Πρόταση νόμου για τροποποίηση της νομοθεσίας του περί εμπορικής ναυτιλίας Νόμου, που αφορά την μετακίνηση πλοίων εν μέσω κακοκαιρίας, μετά την βύθιση δύο σκαφών στο Κάβο Γκρέκο, που στοίχισε τη ζωή στον επιχειρηματία Ντίμη Μαυρόπουλο, θα καταθέσουν ενώπιον της Ολομέλειας της Βουλής οι βουλευτές του Κινήματος Άλμα.
Συγκεκριμένα, η πρόταση που έχει ετοιμαστεί προβλέπει απαγόρευση απόπλου, απαγόρευση παραμονής ή αγκυροβολίας σε επικίνδυνη περιοχή, αλλά και χρηματικές ποινές για όσους παρανομούν.
Σύμφωνα με ανακοίνωση του Κινήματος, «οι αρμόδιες αρχές δεν διαθέτουν σήμερα επαρκή εξουσία για να απαγορεύσουν τον απόπλου μικρότερων σκαφών όταν οι καιρικές και θαλάσσιες συνθήκες δημιουργούν σοβαρό κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή. Το νομοθετικό αυτό κενό, που αναδείχθηκε με τραγικό τρόπο από το πρόσφατο περιστατικό στο Κάβο Γκρέκο και επιβεβαιώθηκε από τις δημόσιες τοποθετήσεις των αρμόδιων κυβερνητικών φορέων, έρχεται να καλύψει με πρόταση νόμου που διαβίβασε στις υπηρεσίες της βουλής το ΑΛΜΑ σήμερα το πρωί, 1 η Σεπτεμβρίου 2026».
Όπως αναφέρει, «η πρόταση επεκτείνει στα μικρότερα πλοία και σκάφη εξουσίες που προβλέπονται ήδη για ορισμένες κατηγορίες μεγαλύτερων πλοίων. Έχει ήδη διαβιβαστεί στις Υπηρεσίες της Βουλής, ώστε να ακολουθηθεί η προβλεπόμενη διαδικασία και να κατατεθεί στην επόμενη Ολομέλεια».
Σημειώνει πως «με την προτεινόμενη ρύθμιση, το Υφυπουργείο Ναυτιλίας θα μπορεί, όταν επικρατούν ή αναμένονται ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές ή θαλάσσιες συνθήκες, να απαγορεύει τον απόπλου ή τον πλου, την παραμονή ή αγκυροβολία σε επικίνδυνη περιοχή και να διατάσσει τη μετακίνηση σκάφους προς ασφαλή λιμένα, μαρίνα, αλιευτικό καταφύγιο ή άλλο ασφαλές σημείο».
Όπως επισημαίνει το Κίνημα, «στόχος δεν είναι η υπερβολική ρύθμιση της θαλάσσιας δραστηριότητας, αλλά όταν υπάρχει σοβαρός και προβλέψιμος κίνδυνος στη θάλασσα, οι αρμόδιες αρχές να διαθέτουν τα αναγκαία εργαλεία για να μπορούν να παρεμβαίνουν έγκαιρα για την προστασία της ανθρώπινης ζωής».
Στην αιτιολογική του έκθεση, το κόμμα αναφέρει πως «σκοπός της παρούσας πρότασης νόμου είναι η κάλυψη κενού στο νομοθετικό πλαίσιο για τη λήψη προληπτικών μέτρων ασφάλειας σε περίπτωση ιδιαίτερα δυσμενών θαλάσσιων ή μετεωρολογικών συνθηκών, ώστε οι σχετικές εξουσίες της Αρμόδιας Αρχής να μπορούν να ασκούνται και σε πλοία και σκάφη τα οποία, λόγω της ολικής χωρητικότητας, του μήκους, του είδους ή της χρήσης τους, δεν εμπίπτουν σήμερα στο γενικό πεδίο εφαρμογής του βασικού νόμου».
Όπως επισημαίνει, «το άρθρο 21 του βασικού νόμου προβλέπει ήδη ότι, όταν οι μετεωρολογικές συνθήκες ή η κατάσταση της θάλασσας είναι ιδιαίτερα δυσμενείς και υπάρχει σοβαρός κίνδυνος για την ανθρώπινη ζωή ή το περιβάλλον, η Αρμόδια Αρχή δύναται να λαμβάνει κατάλληλα μέτρα, περιλαμβανομένης της σύστασης ή απαγόρευσης απόπλου ή κατάπλου. Οι σχετικές διατάξεις θεσπίστηκαν στο πλαίσιο εναρμόνισης με την Οδηγία 2002/59/ΕΚ και εφαρμόζονται, κατά κανόνα, σε πλοία ολικής χωρητικότητας ίσης ή μεγαλύτερης των 300 μονάδων, ενώ από το γενικό πεδίο εφαρμογής εξαιρούνται και συγκεκριμένες κατηγορίες μικρότερων πλοίων και σκαφών».
