Την ανάγκη για ουσιαστική αλλαγή στον τρόπο λειτουργίας και αξιολόγησης του θεσμού του Προσωπικού Ιατρού, με επίκεντρο την ποιότητα της παρεχόμενης φροντίδας και όχι τον αριθμό των εγγεγραμμένων δικαιούχων, αναδεικνύει ο Πρόεδρος της ΟΣΑΚ, Μίλτος Μιλτιάδου.
Σε συνέντευξή του στον REPORTER, επισημαίνει πως ο Προσωπικός Ιατρός αποτελεί βασικό πυλώνα του ΓεΣΥ, ωστόσο για να μπορέσει να ανταποκριθεί στον ρόλο για τον οποίο σχεδιάστηκε, θα πρέπει η αξιολόγηση και η αμοιβή του να συνδέονται με ποιοτικά κριτήρια, ενώ παράλληλα να ενισχυθεί η δυνατότητα διαχείρισης χρόνιων ασθενών και να καθοριστούν σαφή κλινικά πρωτόκολλα. Ο ίδιος υπογραμμίζει, μάλιστα, ότι η καλύτερη αξιοποίηση του θεσμού θα μπορούσε να συμβάλει και στην αποσυμφόρηση των ΤΑΕΠ, καθώς τα προβλήματα στην πρώτη γραμμή της φροντίδας συνδέονται με τη λειτουργία ολόκληρης της αλυσίδας του συστήματος υγείας.
Επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του ΓεΣΥ, ο πρόεδρος της ΟΣΑΚ περιγράφει τις προκλήσεις που πρέπει να αντιμετωπιστούν, ώστε το Σύστημα να περάσει από την καθολική πρόσβαση στην συστηματική αξιολόγηση της ποιότητας και της ασφάλειας. Μιλά για την ανάγκη να μετριούνται τα αποτελέσματα της φροντίδας, για την απουσία ολοκληρωμένων μηχανισμών παρακολούθησης της αποτρέψιμης βλάβης, αλλά και για το κενό ανάμεσα στις υπηρεσίες υγείας και την κοινωνική πρόνοια, το οποίο εξακολουθεί να μεταφέρει σημαντικό βάρος στις οικογένειες των ασθενών και των ατόμων με αναπηρία.
Αναφέρεται ακόμη στην ψηφιοποίηση της υγείας και την ανάγκη ενός πλήρους ηλεκτρονικού φακέλου, στην έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού και τις επιπτώσεις της στην ασφάλεια των ασθενών, στις Πανεπιστημιακές Κλινικές, στα διαχρονικά προβλήματα με τα αποθέματα αίματος και τη θαλασσαιμία, αλλά και στην οικονομική στήριξη των ασθενών που χρειάζονται να μεταβούν στο εξωτερικό για θεραπεία. Παράλληλα, καταθέτει τις θέσεις της ΟΣΑΚ για τις αλλαγές που απαιτούνται και περιγράφει τις παρεμβάσεις που πρέπει να γίνουν, ώστε το σύστημα υγείας να ανταποκρίνεται αποτελεσματικότερα στις πραγματικές ανάγκες των ασθενών.
Αναλάβατε την προεδρία της ΟΣΑΚ σε μια περίοδο κατά την οποία το ΓεΣΥ έχει πλέον περάσει από τη φάση της δημιουργίας στη φάση της αξιολόγησης. Ποιο θεωρείτε ότι είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα του ΓεΣΥ που δεν έχει ακόμη λυθεί;
Επτά χρόνια μετά την εφαρμογή του, το ΓεΣΥ παραμένει η σημαντικότερη κοινωνική μεταρρύθμιση στην ιστορία της Κυπριακής Δημοκρατίας, και αυτό, ως χρόνιοι ασθενείς με εμπειρία τόσο από το παρελθόν όσο και από άλλα συστήματα υγείας, το βιώνουμε καθημερινά. Με καθολική κάλυψη άνω του ενός εκατομμυρίου δικαιούχων και με δραστική μείωση των απευθείας πληρωμών και των καταστροφικών δαπανών υγείας, κάτι που συχνά δεν υπολογίζεται στην αξιολόγηση του Συστήματος, το ζήτημα της πρόσβασης έχει αντιμετωπιστεί σε μεγάλο βαθμό.
