Νομικά κινείται κατά του Πανεπιστημίου Κύπρου ο πατέρας της φοιτήτριας με οπτική αναπηρία, η οποία είχε καταγγείλει διάκριση σε βάρος της και άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών, λόγω της αναπηρίας της, με αποτέλεσμα να μην μπορέσει να ολοκληρώσει τις σπουδές της, καθώς παρέμεινε στάσιμη στην πρακτική της άσκηση.
Συγκεκριμένα, μετά τη δημοσίευση της έκθεσης της Επιτρόπου Διοικήσεως, Μαρίας Στυλιανού Λοττίδη, για το περιστατικό, στην οποία καταγράφεται πως δεν μπορεί να εξαχθεί συμπέρασμα περί διακριτικής μεταχείρισης λόγω αναπηρίας σε βάρος φοιτήτριας με σοβαρή οπτική αναπηρία, η οικογένεια επεξεργάζεται τα επόμενά της βήματα, έχοντας αποφασίσει να προσφύγει ενώπιον του Διοικητικού Δικαστηρίου, ενώ δεν αποκλείει και το ενδεχόμενο να καταθέσει αγωγή, ζητώντας την προστασία και τη διασφάλιση των δικαιωμάτων της νεαρής, ως ατόμου με αναπηρία, καθώς και να εξεταστεί κατά πόσον της παρασχέθηκαν στην πράξη οι αναγκαίες εύλογες προσαρμογές κατά τη διάρκεια των σπουδών της.
Σε δηλώσεις του στον REPORTER, ο πατέρας της φοιτήτριας, Θεόδουλος Παπαβασιλείου, κληθείς να σχολιάσει την έκθεση της Επιτρόπου, ανέφερε πως, «καμία αναφορά δεν γίνεται στις πέντε ανεξάρτητες εμπειρογνωμοσύνες από ειδικούς που τους έχουν σταλθεί. Είναι ετεροβαρής και μονόπλευρη η διερεύνηση προς το καλό όνομα του Πανεπιστημίου Κύπρου. Η Επίτροπος Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, θα μπορούσε να εκδώσει δεσμευτική επιστολή για κοινό πλαίσιο φοιτητών με αναπηρία και όχι το κάθε εκπαιδευτικό ίδρυμα να πράττει κατά το δοκούν».
Ερωτηθείς για τα επόμενα βήματα της οικογένειας σχετικά με το περιστατικό, διευκρίνισε πως «θα κινηθώ νομικά με προσφυγή στο Διοικητικό Δικαστήριο, εναντίον του Πανεπιστημίου Κύπρου. Σκέφτομαι και για καταχώρηση αγωγής επίσης εναντίον του Πανεπιστημίου για παραβίαση των δικαιωμάτων της κόρης μου, ως άτομο με οπτική αναπηρία».
Παράλληλα, τόνισε πως «δεν αρκεί η Πολιτεία να ανακοινώνει ότι οικοδομεί ένα συμπεριληπτικό εκπαιδευτικό σύστημα. Πρέπει να αποδεικνύει στην πράξη ότι κανένας φοιτητής με αναπηρία δεν αποκλείεται από την εκπαίδευση επειδή το ίδιο το εκπαιδευτικό σύστημα απέτυχε να του εξασφαλίσει τις αναγκαίες εύλογες προσαρμογές».
Σύμφωνα με την Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως και Προστασίας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, Μαρία Στυλιανού Λοττίδη, δεν μπορεί να εξαχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι η φοιτήτρια με σοβαρή οπτική αναπηρία υπέστη διακριτική μεταχείριση λόγω της αναπηρίας της κατά τη συμμετοχή της στο Πρόγραμμα Σχολικής Εμπειρίας Νηπιαγωγών του Πανεπιστημίου Κύπρου. Ως εκ τούτου, η Επίτροπος κρίνει ότι δεν δικαιολογείται δεσμευτική σύσταση προς το Πανεπιστήμιο στη βάση διακριτικής μεταχείρισης.
Παράλληλα, ανέφερε μεταξύ άλλων, ότι η υποστήριξη που μπορούσε να λαμβάνει από τη συνοδό της ήταν περιορισμένη, καθώς παρεμβάσεις της συνοδού διακόπτονταν, γεγονός που, σύμφωνα με τη θέση της, επηρέασε τόσο την πρακτική της άσκηση όσο και την τελική της αξιολόγηση.
