Σήμερα στη Λεμεσό, (οδός Αθηνών) μέλος της Ποδηλατικής Αστυνόμευσης φέρεται να κάλεσε οδηγό οχήματος βαν, να σταματήσει για έλεγχο. Ο λόγος που ώθησε το μέλος της Αστυνομίας να το πράξει είναι άγνωστος. Ο οδηγός, ωστόσο, φέρεται να συνέχισε την πορεία του, με τον αστυνομικό να τον ακολουθεί και παράλληλα να ζητά ενισχύσεις από άλλα περίπολα.
Στην προσπάθειά του να διαφύγει, ο οδηγός φέρεται να κινήθηκε προς την περιοχή της Βιομηχανικής Περιοχής Ύψωνα, ενώ κατά τη διαδρομή φαίνεται να προσέκρουσε με το όχημά του σε δύο σταθμευμένα αυτοκίνητα. Φέρεται ότι, κατά τη διάρκεια της καταδίωξης οι επιβαίνοντες έριχναν αντικείμενα προς τα αστυνομικά περίπολα. Το είδος των αντικειμένων είναι άγνωστο.
Φέρεται να, ρίφθηκαν από μέλη της Αστυνομίας προειδοποιητικοί πυροβολισμοί προς την κατεύθυνση των ελαστικών και στον αέρα, προκειμένου το όχημα να ακινητοποιηθεί. Το όχημα τελικά ανακόπηκε και ακινητοποιήθηκε στα φώτα τροχαίας στα Κάτω Πολεμίδια.
Το νομικό ερώτημα που προκύπτει. H xρήση υπηρεσιακού όπλου από μέλος/η της Αστυνομίας στα ελαστικά καταδιωκόμενου οχήματος είναι νόμιμη;
Η απάντηση δεν μπορεί να δοθεί μονολεκτικά με ένα «ναι» ή ένα «όχι».
Μπορεί να δοθεί με τον εξής τρόπο «Ναι, ενδέχεται να δικαιούνται, αλλά όχι απλώς και μόνο επειδή ένα όχημα δεν σταμάτησε σε αστυνομικό έλεγχο. Η νομιμότητα των πυροβολισμών κρίνεται από τις συγκεκριμένες περιστάσεις, την αναγκαιότητα και την αναλογικότητα της χρήσης βίας.»
Παρόλο που η χρήση τέτοιας βίας, δηλαδή χρήσης υπηρεσιακού οπλισμού, οροθετείται στο Σύνταγμα και σε νομοθεσία, εντούτοις στο παρόν άρθρο με απασχολεί μόνο οι γραπτές διαταγές του Αρχηγού Αστυνομίας προς τα μέλη για το ποιος πρέπει να κατέχει υπηρεσιακό οπλισμό και κάτω από ποιες περιστάσεις μπορεί να κάνει χρήση αυτού.
Σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 4/16 με τίτλο «ΠΙΣΤΟΠΟΙΗΤΙΚΟ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΚΑΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΧΡΗΣΗΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΟΥ ΟΠΛΙΣΜΟΥ», Μέλος της Αστυνομίας δεν δικαιούται να κατέχει και να χειρίζεται υπηρεσιακό οπλισμό, εκτός εάν κατέχει πιστοποιητικό ικανότητας κατοχής και χρήσης υπηρεσιακού οπλισμού, που βρίσκεται σε ισχύ.
Για να αποκτήσει μέλος της Αστυνομίας το εν λόγω πιστοποιητικό, πρέπει να παρακολουθήσει με επιτυχία ειδικό πρόγραμμα βασικής εκπαίδευσης το οποίο καταρτίζεται από το Διοικητή της Μ.Μ.Α.Δ. και εγκρίνεται από τον Αρχηγό Αστυνομίας. Επιτυχών θεωρείται το μέλος που εξασφαλίζει βαθμολογία 60% και άνω στην τελική αξιολόγηση. Για σκοπούς διατήρησης του πιστοποιητικού, οι κάτοχοί του καλούνται, κάθε πέντε χρόνια, από το Διοικητή της Μ.Μ.Α.Δ. σε επαναξιολόγηση.