Το μεγάλο άλυτο ζήτημα σήμερα είναι η ποιότητα και ο έλεγχος της. Το Σύστημα προς το παρόν έχει τους μηχανισμούς να ξέρει πόσες επισκέψεις, πόσες εξετάσεις και πόσες συνταγές έγιναν αλλά ακόμα δεν μπορεί να μετρά αποτέλεσμα, δηλαδή αν ο ασθενής έγινε καλύτερα, αν η θεραπεία ήταν η ενδεδειγμένη και αν η φροντίδα ήταν ασφαλής. Από αυτό ακριβώς το κενό αλλά και την ανάγκη μετεξέλιξης του συστήματος πηγάζουν και όσα ζούμε καθημερινά: οι λίστες αναμονής σε συγκεκριμένες ειδικότητες, οι καθυστερήσεις στην ένταξη καινοτόμων θεραπειών και στην εξέταση ονομαστικών αιτημάτων, η μη ένταξη υπηρεσιών όπως η εργοθεραπεία ή μεγάλου μέρους της αποκατάστασης, και το γεγονός ότι η εξειδικευμένη υποδομή παραμένει συγκεντρωμένη στα μεγάλα αστικά κέντρα.
Το ζητούμενο, επομένως, δεν είναι πρωτίστως περισσότερα χρήματα, γιατί ξέρουμε ήδη τα αποτελέσματα διαρκών αναλογιστικών μελετών που μας υποδεικνύουν ότι το Σύστημα είναι βιώσιμο. Το σημαντικό είναι να μπορούμε να ανακατανέμουμε τους πόρους του και να γνωρίζουμε τι ακριβώς αγοράζουμε με αυτά που ήδη δαπανούμε. Γι’ αυτό θεωρούμε κρίσιμη την άμεση λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης, του οποίου το Διοικητικό Συμβούλιο αναμένεται να οριστεί στο επόμενο Υπουργικό Συμβούλιο και την καθιέρωση, ανάμεσα σε άλλες μεθόδους και του medical audit ως πάγιας πρακτικής αξιολόγησης και βελτίωσης.
Έχετε μιλήσει για μια «τρύπα» ανάμεσα στο σύστημα υγείας και την κοινωνική πρόνοια, με τις οικογένειες να πληρώνουν από την τσέπη τους. Τι ακριβώς λείπει σήμερα θεσμικά και ποιο είναι το πρώτο πράγμα που πρέπει να αλλάξει;
Από τη στιγμή που ένας ασθενής ή ένα άτομο με αναπηρία χρειάζεται φροντίδα στο σπίτι - κατ’ οίκον νοσηλεία, αποκατάσταση, στήριξη στην καθημερινότητα - και το κράτος δεν έχει καταφέρει μέχρι σήμερα να βρει συνολικές λύσεις, το βάρος μετακυλίεται στην οικογένεια και στις καλύτερες περιπτώσεις, σε έναν φροντιστή, χωρίς κατοχύρωση, χωρίς συντονισμό και χωρίς εξατομικευμένη αξιολόγηση αναγκών.
Αυτό που λείπει θεσμικά είναι, πρώτα απ’ όλα, μια ενιαία αξιολόγηση των αναγκών του κάθε ανθρώπου, και δεν αναφέρομαι μόνο στο ΓεΣΥ αλλά σε όλες τις αρμόδιες κρατικές υπηρεσίες. Να υπάρχει ένα εργαλείο και μία διαδικασία και να μη χρειάζεται κάποιος να αξιολογείται από τρεις και τέσσερις υπηρεσίες για ακριβώς το ίδιο πράγμα, με διαφορετικά κριτήρια η καθεμιά, καταλήγοντας να παίρνει υπηρεσίες και επιδόματα αποσπασματικά που δεν καλύπτουν πραγματικά την ανάγκη του. Αυτό είναι και το πρώτο πράγμα που πρέπει να αλλάξει.
Σε δεύτερο στάδιο και αυτό είναι πάγια θέση μας, επιβάλλεται να ενισχυθεί η κατ’ οίκον φροντίδα υγείας και η αποκατάσταση μέσα στο πακέτο υπηρεσιών του ΓεΣΥ. Γνωρίζουμε όμως ότι το Σύστημα έχει και όρια αρμοδιότητας, γι’ αυτό χρειαζόμαστε άμεσα μια εθνική στρατηγική μακροχρόνιας φροντίδας, με χρονοδιάγραμμα και προϋπολογισμό, που θα εμπλέκει και θα συντονίζει την Υγεία, την Κοινωνική Πρόνοια, την Εργασία και τις υπόλοιπες αρμόδιες υπηρεσίες.
