποιες είναι καταγεγραμμένες σε αποφάσεις του Υπουργικού, όπως για παράδειγμα να μην είναι μέλος του Γνωμοδοτικού εκπρόσωπος του Υπουργείου. Δεν υπάρχει αιτιολόγηση για κάθε απόρριψη. Αποφασίζουν πέντε άνθρωποι με ιστορία πίσω τους και κρίνουμε με βάση τα στοιχεία που μας δίνει ο ίδιος. Έχουμε μπροστά μας ένα όνομα. Δεν ξέρουμε από πού προέρχεται κομματικά ή ιδεολογικά».
Στη συνεδρία παρέστησαν και τα υπόλοιπα μέλη του Γνωμοδοτικού, που από τη μία εξέφρασαν κάποια δυσαρέσκεια για το γεγονός ότι υπήρξαν διορισμοί που δεν προέρχονταν από τις εισηγήσεις τους και ότι θα έπρεπε να είναι αιτιολογημένη η απόφαση και από την άλλη, υποδείχθηκε πως η δουλειά που γίνεται είναι αρκετά απαιτητική και χρονοβόρα. Έγινε αναφορά στις διαδικασίες που ακολουθούνται ότι υποβάλλονται αιτήσεις με διπλώματα και γίνεται αναφορά στην εμπειρία και μπορούν να λάβουν ομόφωνες αποφάσεις. Παράλληλα, ξεκαθαρίστηκε πως δεν είναι δυνατό να καταγράφονται πρακτικά για 1,282 αιτήσεις.
Μάλιστα, αυτό που τονίστηκε από τα μέλη του Γνωμοδοτικού είναι πως και οι ίδιοι έχουν τις γνώσεις και την εμπειρία για να κρίνουν τις αιτήσεις που λαμβάνουν, ενώ ξεκαθαρίστηκε πως δεν πρόκειται για μία τυφλή αίτηση, αφού οι ερωτήσεις που υπάρχουν είναι διατυπωμένες με τέτοιο τρόπο που μπορεί να αποδειχθεί αν γίνεται χρήση τεχνητής νοημοσύνης ή όχι. Στο μεταξύ, όπως αναφέρθηκε μέσα από τις συνεντεύξεις που έγιναν διαφάνηκε πως ένα άτομο που στα χαρτιά ήταν εξαιρετικό, είχε έλλειψη από κοινωνικές δεξιότητες. Παράλληλα, από τα μέλη του Γνωμοδοτικού έγινε επεξήγηση και για τον τρόπο που ετοιμάστηκαν οι αιτήσεις, αφού για κάθε Διοικητικό Συμβούλιο τα προσόντα διέφεραν.
Η θέση του προέδρου της Επιτροπής Ασυμβιβάστου
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Ασυμβιβάστου, Μενέλαος Τσαγκαρίδης, επεσήμανε πως ο έλεγχος από την Επιτροπή διεξάγεται για την περίπτωση που υπάρξει ασυμβίβαστο όπως καθορίζεται από το νόμο. Σημείωσε πως «ο έλεγχος και το καθήκον της Επιτροπής διευρύνεται και με τον έλεγχο του ασυμβιβάστου αν οι ίδιοι νόμοι δημιουργούν ασυμβίβαστο. Πρέπει να έχουμε όλα τα δεδομένα υπόψη μας τους συγκεκριμένου προσώπου. Εμείς δεν επιλέγουμε πρόσωπα για διορισμό. Εμείς εξετάζουμε. Ο νόμος λέει ότι πριν την ανάληψη του αξιώματος, οφείλει να υποβάλει αίτηση για να εξεταστεί κατά πόσο προκύπτει ασυμβίβαστο. Όμως, στην πράξη είναι αδύνατο να γίνει. Εξετάζεται μετά την ανάληψη των καθηκόντων στη βάση των αιτήσεων».
Σε περίπτωση που δημιουργηθεί ασυμβίβαστο, όπως επεσήμανε ο κ. Τσαγκαρίδης «ζητούμε διευκρινίσεις. Υπάρχει και η διαδικασία της περαιτέρω έρευνας, όπως ορίζεται από τη νομοθεσία για το πώς διεξάγεται. Έχουμε διαπιστώσει ασυμβίβαστα κατά την τελευταία πλήρωση των διαφόρων θέσεων των διαφόρων οργανισμών, πλην όμως ο ίδιος ο νόμος της Επιτροπής Ασυμβιβάστου, δεν θεωρεί ότι είναι το τέλος του δρόμου αυτό. Παρέχει τη δυνατότητα άρσης του ασυμβιβάστου. Αναφέρομαι σε συγκεκριμένο άρθρο που λέει ότι αν εντοπίσουμε κώλυμα για ανάληψη καθηκόντων, να προβεί σε γραπτή δήλωση για αποξένωση από τη συγκεκριμένη πράξη που δημιουργεί το ασυμβίβαστο. Ακόμη και σε περίπτωση που διαπιστωθεί ασυμβίβαστο, ο ίδιος ο νόμος προσφέρει μέθοδο άρσης του ασυμβιβάστου».