1η επισήμανση. Τα μέλη της Αστυνομίας κατά την διάρκεια εκπαίδευσης τους στην χρήση υπηρεσιακού όπλου δεν εκπαιδεύονται να πυροβολούν στα ελαστικά καταδιωκόμενου οχήματος.
2η επισήμανση. Μέλος που εξασφαλίζει βαθμολογία 60% και άνω στην τελική αξιολόγηση θεωρείται κατάλληλος να κατέχει και να χρησιμοποιεί υπηρεσιακό όπλο. Δηλαδή έξι στα δέκα είναι επαρκές.
Σύμφωνα με την Αστυνομική Διάταξη 5/50 με τίτλο «ΧΕΙΡΙΣΜΟΣ ΥΠΗΡΕΣΙΑΚΩΝ ΟΠΛΩΝ», με ημερομηνία τελευταίας τροποποίησης την 22 Απριλίου 2026, η Αστυνομία αναθεώρησε τις προηγούμενες οδηγίες για τη χρήση υπηρεσιακών όπλων. Από τη νέα διάταξη αφαιρέθηκε η παράγραφος που νομιμοποιούσε τη χρήση υπηρεσιακού όπλου για την ακινητοποίηση οχημάτων, δηλαδή τους πυροβολισμούς στα ελαστικά. Πλέον, το ζήτημα αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια των αστυνομικών, με τη ρητή, όμως, επισήμανση ότι σε περίπτωση τραυματισμού ή θανάτου οποιουδήποτε προσώπου από πυροβολισμό, το εμπλεκόμενο μέλος φέρει ευθύνη για τις συνέπειες των ενεργειών του και οφείλει να είναι σε θέση να τις δικαιολογήσει.
Συγκεκριμένα καθορίζεται ότι η ρίψη προειδοποιητικού πυροβολισμού επιτρέπεται για την αποτροπή διαφυγής αμέσως πριν από τη σύλληψη, καθώς και για την αποτροπή απόδρασης κατά ή μετά τη σύλληψη προσώπου που θεωρείται ύποπτο για τη διάπραξη εγκλήματος ή για την παρεμπόδιση επικείμενης εγκληματικής πράξης. Η χρήση αυτή επιτρέπεται υπό την προϋπόθεση ότι τα μέλη της Αστυνομίας έχουν εξαντλήσει όλα τα πρόσφορα και διαθέσιμα ηπιότερα μέσα και έχουν αξιολογήσει τις συνθήκες του περιστατικού.
Ειδικότερα, τα μέλη της Αστυνομίας οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη παράγοντες όπως ο χρόνος και ο τόπος του συμβάντος, καθώς και η παρουσία άλλων πολιτών στο σημείο ή σε κοντινή απόσταση. Παράλληλα, απαιτείται στάθμιση του κινδύνου που συνεπάγεται η ρίψη πυροβολισμών έναντι του ενδεχομένου διαφυγής ή απόδρασης του υπόπτου, σύμφωνα με την αρχή της αναλογικότητας. Τέλος, πρέπει να συνεκτιμάται το ενδεχόμενο ο δράστης ή ακόμη και άλλα μέλη της Αστυνομίας να εκλάβουν τον πυροβολισμό ως επίθεση και να ανταποδώσουν τα πυρά.
Ο προειδοποιητικός πυροβολισμός να ρίχνεται σε ανοικτό χώρο με κατεύθυνση της βολίδας προς τα πάνω.
Η ρίψη προειδοποιητικού πυροβολισμού με σκοπό την ανακοπή προσώπου που διέπραξε πλημμέλημα ή τροχαίο αδίκημα να αποφεύγεται.
Η ρίψη προειδοποιητικού πυροβολισμού ενέχει τον σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης ανεπιθύμητου τραυματισμού ή θανάτου οποιουδήποτε προσώπου και, σε μια τέτοια περίπτωση, το ενεχόμενο μέλος θα υπέχει ευθύνη για τις συνέπειες των ενεργειών του και θα πρέπει να είναι σε θέση να τις δικαιολογήσει. Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να λαμβάνονται όλα τα αναγκαία μέτρα με σκοπό να διασφαλιστεί ότι υπό τις περιστάσεις δεν θα προκληθεί θάνατος ή τραυματισμός προσώπου ή ζημιά σε περιουσία.