Θα μας πουν ότι κοστίζει. Ήδη κοστίζει. Απλώς δεν το πληρώνει η ίδια τσέπη. Το πληρώνει η οικογένεια, το πληρώνει το ίδιο το Σύστημα με επανεισαγωγές και με ασθενείς καθηλωμένους σε νοσοκομειακή κλίνη επειδή δεν υπάρχει πού να πάνε, το πληρώνουν τα διάφορα υπουργεία με επιδόματα φροντίδας που βοηθούν μεν, στερούνται συστημικότητας δε. Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο ετοιμάζουμε, μαζί με την ΚΥΣΟΑ και το Παρατηρητήριο Τρίτης Ηλικίας, κοινή πρόταση για την κατ’ οίκον φροντίδα.
Η πρώτη φάση του myHealth@CY ανακοινώθηκε πρόσφατα. Τι πρέπει να προσέξει η Πολιτεία ώστε η ψηφιοποίηση να μη μείνει αποσπασματική και τι κερδίζει συγκεκριμένα ο ασθενής από τον πλήρη ηλεκτρονικό φάκελο;
Ο πυρήνας κάθε συζήτησης για την ψηφιοποίηση πρέπει να είναι ένας: ο ηλεκτρονικός φάκελος υγείας του πολίτη. Χωρίς αυτόν, η ψηφιοποίηση παραμένει αποσπασματική και χωρίς την απαραίτητη διαλειτουργικότητα, φτιάχνουμε, δηλαδή, καλές εφαρμογές που δεν μιλούν μεταξύ τους. Η σχετική νομοθεσία έχει ψηφιστεί από το 2019 και μέχρι σήμερα δεν έχει υπάρξει η πρόοδος που θα περιμέναμε. Είναι από τα θέματα που θέσαμε τόσο στον Υπουργό Υγείας όσο και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και θα συνεχίσουμε να τα θέτουμε, γιατί η υλοποίησή του αποτελεί βασική προϋπόθεση για κάθε επόμενο βήμα εκσυγχρονισμού.
Τι κερδίζει συγκεκριμένα ο ασθενής; Όταν κάθε επαγγελματίας υγείας έχει πρόσβαση στην ίδια, επικαιροποιημένη εικόνα του, περιορίζονται τα ιατρικά λάθη, αποφεύγονται οι αλληλεπικαλυπτόμενες ή αντικρουόμενες θεραπείες και οι περιττές επαναλαμβανόμενες εξετάσεις και διασφαλίζεται η συνέχεια της φροντίδας σε κάθε βήμα του ταξιδιού του: από το νοσοκομείο στο σπίτι, από τον Προσωπικό Ιατρό στον Ειδικό. Παράλληλα, σε ένα περιβάλλον όπου η τεχνολογία έχει απογειώσει τις δυνατότητες αλληλεπίδρασης, η επαφή του πολίτη με το σύστημα - ραντεβού, παραπεμπτικά, συνταγές, αποτελέσματα - πρέπει να γίνεται απλά, από το κινητό και τον υπολογιστή του.
Πέρα από τον μεμονωμένο ασθενή, μια ενιαία βάση δεδομένων έχει και ευρύτερη, συστημική αξία. Τα ανώνυμα, συγκεντρωτικά δεδομένα μάς επιτρέπουν να εντοπίζουμε έγκαιρα τις ομάδες υψηλού κινδύνου, να σχεδιάζουμε προληπτικές παρεμβάσεις πριν η νόσος επιδεινωθεί, να μετράμε αν μια θεραπεία ή μια πολιτική πράγματι αποδίδει και να κατανέμουμε τους πόρους με βάση την πραγματική ανάγκη.
