«Εμείς φύγαμε και ο πατέρας μου έμεινε με το θείο μου εκεί. Έκτοτε είναι εκεί… Θέλω να τον βρω πριν πεθάνω. Έχω επιθυμία να τον βρω και να του κάνω μία κηδεία». Λόγια που κρύβουν πόνο, θλίψη, θρήνο για πενήντα δύο χρόνια. Είναι τα λόγια της 76χρονης κας. Ανδρούλλας Χατζηκώστα, που για πάνω από μισό αιώνα περιμένει καρτερικά να χτυπήσει το τηλέφωνο και να ακούσει το μήνυμα ότι βρέθηκαν τα οστά του πατέρα της, Χρίστου Χατζηκώστα, που αγνοείται από εκείνο το μαύρο καλοκαίρι του 1974, αφού παρέμεινε στην Κερύνεια.
Το σπίτι τους ήταν πάνω στη θάλασσα της Κερύνειας και στις 20 Ιουλίου 1974 ξύπνησαν από τις 5:30 το πρωί, όταν άρχισαν οι πρώτοι βομβαρδισμοί από τα τουρκικά πλοία που κατέκλεισαν την Κερύνεια. Φοβισμένοι βγήκαν από το σπίτι τους και μαζί με άλλους χωριανούς, περίπου 30 άτομα, έσπευσαν πανικόβλητοι να κρυφτούν για να σωθούν, καταλήγοντας σε ένα ποταμό, όπου έμειναν για τρεις ημέρες.
Μετά από αρκετές ημέρες ταλαιπωρίας και αφού διέσχιζαν με τα πόδια διάφορες περιοχές, κατέληξαν σε ένα σπίτι με υπόγειο, κοντά στα χωριά τους, όπου και τελικά αιχμαλωτίστηκαν από τους Τούρκους. Είχαν πιαστεί αιχμάλωτοι και για μέρες υπέστησαν τα βασανιστήρια των Τούρκων, μέχρι τις αρχές Αυγούστου που τελικά μεταφέρθηκαν στις ελεύθερες περιοχές.
Όλοι εκτός από τον πατέρα και τον θείο της, που δεν ήταν μαζί τους στο υπόγειο, αλλά κάτω από ένα δέντρο, σε ένα χωράφι. Εκείνη ήταν η τελευταία φορά που τον είδαν ζωντανό. Η μητέρα της έφυγε με τον καημό ότι δεν τον συνάντησε ξανά. Η ίδια ζητά από τους αρμόδιους να κάνουν ό,τι μπορούν να για εντοπίσουν τα οστά τους. Πενήντα δύο χρόνια αυτή είναι το μόνο αίτημά τους.
Το σπίτι τους ήταν πάνω στην θάλασσα της Κερύνειας
«Η 20η Ιουλίου 1974 μας βρήκε στον Άγιο Γεώργιο της Κερύνειας. Ήμουν 24 ετών, το σπίτι μου ήταν 200 μέτρα πίσω από την θάλασσα. Όταν ακούσαμε την πρώτη βόμβα που έπεσε η ώρα 5:30 σηκωθήκαμε όλοι πάνω, βγήκαμε στη βεράντα, είδαμε τα αεροπλάνα που πήγαιναν και έρχονταν, γυρίσαμε στη θάλασσα και είδαμε τα πλοία γραμμή. Τι μπορούσαμε να κάνουμε; Ο αδελφός μου ο μεγάλος, ήταν έφεδρος και πήγε στο 251 Τάγμα που ήταν στη Γλυκιώτισσα, πήρε όπλο και ήρθε πίσω. Έκατσαν με τον πατέρα μου και το καθάρισαν. Ο πατέρας μου είχε πολεμήσει και το 1940 και στη Μασούρα. Το καθάρισαν, το έπιασε ο αδελφός μου και έφυγε.
Βγήκαμε όλη η γειτονιά έξω και ο γείτονάς μας είπε να φύγουμε από τα σπίτια, επειδή τα πλοία ήταν κοντά μας και δεν ξέραμε από πού μπορεί να έρθει το χτύπημα. Έριχναν και βολές στον Πενταδάκτυλο. Μας έβαλε στο αυτοκίνητό του και πήγαμε έξω από τα σπίτια στο χωριό μας. Βρήκαμε και άλλο κόσμο που ήταν στα χωράφια και κάτσαμε αρκετή ώρα. Τα αεροπλάνα μυδραλιοβολούσαν και αποφασίσαμε να μετακινηθούμε. Ήμασταν περίπου 30 άτομα, άνδρες, γυναίκες, παιδιά. Ήμασταν εγώ, οι γονείς μου, η γυναίκα του αδελφού και οι δύο μικροί αδελφοί μου. Μαζί μας είχαμε και μία έγκυο κοπέλα, επτά μηνών. Είχαμε ένα μωρό με αναπηρία, ήμασταν οικογένειες. Ήταν εκεί μία θεία μου, με το θείο μου και τις δύο κόρες τους. Είπαμε να πάμε σε μία περιοχή, στην Παλιάμπελα, βρήκαμε μία ποταμοσιά και μπήκαμε μέσα στον ποταμό.