Τα μέλη της Αστυνομίας να πυροβολούν μόνο όταν τούτο καθίσταται επιβεβλημένο και ταυτόχρονα η χρήση βίας είναι απόλυτα αναγκαία, και συνεπώς δεν υπάρχει άλλος τρόπος αντιμετώπισης της κατάστασης, νοουμένου ότι:
(α) Έχουν εξαντληθεί όλα τα ηπιότερα του πυροβολισμού μέσα, εκτός αν κανένα από αυτά δεν είναι διαθέσιμο ή πρόσφορο στη συγκεκριμένη περίπτωση. Ηπιότερα μέσα είναι η χρήση:
- παραινέσεων / προτροπών,
- εμποδίων,
- σωματικής βίας,
- ροπάλου,
- επιτρεπτών χημικών ουσιών ή άλλων μέσων,
- προειδοποίηση για χρήση πυροβόλου όπλου,
- απειλή ή σκόπευση με όπλο, και
- οποιαδήποτε άλλα, υπό τις περιστάσεις, διαθέσιμα νόμιμα μέσα,
(β) το μέλος έχει δηλώσει την ιδιότητά του και έχει απευθύνει σαφή και κατανοητή προειδοποίηση για την επικείμενη χρήση του υπηρεσιακού όπλου, παρέχοντας επαρκή χρόνο ανταπόκρισης, εκτός αν αυτό είναι μάταιο υπό τις συγκεκριμένες συνθήκες ή επιτείνει τον κίνδυνο και
(γ) η χρήση του υπηρεσιακού όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της απειλούμενης βλάβης και την επικινδυνότητα της απειλής.
Το μέλος της Αστυνομίας πριν χρησιμοποιήσει το όπλο του, πρέπει να εκτιμήσει την κατάσταση και να αποφασίζει για το βαθμό της βίας που είναι ανάγκη να χρησιμοποιηθεί. Αν όμως αποφασίσει ότι δεν υπάρχει άλλη λύση, παρά μόνο η προσφυγή στα όπλα, αυτό να γίνεται σύμφωνα με την εκάστοτε ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία και τις πρόνοιες της παρούσας Διάταξης.
Όταν ένα μέλος αποφασίσει να πυροβολήσει, ο αριθμός και η ακολουθία των σφαιρών που θα βληθούν θα εξαρτηθεί από τις συνθήκες που επικρατούν κάθε φορά. Το μέλος πρέπει να είναι πάντοτε σε θέση να δικαιολογήσει ότι ο βαθμός της βίας που χρησιμοποίησε ήταν ο απόλυτα απαραίτητος και σχετικός με τη συγκεκριμένη απειλή.
3η επισήμανση. Το υπηρεσιακό όπλο μπορεί να χρησιμοποιείται για:
(α) την τήρηση του νόμου και της τάξης, όπως προβλέπεται από το Σύνταγμα, και
(β) την υπεράσπιση του ιδίου, των συναδέλφων του και άλλων προσώπων καθώς και της περιουσίας που ελέγχει, σύμφωνα με το Σύνταγμα και την εκάστοτε ισχύουσα στη Δημοκρατία νομοθεσία.
4η επισήμανση. Προειδοποιητικός πυροβολισμός να ρίχνεται σε ανοικτό χώρο με κατεύθυνση της βολίδας προς τα πάνω. Όταν η βολίδα πάει προς τα πάνω να γνωρίζετε ότι αν δεν συναντήσει εμπόδιο, θα έρθει προς τα κάτω.
5η επισήμανση. Ο πυροβολισμός στα ελαστικά καταδιωκόμενου οχήματος εμπερικλείει αστάθμιστους παράγοντες και ενέχει σοβαρό κίνδυνο πρόκλησης θανάτου ή σωματικής βλάβης είτε στους επιβαίνοντες του αυτοκινήτου είτε σε τυχαίους παριστάμενους πολίτες. Υπενθυμίζεται το περιστατικό στην Ποταμιά, τον Ιανουάριο του 2025, όταν αστυνομικοί καταδίωκαν όχημα από τα κατεχόμενα. Κατά τη διάρκεια της καταδίωξης, πυροβόλησαν προς τα ελαστικά, όμως μία σφαίρα έπληξε θανάσιμα έναν από τους επιβαίνοντες στο πίσω κάθισμα.