Μιλήσατε με τον Υπουργό Υγείας και για τις αλλαγές στον θεσμό του Προσωπικού Ιατρού. Ποια είναι η βασικότερη αλλαγή που θεωρεί η ΟΣΑΚ ότι πρέπει να γίνει ώστε ο θεσμός να λειτουργεί καλύτερα για τον ασθενή;
Βασικός πυλώνας του ΓεΣΥ παραμένει ο Προσωπικός Ιατρός και η βασικότερη αλλαγή που θεωρούμε ότι πρέπει να γίνει είναι να συνδεθούν η αξιολόγηση και η αμοιβή του με ποιοτικά κριτήρια και όχι μόνο με τον αριθμό των εγγεγραμμένων δικαιούχων. Όσο η λογική παραμένει καθαρά ποσοτική, ο θεσμός δεν μπορεί να αποδώσει αυτό για το οποίο σχεδιάστηκε.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει τρία πράγματα. Πρώτον, ουσιαστική δυνατότητα διαχείρισης των ομάδων εκείνων των χρόνιων ασθενών που ενδείκνυται (γιατί υπάρχουν και ομάδες που εξαρτώνται από Ειδικούς) με σταθερή, ρυθμισμένη αγωγή από τον ίδιο τον Προσωπικό Ιατρό, χωρίς να χρειάζεται ο ασθενής να κάνει τον γύρο των ειδικοτήτων για μια χρόνια, σταθερή θεραπεία. Δεύτερον, καθιέρωση ποιοτικών κριτηρίων και κλινικών πρωτοκόλλων, με την ταυτόχρονη δυνατότητα ελέγχου της ιατρικής πράξης, κάτι στο οποίο θα βοηθήσει τα μέγιστα η λειτουργία του Εθνικού Κέντρου Κλινικής Τεκμηρίωσης. Και τρίτον, κάτι που δεν το λέμε αρκετά: εκπαίδευση του ίδιου του πολίτη στο πώς να αξιοποιεί τον Προσωπικό Ιατρό του.
Πρόσφατη έκθεση του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας για το ΓεΣΥ επισημαίνει ακριβώς την ανεπαρκή αξιολόγηση και αξιοποίηση του θεσμού. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι μεγάλο μέρος των προβλημάτων που βλέπουμε στα ΤΑΕΠ ξεκινά από εκεί. Ο Υπουργός Υγείας αναμένει συγκεκριμένο σχέδιο δράσης από τον ΟΑΥ και τον ΟΚΥπΥ για την αποσυμφόρησή τους, όμως τα ΤΑΕΠ δεν αποσυμφορούνται μόνα τους: χρειάζεται να λειτουργεί ολόκληρη η αλυσίδα φροντίδας, γιατί αν οι κλινικές στα νοσοκομεία δεν μπορούν να υποδεχθούν τους ασθενείς, το πρόβλημα απλώς μετατοπίζεται. Η αξιοποίηση του Προσωπικού Ιατρού είναι αυτή που θα απελευθερώσει τις δυνατότητες του Συστήματος.
Σε πρόσφατο εργαστήριο του ΠΟΥ που συμμετείχατε, είχατε μιλήσει για την ποιότητα και την ασφάλεια των υπηρεσιών υγείας. Σήμερα στην Κύπρο, ποιος φορέας παρακολουθεί συστηματικά την αποτρέψιμη βλάβη στον ασθενή και τι πρέπει να υπάρχει ώστε η ποιότητα να πάψει να είναι θέμα άποψης και να γίνει θέμα μέτρησης;
Θα ξεκινήσω από κάτι που πρέπει να ειπωθεί καθαρά: όταν μιλάμε για ασφάλεια του ασθενούς, δεν κατηγορούμε κανέναν και σίγουρα όχι τους επαγγελματίες υγείας, οι οποίοι πολύ συχνά κρατούν όρθιο το σύστημα με προσωπικό κόστος. Μιλάμε για συστήματα και για διαδικασίες, όχι για πρόσωπα και είναι ακριβώς αυτή η μετατόπιση που δεν έχουμε κάνει ακόμη ως χώρα.
Σήμερα δεν υπάρχει ένας φορέας που να παρακολουθεί συστηματικά την αποτρέψιμη βλάβη: ποιος συλλέγει τα περιστατικά, ποιος μαθαίνει από αυτά και ποιος δημοσιοποιεί, κάθε χρόνο, τι βρέθηκε και τι διορθώθηκε. Διεθνώς υπολογίζεται ότι ένας στους δέκα ασθενείς υφίσταται κάποιας μορφής βλάβη κατά τη φροντίδα του και ότι περίπου η μισή από αυτή είναι αποτρέψιμη· δεν έχουμε κανέναν λόγο να πιστεύουμε ότι εμείς αποτελούμε εξαίρεση, έχουμε όμως κάθε λόγο να θέλουμε να το γνωρίζουμε με ακρίβεια.