Οι εκρήξεις συνέχιζαν, εμείς βλέπαμε τα χωριά που καίγονταν και μείναμε εκεί. Δεν μπορούσαμε να κάνουμε κάτι. Πέρασε η μέρα, ήρθε η νύχτα και δεν μετακινηθήκαμε, να πούμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας. Δεν είχε μάχες αλλά δεν ξέραμε πού ήταν οι Τούρκοι. Μαζί μας είχαμε και μία οικογένεια από τη Λευκωσία, που έκανε διακοπές στον Άγιο Γεώργιο. Ήταν ένα ζευγάρι με τα δύο τους μωρά».
Οι τρίωροι βομβαρδισμοί… εν μέσω ανακωχής
«Πέρασε η 20η Ιουλίου, ήρθε η επόμενη, εμείς μείναμε εκεί. Δεν είχαμε τίποτε μαζί μας. Το μόνο που κατάφερα να πιάσω ήταν ένα ραδιόφωνο, που είχε φέρει μαζί του ο αδελφός μου που ήταν στα καράβια. Ήταν ένα ραδιοφωνάκι σε σχήμα περικεφαλαίας ιππότη. Πέρασε και η Κυριακή και μείναμε εκεί. Δεν σκεφτήκαμε να πούμε να επιστρέψουμε στο σπίτι μας. Μείναμε εκεί χωρίς φαγητό και νερό, με τα ίδια ρούχα.
Ήρθε η Δευτέρα 22 Ιουλίου και δεν ξέραμε τι γίνεται. Ακούσαμε από το ραδιόφωνο ότι έγινε εκεχειρία. Στις 12:00 το μεσημέρι ξεκινά ένας βομβαρδισμός που κράτησε τρεις ώρες. Ήταν συνέχεια, δεν ξέραμε τι να κάνουμε, εγώ πίστευα ότι αν έπεφτε η βόμβα θα γλιτώσω τα αδέλφια μου, επειδή έπεφτα από πάνω τους. Σε κάποια στιγμή είπα ‘Παναγιά μου βοήθα μας να γλυτώσουμε’. Δεν θα το ξεχάσω στη ζωή μου. Είδα την Παναγιά απέναντί μου. Κάθε φορά νιώθω ότι βλέπω την εικόνα της Παναγίας. Πιστεύω ότι είναι η Παναγία που μας γλίτωσε, επειδή ήταν ανελέητοι οι βομβαρδισμοί. Τα ελικόπτερα και τα αεροπλάνα πηγαινοέρχονταν συνεχώς.
Καταφέραμε και γλιτώσαμε. Πέρασε η Δευτέρα και ήρθε η Τρίτη. Το ζευγάρι από τη Λευκωσία είπε ότι ήθελε να φύγει. Τους είπε ο πατέρας μου ‘πού θα πάτε με έτσι κακό;’. Εκείνοι είπαν θα μπουν στο αυτοκίνητο και ό,τι γίνει και έφυγαν. Την Τετάρτη αποφασίσαμε να βγούμε πάνω από τον ποταμό. Είχε σπίτια κοντά στην περιοχή και πήγαμε κοντά και δεν βρήκαμε ούτε ένα πλάσμα.
Εμείς ήμασταν νηστικοί και αποφασίσαμε να κάνουμε λίγα μακαρόνια για να φάμε. Επίσης, η μητέρα μου είχε ένα θείο που ήταν στο κρεβάτι με αναπηρία και πήγαν να τον δουν. Τον βρήκαν μέσα στο κρεβάτι να φωνάζει ‘διψώ, διψώ, διψώ’. Του έδωσαν φαγητό και νερό».