Τονίζει εξάλλου πως «το ίδιο το άρθρο 3 του βασικού νόμου προβλέπει ότι οι εν λόγω περιορισμοί και εξαιρέσεις ισχύουν εκτός εάν ο Νόμος προβλέπει διαφορετικά. Με την προτεινόμενη ρύθμιση αξιοποιείται η δυνατότητα αυτή αποκλειστικά για σκοπούς αντιμετώπισης ιδιαίτερα δυσμενών θαλάσσιων ή μετεωρολογικών συνθηκών, χωρίς να μεταβάλλεται το γενικό πεδίο εφαρμογής του βασικού νόμου ή οι λοιπές διατάξεις που θεσπίστηκαν για σκοπούς εναρμόνισης με το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης».
Υποδεικνύει επίσης πως «προτείνεται όπως η σχετική εξουσία επεκτείνεται, για τον συγκεκριμένο σκοπό, στα πλοία και σκάφη που βρίσκονται σε λιμένα της Δημοκρατίας ή εντός της αιγιαλίτιδας ζώνης της και τα οποία δεν καλύπτονται διαφορετικά από τον βασικό νόμο. Εξακολουθούν να εξαιρούνται τα πολεμικά και βοηθητικά πολεμικά πλοία, καθώς και τα άλλα κρατικά πλοία που χρησιμοποιούνται για δημόσιες μη εμπορικές υπηρεσίες. Περαιτέρω, διασφαλίζεται ρητά ότι η άσκηση των σχετικών εξουσιών συνάδει με τις υποχρεώσεις της Δημοκρατίας που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο».
Η προτεινόμενη ρύθμιση, συνεχίζει, «δεν περιορίζεται στην απαγόρευση απόπλου ή κατάπλου. Ιδιαίτερα δυσμενείς καιρικές ή θαλάσσιες συνθήκες δύνανται να δημιουργήσουν σοβαρό κίνδυνο και για σκάφη που βρίσκονται ήδη στη θάλασσα ή παραμένουν αγκυροβολημένα σε εκτεθειμένες παράκτιες περιοχές. Για τον λόγο αυτό παρέχεται στην Αρμόδια Αρχή η δυνατότητα, ανάλογα με τις περιστάσεις, να περιορίζει ή να απαγορεύει τον πλου, την αγκυροβολία ή την παραμονή σε συγκεκριμένη περιοχή και, όπου τούτο είναι αναγκαίο, να διατάσσει την προληπτική μετακίνηση πλοίου ή σκάφους προς ασφαλή λιμένα, μαρίνα, αλιευτικό καταφύγιο, ασφαλές αγκυροβόλιο ή άλλο κατάλληλο προφυλαγμένο χώρο».
Αναφέρει ακόμα ότι «οποιοδήποτε μέτρο λαμβάνεται θα βασίζεται στην κατάσταση της θάλασσας και στην πρόγνωση του καιρού που παρέχει αρμόδια μετεωρολογική υπηρεσία αναγνωρισμένη από τη Δημοκρατία. Παράλληλα, προβλέπεται δυνατότητα έκδοσης γενικής οδηγίας για συγκεκριμένη περιοχή ή κατηγορία πλοίων, ώστε σε περίπτωση επικείμενου κινδύνου να μην απαιτείται η εξατομικευμένη κοινοποίηση οδηγίας σε κάθε επηρεαζόμενο σκάφος».
Προβλέπεται επίσης ότι «ο πλοίαρχος δύναται, σε εξαιρετική περίπτωση, να αποκλίνει από οδηγία παραμονής ή μετακίνησης όταν εύλογα κρίνει ότι η άμεση συμμόρφωση θα δημιουργούσε σοβαρότερο και άμεσο κίνδυνο για την ανθρώπινη ζωή ή την ασφάλεια του πλοίου. Η πρόνοια αυτή διασφαλίζει ότι ένα προληπτικό μέτρο δεν θα οδηγεί, λόγω αιφνίδιας μεταβολής των πραγματικών συνθηκών, σε αποτέλεσμα αντίθετο προς τον σκοπό της ασφάλειας».
Σερ ό,τι αφορά στις ποινές, όπως καταγράφει, «για την αποτελεσματική εφαρμογή των μέτρων προβλέπεται ειδική εξουσία επιβολής διοικητικού προστίμου μέχρι δέκα χιλιάδες ευρώ (€10.000) σε περίπτωση παράβασης ή μη συμμόρφωσης. Η επιβολή του προστίμου προϋποθέτει συγκεκριμένα και διαπιστωμένα στοιχεία κατόπιν διερεύνησης και υπόκειται στις υφιστάμενες διαδικαστικές εγγυήσεις του άρθρου 30 του βασικού νόμου, περιλαμβανομένου του δικαιώματος προηγούμενης υποβολής παραστάσεων και της έκδοσης γραπτής και αιτιολογημένης απόφασης. Η γενική ποινική πρόνοια του άρθρου 33 του βασικού νόμου εξακολουθεί να εφαρμόζεται όπου συντρέχουν οι προϋποθέσεις της».
Καταληκτικά, τονίζει πως «η αρμοδιότητα ασκείται από την υφιστάμενη Αρμόδια Αρχή στο πλαίσιο των αρμοδιοτήτων του Υφυπουργείου Ναυτιλίας. Η προτεινόμενη ρύθμιση δεν δημιουργεί νέα υπηρεσία, νέο διοικητικό μηχανισμό ή νέες οργανικές θέσεις και δεν συνεπάγεται αυτοτελή υποχρέωση πρόσθετης δημόσιας δαπάνης».