Για να πάψει η ποιότητα να είναι θέμα άποψης, χρειαζόμαστε τέσσερα πράγματα: μια εθνική στρατηγική ποιότητας και ασφάλειας που να δένει όσα ήδη γίνονται αποσπασματικά, από τη διαπίστευση μέχρι τα κλινικά πρωτόκολλα· ένα σύστημα καταγραφής και μάθησης από τα περιστατικά, μη τιμωρητικό, που να καλύπτει δημόσιο τομέα, ιδιωτικό τομέα και πρωτοβάθμια φροντίδα· συστηματική μέτρηση της εμπειρίας του ασθενούς, γιατί ό,τι δεν μετριέται δεν βελτιώνεται· και τον Συνήγορο του Ασθενούς οργανωτικά ενδυναμωμένο, ώστε να έχει ουσιαστικές και αποτελεσματικές παρεμβάσεις και όχι διακοσμητικό ρόλο. Και, στον πυρήνα αυτού του σχεδιασμού, η συμμετοχή των ασθενών που θα ενισχύσει την όλη προσπάθεια.
Για την έλλειψη νοσηλευτικού προσωπικού, ποια είναι σήμερα η πραγματική εικόνα που μεταφέρεται στην ΟΣΑΚ από τους ασθενείς και τους Συνδέσμους; Υπάρχουν τμήματα στα οποία θεωρείτε ότι η υποστελέχωση επηρεάζει πλέον την ασφάλεια ή την ποιότητα της φροντίδας;
Η εικόνα που μας μεταφέρουν οι Σύνδεσμοί μας δεν διαφέρει από τα στοιχεία. Με βάση το capacity planning καταγράφεται έλλειμμα 586 νοσηλευτών, αριθμός που δεν περιλαμβάνει τις πρόσθετες ανάγκες οι οποίες προκύπτουν από την εφαρμογή των νέων νομοθεσιών για την Ανακουφιστική Φροντίδα, την Κοινοτική και Κατ’ Οίκον Νοσηλευτική και τα Κέντρα Αποκατάστασης. Αν τις συνυπολογίσουμε, μιλάμε ρεαλιστικά για πάνω από 650 νοσηλευτές.
Ως προς το αν επηρεάζεται η ασφάλεια, θα απαντήσω ως εξής: το σωστό ερώτημα δεν είναι σε ποιο τμήμα, αλλά αν έχουμε τον τρόπο να το γνωρίζουμε. Δεν θα σταθώ σε συγκεκριμένες κλινικές, γιατί θα ήταν άδικο απέναντι σε ανθρώπους που δίνουν καθημερινά τον καλύτερό τους εαυτό υπό αντίξοες συνθήκες. Θα σταθώ όμως στο εξής: η στελέχωση δεν είναι μόνο εργασιακό ζήτημα, είναι ζήτημα ασφάλειας του ασθενούς. Και γι’ αυτό η αναλογία νοσηλευτή προς ασθενή πρέπει να υπολογίζεται με βάση τη βαρύτητα των περιστατικών και όχι με μια οριζόντια αριθμητική, γιατί δέκα ασθενείς σε μια μονάδα αυξημένης φροντίδας δεν είναι το ίδιο με δέκα ασθενείς σε μια κλινική βραχείας νοσηλείας.
Η εκτίμησή μας είναι ότι, εάν δεν εξευρεθούν ουσιαστικές λύσεις μέσα στο επόμενο εξάμηνο, θα προκύψουν σοβαρά προβλήματα. Έχουμε ήδη συναντηθεί με τις συντεχνίες των νοσηλευτών και θα επανέλθουμε, τώρα πλέον στη βάση συγκεκριμένων δεδομένων. Η ΟΣΑΚ θα βρίσκεται δίπλα στην Πολιτεία και τους νοσηλευτές σε αυτή την προσπάθεια, λέγοντας πάντα τα πράγματα με το όνομά τους.