Η φυγή από το χωριό και η αιχμαλωσία
«Δεν ξέραμε τι να κάνουμε και αποφασίσαμε να πάμε στο Κάρμι. Το Κάρμι ήταν κάτω από τον Άγιο Ιλαρίωνα και πέντε μίλια από εκεί που ήμασταν. Μπήκαμε στα χωράφια και αρχίσαμε να πηγαίνουμε προς τα εκεί. Φτάσαμε στο Κάρμι και μόλις κοντέψαμε, σε απόσταση 100 μέτρα από το πρώτο σπίτι, είδαμε αυτοκίνητα Land Rover με Τούρκους να μπαίνουν στο χωριό. Εκείνη την ώρα, σταμάτησε το μυαλό μας από τον φόβο και την απόγνωση που δεν ξέραμε τι να κάνουμε και αντί να σκεφτούμε να αφήσουμε τα αυτοκίνητα να προχωρήσουν μέσα στο χωριό και να πάμε στο πρώτο σπίτι για να ζητήσουμε βοήθεια, αποφασίσαμε να γυρίσουμε πίσω.
Η μία γυναίκα που ήταν μαζί μας, μας είπε να πάμε στο σπίτι της που ήταν στο Τριμίθι. Πήγαμε στο σπίτι της, κοιμηθήκαμε εκεί και μετά φύγαμε από εκεί, πήγαμε σε άλλο σπίτι που είχε υπόγειο και μείναμε εκεί. Φύγαμε Πέμπτη νύχτα και πήγαμε στο υπόγειο. Ήταν 26 Ιουλίου.
Ο παπάς μου με τον άνδρα της θείας μου ήταν μαζί και πήγαν σε ένα χωράφι συγχωριανού, που είχε φθαρτά, για να φέρουν να φάμε. Μετά έκατσαν κάτω από την ελιά που είχε σκιά. Η θεία μου είχε μία αδελφή με νοητική αναπηρία και την είχε αφήσει στο σπίτι και αποφάσισε να ξεκινήσει να πάει να την δει. Ξεκίνησε να πάει και μετά από δέκα λεπτά επέστρεψε και μας είπε ‘έρχονται οι Τούρκοι. Με είδαν που πήγαινα κάτω, κρύφτηκαν και έρχονται πίσω μου’.
Τότε πανικοβληθήκαμε, δεν ξέραμε τι να κάνουμε. Η μητέρα μου πήγε στον πατέρα μου και του είπε ότι έρχονται οι Τούρκοι και να έρθει εκεί μαζί μας. Της είπε να επιστρέψει και θα είναι εκεί να παρακολουθεί. Δεν ήρθε, έμεινε εκεί με το θείο μου. Ήρθαν οι Τούρκοι, που είδαν τη θεία μου να μπαίνει στο σπίτι, μας βρήκαν, μας φώναξαν να βγούμε έξω. Είχαν αξιωματικό μαζί τους και αν δεν είχαν, θα μας σκότωναν και τους 30.
Μας έβγαλαν έξω και είπα στη μητέρα μου να φωνάξει του παπά μου. Ρώτησαν αν είχαμε άλλα άτομα μαζί μας. Στην παρέα μας είχαμε ένα άτομο που ήξερε τουρκικά και τους είπε ότι είχαμε ένα ακόμα άτομο και έφυγε. Ήταν ένας χωριανός που πήρε το δρόμο για να πάει στο σπίτι του στο Τριμίθι. Αλλά δεν τους είπαμε ότι ήταν ακόμη δύο άτομα μέσα στο χωράφι απέναντι. Πολλές φορές πλέον σκέφτομαι για ποιο λόγο δεν το είπαμε.
Λίγο πιο κάτω από το σπίτι που ήμασταν είχε μπακάλικο και πήγαν οι Τούρκοι έφεραν νερά, μπισκότα, φαγητό, έδωσαν και στα μωρά και σε μας να φάμε και να πιούμε. Μας έβαλαν στα οχήματα να μας πάρουν στο Τριμίθι. Εμείς φύγαμε και ο πατέρας μου έμεινε με το θείο μου εκεί. Έκτοτε είναι εκεί».
Η απελευθέρωση και η επανένωση με την οικογένεια
«Την πρώτη μέρα, μας έβαλαν στα λεωφορεία και μας πήραν στις μάντρες στην Αγίρδα. Εμείς ήμασταν μέσα στις μάντρες και στον πίσω τοίχο μάζευαν τους αιχμαλώτους. Μετά μας πήραν στο Τριμίθι. Μας έπαιρναν στην αυλή του σχολείου, σκότωσαν πέντε άτομα, χωρίς κάποιο λόγο. Ήταν ανελέητοι. Μας άφηναν με τις ώρες μέσα στον ήλιο και μετά μας άφηναν να πάμε στο σπίτι. Μείναμε εκεί περίπου δέκα μέρες.