Ωστόσο, η Επίτροπος επισημαίνει ότι στα έντυπα ανατροφοδότησης δεν καταγράφονται τα περιστατικά κατά τα οποία επιχειρήθηκε να παρασχεθεί βοήθεια από τις συνοδούς και αυτή φέρεται να διακόπηκε μετά από παρεμβάσεις. Αποτέλεσμα είναι πως δεν μπορεί να διαπιστωθεί με ασφάλεια κατά πόσον τα συγκεκριμένα περιστατικά λήφθηκαν υπόψη ή επηρέασαν την αξιολόγηση της φοιτήτριας. Παράλληλα, από τις αξιολογήσεις δεν προκύπτει αιτιώδης σύνδεση ανάμεσα στη συμπεριφορά της συνοδού και στα αρνητικά σχόλια, τα οποία αφορούσαν κυρίως τη γνώση του διδακτικού αντικειμένου και την προετοιμασία της διδασκαλίας.
Σε σχέση με το κατά πόσον η φοιτήτρια είχε ενημερώσει τους επόπτες για τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε λόγω της οπτικής αναπηρίας της, η Επίτροπος αναφέρει ότι δεν μπορούν να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα, καθώς οι δύο πλευρές έδωσαν διαφορετικές εκδοχές. Ωστόσο, το γεγονός ότι είχε συζητηθεί το ζήτημα του χρόνου υλοποίησης του μαθήματος και η φοιτήτρια είχε ζητήσει παράταση, συνηγορεί υπέρ του ισχυρισμού ότι είχε εκφράσει τις δυσκολίες της.
Παρά τις διαπιστώσεις αυτές, η Επίτροπος καταλήγει ότι δεν μπορεί να τεκμηριωθεί πως η τελική αξιολόγηση της φοιτήτριας θα ήταν διαφορετική εάν η συνοδός είχε αφεθεί να παρέμβει ελεύθερα. Ωστόσο, σημειώνει ότι παραμένουν αμφιβολίες ως προς το κατά πόσο επετράπη τελικά στη συνοδό να παρέχει την εξατομικευμένη υποστήριξη που απαιτούσε η οπτική αναπηρία της φοιτήτριας.
Για τον λόγο αυτό, εισηγείται στο Πανεπιστήμιο να ληφθούν υπόψη οι πρακτικές δυσκολίες που αντιμετώπισε η φοιτήτρια κατά την επανάληψη της πρακτικής άσκησης, ιδιαίτερα σε σχέση με τον χρόνο υλοποίησης των μαθημάτων. Παράλληλα, εισηγείται την υποχρεωτική εκπαίδευση εποπτών και μεντόρων σε θέματα ίσης μεταχείρισης ατόμων με αναπηρία και εξατομικευμένων εύλογων προσαρμογών και προτείνει να καταβληθεί προσπάθεια επαναξιολόγησης της βαθμολόγησης της φοιτήτριας, όπου αυτό είναι εφικτό και στο μέτρο του δυνατού.
Η δημόσια καταγγελία του πατέρα της νεαρής έγινε τον περασμένο Μάιο, όταν ανέφερε πως η κόρη του, με σοβαρή οπτική αναπηρία, έχει υποστεί διαχρονικά διάκριση, άρνηση παροχής εύλογων προσαρμογών, άνιση μεταχείριση, θυματοποίηση λόγω της αναπηρίας της και προσβολή θεμελιωδών ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όπως εξήγησε, καθ’ όλη τη διάρκεια των σπουδών της, βρισκόταν υπό την υποστήριξη της Σχολής Τυφλών Κύπρου και είχε προσκομίσει επανειλημμένα ιατρικές γνωματεύσεις, αξιολογήσεις και εισηγήσεις αρμόδιων φορέων αναφορικά με τις εξατομικευμένες ανάγκες που απορρέουν από την οπτική της αναπηρία.
Παρόλα αυτά, όπως ανέφερε στην καταγγελία του, το Πανεπιστήμιο Κύπρου αρνήθηκε ουσιαστικά να εφαρμόσει τις αναγκαίες εύλογες προσαρμογές που απαιτούσε η ιδιαίτερη περίπτωσή της, με αποτέλεσμα να την αφήσει στάσιμη στην πρακτική της άσκηση, παρά την προσπάθεια που κατέβαλε η ίδια. Σύμφωνα με την καταγγελία που είχε γίνει, η αδυναμία ολοκλήρωσης της πρακτικής άσκησης είχε ως συνέπεια να μην καταστεί δυνατό για τη φοιτήτρια να ολοκληρώσει απρόσκοπτα τον κύκλο των σπουδών της και να λάβει το πτυχίο της.
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