Το νομοσχέδιο για τις Πανεπιστημιακές Κλινικές αναμένεται να τεθεί ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Υγείας. Υπό ποιες προϋποθέσεις θα ήταν κέρδος για τον ασθενή, και ποιες ασφαλιστικές δικλείδες πρέπει να μπουν ώστε να μη λειτουργήσει εις βάρος της πρόσβασης των υπόλοιπων ασθενών στο ΓεΣΥ;
Η θέση μας είναι ξεκάθαρη και την έχουμε καταθέσει τόσο στον Υπουργό Υγείας όσο και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας: στηρίζουμε την προώθηση και την ψήφιση της νομοθεσίας για τις Πανεπιστημιακές Κλινικές και θεωρούμε ότι έχει ήδη καθυστερήσει υπερβολικά. Το νομοσχέδιο συζητείται εκ νέου στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Υγείας στις 17 Σεπτεμβρίου και ελπίζουμε ότι αυτή τη φορά η διαδικασία θα ολοκληρωθεί.
Οι Πανεπιστημιακές Κλινικές δεν είναι πολυτέλεια. Είναι ο μηχανισμός με τον οποίο μια χώρα κρατά τους καλούς της κλινικούς, εκπαιδεύει τη νέα γενιά γιατρών μέσα στο δικό της σύστημα, φέρνει την κλινική έρευνα κοντά στον ασθενή και δίνει πρόσβαση σε πρωτόκολλα και θεραπείες που σήμερα ο Κύπριος ασθενής αναγκάζεται να αναζητήσει στο εξωτερικό.
Ως προς τον κίνδυνο των δύο ταχυτήτων, θα πω κάτι που ίσως ξενίσει: ασθενείς δύο ταχυτήτων έχουμε ήδη, και ο διαχωρισμός σήμερα είναι κυρίως γεωγραφικός, αφού η εξειδικευμένη υποδομή παραμένει συγκεντρωμένη στα μεγάλα αστικά κέντρα. Το ερώτημα, επομένως, δεν είναι αν οι Πανεπιστημιακές Κλινικές θα δημιουργήσουν ανισότητα, αλλά υπό ποιες προϋποθέσεις θα τη μειώσουν. Αυτές οι προϋποθέσεις είναι, κατά την άποψή μας, τρεις: να μην αφαιρείται δυναμικότητα - κλίνες, χειρουργεία, προσωπικό - από το ΓεΣΥ και από τα δημόσια νοσηλευτήρια· να είναι καθαροί, δημόσιοι και ίδιοι για όλους οι όροι πρόσβασης του κάθε ασθενούς σε αυτές· και να υπάρχουν πλήρεις διασφαλίσεις για όσους συμμετέχουν σε κλινικές μελέτες. Με αυτούς τους όρους, η ΟΣΑΚ θα στηρίξει το εγχείρημα και θα συνδράμει στην προώθησή του.
Κάθε χρόνο επανέρχεται το πρόβλημα με τα μειωμένα αποθέματα αίματος και κάθε φορά οι θαλασσαιμικοί ασθενείς καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες. Ως Πρόεδρος της ΟΣΑΚ πλέον, θεωρείτε ότι πρόκειται για μεμονωμένο ζήτημα της θαλασσαιμίας ή για δείγμα ενός γενικότερου προβλήματος σχεδιασμού;
Δεν το βλέπω ως ζήτημα της θαλασσαιμίας. Το βλέπω ως το πιο ορατό δείγμα ενός γενικότερου προβλήματος σχεδιασμού, με τη θαλασσαιμία απλώς να έχει την ατυχία να πληρώνει πρώτη τον λογαριασμό κάθε καλοκαίρι.
Τα μεγέθη είναι γνωστά και δημοσιευμένα. Στην Κύπρο ένας στους επτά ανθρώπους είναι φορέας, ποσοστό υψηλότερο από κάθε άλλη χώρα στον κόσμο. Ζουν πάνω από 1.350 άτομα με θαλασσαιμία, από τα οποία περίπου 650 είναι πολυμεταγγιζόμενα. Και από τις περίπου 80.000 φιάλες ερυθρών αιμοσφαιρίων που μεταγγίζονται ετησίως στον τόπο μας, οι 25.000, δηλαδή κοντά στο ένα τρίτο, καλύπτουν τις ανάγκες της θαλασσαιμίας. Αυτοί οι αριθμοί δεν αλλάζουν από χρονιά σε χρονιά· είναι απολύτως προβλέψιμοι. Άρα το πρόβλημα δεν είναι ότι μας αιφνιδιάζει το καλοκαίρι, αλλά ότι δεν καταφέραμε να προετοιμαζόμαστε ώστε να το αντιμετωπίζουμε.
Μια μόνιμη λύση σημαίνει πολύ συγκεκριμένα πράγματα: πρόβλεψη των αναγκών με βάση δεδομένα και όχι με βάση την περσινή εμπειρία, συστηματική καλλιέργεια ενός σώματος τακτικών εθελοντών αιμοδοτών, αντί για έκτακτες εκκλήσεις όταν μειωθεί το απόθεμα, θεσμοθετημένες αιμοδοσίες στον δημόσιο τομέα, στον στρατό και στην εκπαίδευση και επαρκή στελέχωση του Κέντρου Αίματος, γιατί χωρίς προσωπικό δεν γίνονται αιμοδοσίες, όσες εκστρατείες και αν κάνουμε. Και επειδή η κουβέντα είναι για την ασφάλεια: εξίσου σημαντικό με το να υπάρχει το αίμα είναι να μεταγγίζεται με τα σωστά πρωτόκολλα ταυτοποίησης δίπλα στο κρεβάτι του ασθενούς.
Έχετε καταθέσει υπόμνημα για την οικονομική στήριξη των ασθενών που χρειάζεται να μεταβούν στο εξωτερικό. Ποιο είναι σήμερα το μεγαλύτερο πρόβλημα του υφιστάμενου σχεδίου και ποια συγκεκριμένη αλλαγή ζητά η ΟΣΑΚ;
Το μεγαλύτερο πρόβλημα του υφιστάμενου σχεδίου δεν εστιάζεται μόνο στο ύψος των ποσών - αν και αυτά χρειάζονται επίσης αναθεώρηση, γιατί δεν επαρκούν - όσο τον χρόνο και τον τρόπο καταβολής τους.
Σήμερα οι οικογένειες προχρηματοδοτούν οι ίδιες το ταξίδι και τη διαμονή και περιμένουν να αποζημιωθούν αργότερα και όταν το ταξίδι ακυρωθεί για λόγους υγείας, πράγμα καθόλου σπάνιο σε βαριά περιστατικά, τη ζημιά τη σηκώνει η οικογένεια. Είναι, δηλαδή, ένα σχέδιο που ζητά από τον ασθενή να διαθέτει ρευστότητα ακριβώς τη στιγμή που έχει τη λιγότερη αντοχή, γι αυτό και ζητούμε τουλάχιστον ένα σημαντικό ποσοστό από το ποσό να καταβάλλεται προκαταβολικά.
Το υπόμνημά μας, το οποίο διαμορφώθηκε με τις εισηγήσεις των Συνδέσμων-μελών μας με μια σειρά από διαπιστώσεις και προτάσεις, παραδόθηκε τόσο στον Υπουργό Υγείας όσο και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ο Υπουργός συμφώνησε και με τη θέση της προκαταβολικής καταβολής και μας ενημέρωσε ότι το θέμα βρίσκεται ήδη υπό επεξεργασία ενώ παράλληλα θα μελετηθούν όλες οι εισηγήσεις για να εφαρμοστούν όπου είναι δυνατόν. Εδώ να πούμε ότι η φροντίδα δεν τελειώνει στο αεροδρόμιο της επιστροφής. Χρειαζόμαστε δομημένη συνέχεια της φροντίδας μέσα στο ΓεΣΥ για όσους γυρίζουν από θεραπεία στο εξωτερικό και διαρκή αξιολόγηση της κατάστασης.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Ζητά να τερματιστούν τα ονομαστικά αιτήματα για τα φάρμακα η ΟΣΑΚ-«Καθυστερήσεις στην εξέταση, ο κόσμος να τα παίρνει εύκολα και γρήγορα»
- Μάχη ασθενών για ένα ραντεβού στους ειδικούς γιατρούς, μεγαλώνουν οι λίστες αναμονής-«Είναι το καρκίνωμα του ΓεΣΥ»
- Αναλαμβάνει καθήκοντα προέδρου της ΟΣΑΚ ο Μίλτος Μιλτιάδους-«Έχω ζήσει τι σημαίνει για έναν άνθρωπο να έχει δίπλα του σύνδεσμο ασθενών»
- Ζητά απαντήσεις από Χριστοδουλίδη για καίρια ανοιχτά ζητήματα η Κοινωνική Συμμαχία για τον πολίτη-Τη Δευτέρα η συνάντησή τους