Μία μέρα, ένα απόγευμα μας μετέφεραν στην εκκλησία και έφεραν λεωφορεία και μας έβαλαν μέσα. Μας είπαν ότι θα μας πάρουν στα σπίτια μας. Μας έφεραν στην Λευκωσία και μας κατέβασαν στη Λήδρας. Μας είπαν να πάμε και να περάσουμε στην άλλη πλευρά. Βλέπαμε τους στρατιώτες και δεν ξέραμε αν είναι δικοί μας. Μας είδε ένας στρατιώτης και μας είπε ‘μην φοβάστε είμαστε δικοί σας’.
Ο αδελφός μου, που ήταν έφεδρος, μας είχε βρει μέσα στον ποταμό όταν είχαμε κρυφτεί και μετά κατάφερε να περάσει στις ελεύθερες περιοχές. Τότε, έστελναν μηνύματα από τα ραδιόφωνα και ακούμε ‘ο Γιάννης Χατζηκώστα να επικοινωνήσει με τον Χρίστο Χατζηκώστα’. Ο Γιάννης ήταν ο αδελφός μου και ο Χρίστος ήταν ο πατέρας μου. Η μητέρα μου έκλαιγε συνεχώς που τον αφήσαμε τον πατέρα μου και της έλεγα ότι κατάφερε να γλιτώσει και να έρθει Λευκωσία. Όμως, είχαν κάνει λάθος στο μήνυμα και έβαλαν τα ονόματα ανάποδα.
Όταν μας πήραν στο Αντωνάκης μπαρ, ήταν γύρω στις 7:30 το βράδυ και μετά την απαγόρευση της διακίνησης, που έπρεπε να βγάλει άδεια κάποιος για να κυκλοφορήσει. Εγώ είχα κρατήσει το τηλέφωνο που είχε πει το μήνυμα και το κάλεσα. Το σήκωσε μία ξαδέλφη του άντρα μου. Ο άνδρας μου ήταν στο 251 και μόλις κατέβηκε από το όχημα, τους έβαλαν όλμο και τραυματίστηκε στο πόδι, μπήκε θραύσμα του όλμου στο πόδι του. Κάποιος τον πήρε στη Λάπηθο, στο νοσοκομείο, του περιποιήθηκα την πληγή και τον έστειλαν στη Λευκωσία. Αλλά εμείς δεν ξέραμε που ήταν.
Απάντησε η ξαδέλφη του άντρα μου και με ρώτησε ποιος είναι. Τότε ρώτησα και εγώ ποιος ήταν και δεν μου έλεγε. Είπα ‘είμαι η Ανδρούλα, η γυναίκα του Σοφοκλή από το Καζάφανι’ και μου είπε ότι ήταν η Δώρα, η ξαδέλφη του Σοφοκλή. Την θυμήθηκα και της είπα ότι ήμασταν εγκλωβισμένοι στο Τριμίθι και είχα το τηλέφωνό της. Με ρώτησε που ήμασταν, της είπα και μου απάντησε ‘έχω ένα γείτονα που είναι αστυνομικός και μπορεί να βγάλει άδεια και θα έρθουμε να σας πιάσουμε’. Ήρθαν, μας πήραν σπίτι τους και μείναμε εκεί για δύο μέρες, όμως ο πατέρας μου δεν επέστρεψε.
Πριν τον πόλεμο, εγώ εργαζόμουν σε μία κοπέλα στο Στρόβολο, ράψιμο. Όταν φύγαμε από το σπίτι της ξαδέλφης του άνδρα μου την πήρα τηλέφωνο και μου είπε να πάμε να μείνουμε εκεί, επειδή εκείνη ζούσε με την κόρη της, που της είχε χτίσει δίπλα και το σπίτι της ήταν κενό. Κάναμε τέσσερις-πέντε μέρες εκεί. Μετά βρέθηκε και ο άνδρας μου, που είχε πάει με τους γονείς του και την οικογένειά του σε κάτι συγγενείς τους στο Στρόβολο και βρεθήκαμε.
Εμείς ήρθαμε στις ελεύθερες περιοχές 7 ή 8 Αυγούστου. Στις 13 Αυγούστου, ο άνδρας μου πήγε στον γιατρό και του είπε ότι είναι καλά η πληγή του και να πάει στο τάγμα του στο Παλαίκυθρο. Κουτσός άνθρωπος πήγε στον πόλεμο ξανά. Τον έστειλε στο τάγμα του, έκαναν μία μάχη στο Παλαίκυθρο στις 14 Αυγούστου και τη νύχτα πήγαν στο χωριό. Τους υποδέχθηκε το χωριό, άλλαξαν τα ρούχα τους, τους έδωσαν πολιτικά, πήγαν εκκλησία, λειτουργήθηκαν και μετά τους έπιασαν οι Τούρκοι. Ήταν και αιχμάλωτος στην Τουρκία. Έκανε 2,5 μήνες».