Δεν πείστηκαν από τις εξηγήσεις της Κυβέρνησης οι βουλευτές
Πάντως, οι εξηγήσεις που δόθηκαν από πλευράς Κυβέρνησης δεν έπεισαν τους βουλευτές, που εξακολουθούν να θέτουν θέμα για τα 21 άτομα που μπήκαν «από την πίσω πόρτα», όπως ανέφεραν. Μετά τις τοποθετήσεις των αρμοδίων, έγινε αναφορά ότι στην απόφαση του Υπουργικού για τη δημιουργία του Γνωμοδοτικού, αν γίνεται διορισμός ατόμων που δεν είναι στις εισηγήσεις θα πρέπει να υπάρχει αξιολόγηση.
Ο πρόεδρος της Επιτροπής Θεσμών και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Συναγερμού, Δημήτρης Δημητρίου, σημείωσε πως «το σχόλιο και η κριτική είναι αμιγώς πολιτική προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας και την Προεδρία, που για να το πω χοντροκομμένα, πιάστηκε με τη γίδα στον ώμο. Θα μπορούσε ο Πρόεδρος ή η Προεδρία να προτρέψει αυτό το 20% που ήθελε να διορίσει να κάνει αίτηση στο Γνωμοδοτικό και να αρθεί όποιο σημείο κριτικής. Αντ' αυτού έχουμε αυτό το φαινόμενο, που σε ένα βαθμό, ακυρώνει την αξία του Γνωμοδοτικού ή την έκταση που ο Πρόεδρος ήθελε να δώσει ο Πρόεδρος».
Ο βουλευτής του ΑΚΕΛ, Κωνσταντίνος Κωνσταντίνου, υπέδειξε πως «καλύπτεστε ότι η τελική απόφαση είναι στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Δεν θεωρείτε ότι υποβαθμίζετε το θεσμό που εκπροσωπείτε; Η Κυβέρνηση είχε πει ότι θα αιτιολογεί τις αποφάσεις. Βλέπω αντίθεση».
Η επίσης βουλεύτρια του ΑΚΕΛ, Αναστασία Χάσικου, επεσήμανε πως «χάνουμε τον προσανατολισμό μας. Το πρόβλημα δεν είναι η δουλειά που κάνει το Γνωμοδοτικό. Εδώ δεν είμαστε σε θέση να αξιολογήσουμε τη δουλειά. Το θέμα είναι ότι το Γνωμοδοτικό κάνει εισηγήσεις. Το ζήτημα είναι η αιτιολόγηση. Εφόσον ήρθαν τρία ονόματα μπροστά σας, για ποιο λόγο για 21 άτομα παρακάμψατε τα ονόματα και διορίσατε άλλα άτομα;».
Η βουλεύτρια του Κινήματος ΑΛΜΑ, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, στη δική της τοποθέτηση σημείωσε πως «φαίνεται ότι ενώ βάλατε τον πήχη ψηλά για να πείσετε τον κόσμο ότι έχετε διαδικασίες και τηρείτε διαφάνεια, τελικά περάσατε κάτω από τον πήχη. Αυτό είναι το συμπέρασμα της Επιτροπής. Οι άλλοι Πρόεδροι έλεγαν με ειλικρίνεια ότι κάνουν ό,τι θέλουν. Αν έχετε αιτιολόγηση για τα 21 άτομα που διορίστηκαν χωρίς τις εισηγήσεις του Γνωμοδοτικού για μένα περάσατε από κάτω».
Ο βουλευτής του Κινήματος ΑΛΜΑ, Μιχάλης Παρασκευά, από πλευράς του, τόνισε ότι «εμείς ήρθαμε εδώ για να δούμε τι μπορούμε να βελτιώσουμε. Υπάρχει συγκεκριμένη σύσταση από την ΕΕ, πρότυπα που θα τηρήσουμε. Θέλω να ξέρω ποια είναι η μεθοδολογία που λαμβάνεται υπόψη για να επιλεγεί ένας υποψήφιος. Λέτε ότι υπάρχει τυφλή αίτηση. Πώς επιβεβαιώνετε ότι είναι σωστά τα στοιχεία; Πώς αξιολογείται η εντιμότητα και ακεραιότητα. Το 20% για μένα είναι μεγάλος αριθμός. Πρέπει να τηρείται συγκεκριμένη μεθοδολογία».
Από την άλλη, ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του Δημοκρατικού Κόμματος, Πανίκος Λεωνίδου, σημείωσε πως «η δουλειά που έγινε και γίνεται είναι πολύ καλή δεδομένου του αριθμού των αιτήσεων που είχατε. Η δουλειά που γίνεται είναι υπέρ του δέοντος. Όμως υπάρχουν πρόσωπα που απορρίφθηκαν. Πρέπει να προβληματιστούμε. Πιθανό από εκείνους που είχαν απορριφθεί να υπάρχουν ικανότατα πρόσωπα. Το ερώτημά μου είναι ότι μπορεί να δημιουργούμε αδικίες σε πρόσωπα που δεν επιλέγηκαν και το συνέδεσα με διοικητικές πράξεις. Ο ρόλος του συμβουλευτικού οργάνου είναι καθαρά συμβουλευτικός και μπορεί ο Πρόεδρος να διαφοροποιηθεί από τις εισηγήσεις».