6η επισήμανση. Η Α.Δ.5/50, τροποποιήθηκε πριν τέσσερεις μήνες. Επαρκής χρόνος για να έχουν γίνει (εάν έχουν γίνει) διαλέξεις προς τα μέλη της Αστυνομίας που οπλοφορούν κατά την εκτέλεση των καθηκόντων τους, του τι δεν πρέπει πλέον να κάνουν.
Να δούμε και την άλλη όψη του νομίσματος. Αν, για παράδειγμα, το συγκεκριμένο βαν:
- κινείτο επικίνδυνα σε δρόμο με κόσμο,
- είχε ήδη προκαλέσει συγκρούσεις,
- οι επιβαίνοντες πετούσαν αντικείμενα προς τους αστυνομικούς,
- και υπήρχε πραγματικός και άμεσος κίνδυνος να τραυματιστεί κάποιος,
- τότε μπορεί να υπάρχει σοβαρό επιχείρημα ότι η χρήση όπλου ήταν αναγκαία για την αντιμετώπιση μιας άμεσης απειλής.
Αλλά αυτό είναι πολύ διαφορετικό από το να πυροβολούν απλώς τα ελαστικά επειδή ο οδηγός δεν σταμάτησε.
Μια τελευταία επισήμανση. Με την τελευταία τροποποίηση του Περί Αστυνομίας Νόμου του 2004 (73(I)/2004) στις 8/04/2026 προστέθηκε το άρθρο 24Α, με πλαγιότιτλο « Χρήση φορητών καμερών».
Το οποίο καθορίζει ότι κάθε μέλος της Αστυνομίας δύναται, τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (2), να ενεργοποιεί φορητή κάμερα και να τη χρησιμοποιεί για λήψη και καταγραφή ήχου και εικόνας κατά τις ακόλουθες περιπτώσεις:
(α) Σύλληψη ή/και έρευνα οποιουδήποτε προσώπου
(β) είσοδος σε οποιονδήποτε τόπο για έρευνα και κατά τη διεξαγωγή αυτής
(γ) καταδίωξη οποιουδήποτε προσώπου ή μεταφορικού μέσου
(δ) ανακοπή προσώπου ή/και μεταφορικού μέσου για-
(ι) έρευνα, περιλαμβανομένης της διεξαγωγής αυτής∙ και
(ιι) καταγγελία οποιουδήποτε αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου∙
(ε) προσέλευση μελών της Αστυνομίας σε σκηνή διάπραξης αδικήματος κατά παράβαση οποιουδήποτε νόμου∙
(στ) διεξαγωγή επιχείρησης υψηλού κινδύνου∙ και
(ζ) όταν το μέλος της Αστυνομίας υφίσταται επίθεση ή αντιμετωπίζει αντίσταση ή παρεμποδίζεται κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του.
Τελικό σχόλιο. Ένας νόμος κατά κανόνα τίθεται σε ισχύ από την ημερομηνία δημοσίευσής του στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, εκτός αν ο ίδιος ο νόμος προβλέπει διαφορετική ημερομηνία. Αυτό προκύπτει από το άρθρο 82 του Συντάγματος και το άρθρο 7 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση μπορεί μεν η ψήφιση της συγκεκριμένης τροποποίησης και εισαγωγής του άρθρου 24Α να έχει γίνει την 8/04/2026, δηλαδή πριν πέντε μήνες και να είναι σε ισχύ το συγκεκριμένο άρθρο, αλλά μέχρι σήμερα, δεν υπάρχει δημοσιευμένος διαγωνισμός ή ανακοίνωση κατακύρωσης για τις κάμερες της Αστυνομίας Κύπρου.
Δημήτρης Απαισιώτης
Δικηγόρος