Καμία βοήθεια από το κράτος
«Μετά από την δεύτερη εισβολή πήγαμε στο Καλό Χωριό, είχε αδελφό εκεί ο γείτονάς μας. Κάναμε 3-4 μήνες εκεί, όμως η Κυβέρνηση δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ αν είχαμε βοήθεια. Ο αδελφός μου ήταν αρραβωνιασμένος, εγώ ήμουν αρραβωνιασμένη. Η μάνα μας δούλευε και κατάφερε να μας βοηθήσει αξιοπρεπέστατα η μητέρα μου.
Πέραν από ένα επίδομα, δεν ήρθε ένα πλάσμα να ρωτήσει πώς περνά η ίδια και τα παιδιά της. Το είχε μεγάλο παράπονο. Το μόνο καλό που έκανε η Κυβέρνηση ήταν ότι ένα από τα παιδιά αγνοουμένων δικαιούτο να μην πάει στρατό και δεν πήγε, τον έστειλαν στο Βόλο με τα ασυνόδευτα παιδιά και τον έστειλε η Κυβέρνηση να σπουδάσει ασυρματιστής.
Έκανε αιτήσεις παντού και δεν μπορούσε να βρει δουλειά. Η μητέρα μου ζήτησε βοήθεια, επειδή έλεγαν ότι τότε έδιναν προτεραιότητα σε παιδιά αγνοουμένων και τελικά κατήντησε να εργάζεται ως οδηγός φορτηγών.
Καμία Κυβέρνηση δεν στάθηκε δίπλα μας. Είναι μεγάλο το παράπονό μου. Σκεφτόμουν τη μητέρα μου και έλεγα ότι ήταν μία αρκετά άξια γυναίκα που εργαζόταν και στήριξε τα παιδιά της. Ήξεραν ποιες ήταν οι οικογένειες των αγνοουμένων και πόσα παιδιά ήμασταν. Τίποτα δεν έκαναν».
«Θέλω να τον βρω πριν να πεθάνω… Έχω επιθυμία να του κάνω μία κηδεία όπως πρέπει»
«Μου είπαν από την Διερευνητική Επιτροπή Αγνοουμένων ότι ήταν δύσκολη η περίπτωση του πατέρα μου και τους είπα ότι δεν το δέχομαι αυτό. Τους σκότωσαν εν ψυχρώ. Πήγα δύο φορές και έκανα ενέργειες να πάω για τρίτη φορά, αλλά δεν μου απάντησαν ακόμα. Είναι εκεί στην περιοχή. Την ημέρα που μας βρήκαν εμάς, οι Τούρκοι έκαναν περιπολίες για να βρουν στρατιώτες και είχαν βάλει όλο τον κόσμο σε λεωφορεία και φορτηγά και τους πήραν στο Μπελαπάις.
Δεν μπορώ να διανοηθώ τι έχει γίνει. Πρέπει να τους βρήκαν άλλοι Τούρκοι, όχι αυτοί που μας βρήκαν εμάς. Υπήρχαν Τούρκοι που σκότωναν εν ψυχρώ. Δεν ξέρουμε τι έγινε, τι έκαναν όταν μας βρήκαν οι Τούρκοι. Ίσως να κρύφτηκαν και να προσπάθησαν να φύγουν, αλλά δεν πιστεύω ότι πήγαν πολύ μακριά. Υπολογίζω να πήγαν και στο θείο μας που ήταν στο κρεβάτι.
Αγνοούμενοι είναι ο πατέρας μου, ο θείος μου που ήταν μαζί του, ο θείος της μητέρας μου που ήταν στο κρεβάτι, η αδελφή της θείας μου που ήταν επίσης μέσα στο κρεβάτι και η γιαγιάς μίας ξαδέλφης μου που ήταν κοντά στη θάλασσα.
Ο πατέρας μου ακόμη αγνοείται. Θέλω να τον βρω πριν να πεθάνω. Η μάνα μου πέθανε με αυτό τον καημό. Ήταν 91 ετών, είχε άνοια και μας έλεγε ‘δεν με παίρνετε να τον έβρω, αλλά εγώ ξέρω πού είναι και θα φύγω και θα πάω να τον βρω’. Έφυγε με εκείνο τον καημό. Είναι άδικο. Σαν και εμένα έχει αρκετό κόσμο, όμως ο καθένας ξέρει τον πόνο του. Έχω μεγάλη επιθυμία να τον βρω, να του κάνω μία κηδεία όπως πρέπει».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:











