powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

«Η Αμμόχωστος ήταν τότε, όπως είναι οι υπόλοιπες πόλεις σήμερα... την ελπίδα μας την σκότωσαν»-Πενήντα δύο μαύρα χρόνια από τη δεύτερη εισβολή

«Αύγουστος, Δερύνεια στο λιοπύρι, στέκω την Αμμόχωστο θωρώ... Γκρίζα εγινήκαν τα μαλλιά μου που φυα τζαι ήμουν θκυό γρονών. Έβαλα το σιέρι μου αντίηλιον τζαι με του μυαλού παρπατησιά, έσιηψα τζαι φίλησα το χώμα δίπλα που την πρώτην εκκλησιά...»

Αυτοί είναι μερικοί από τους στίχους του βραβευμένου τραγουδιού «Το προσκύνημα», που ερμήνευσε ο Θεόδουλος Παπαγεωργίου και έγραψε ο Κοσμάς Οικονόμου, γιος του Γιώργου Οικονόμου, από το Φρέναρος, οι οποίοι έφυγαν από την Αμμόχωστο στη δεύτερη εισβολή, όταν ο πρώτος ήταν μόλις δύο ετών και ο πατέρας του 34, το 1974. Σήμερα, πενήντα δύο χρόνια μετά, ο κ. Γιώργος, περιμένει καρτερικά να επιστρέψει στην πόλη που αγάπησε περισσότερο και από το χωριό του. Την πόλη που με τη σειρά της περιμένει καρτερικά τους κατοίκους της να πατήσουν τα χώματά της για να αναγεννηθεί μέσα από τις στάχτες της. 

Ο κ. Οικονόμου, 84 ετών σήμερα, διαμένει στο Φρέναρος, απ' όπου κατάγεται, με τη σύζυγό του. Τα μάτια του βουρκώνουν μόλις η συζήτηση στραφεί προς την πόλη που έζησε, δίδαξε ως καθηγητής, γνώρισε τη σύζυγό του και παντρεύτηκε. Στην πόλη που η σύζυγός του έφερε στον κόσμο τον πρώτο του γιο, τον Κοσμά. Στην πόλη που όπως ο ίδιος λέει ήταν τότε, όπως είναι σήμερα οι υπόλοιπες πόλεις της Κύπρου, δηλαδή πενήντα χρόνια μπροστά. 

Θυμάται την κατάταξή του στο στρατό κατά την πρώτη εισβολή, τις δύσκολες στιγμές μακριά από την οικογένειά του, αλλά και τα οκτώ χρόνια που πέρασε στη Λεμεσό, πριν επιστρέψει στο Φρέναρος. Από το μυαλό του δεν φεύγει στιγμή η Αμμόχωστος, η ελπίδα για την οποία πέθανε, όπως λέει, αφού πολλές φορές στο παρελθόν πίστεψαν ότι θα επιστρέψουν, αλλά πάντοτε απογοητεύονταν. 

Το μυαλό του ταξιδεύει ακόμα στις στιγμές που έδινε κυνηγετικά όπλα σε στρατιώτες για να πολεμήσουν, αλλά και στην επανένωση με την οικογένειά του, τους οποίους βρήκε στο πατρικό του στο Φρέναρος, τον καθημερινό ήχο των σειρήνων που τους ανάγκαζε να μαζεύουν τα πράγματά τους για να πάνε στις Βάσεις και να επιστρέψουν το βράδυ. 

5558453623959252 image

Αυτούσια η συνέντευξη

Γεννήθηκα στο Φρέναρος της επαρχίας Αμμοχώστου το 1942 και μετά τις σπουδές μου στην Αθήνα διορίστηκα το 1966, ως μαθηματικός, στη Γιαλούσα, μετά στο Τρίκωμο, στο Α’ Γυμνάσιο Αμμοχώστου και στη συνέχεια στο Β’ Γυμνάσιο, μέχρι την εισβολή. Παντρεύτηκα στην Αμμόχωστο με την Αντρούλα Σεβέρη και το σπίτι μας ήταν στην ενορία Σταυρού.

Από όσες περιοχές δουλέψατε, ποιος ήταν ο τόπος που σας έκανε περισσότερο εντύπωση;

Για μένα ήταν η Γιαλούσα. Ίσως επειδή ήταν ο πρώτος μου χρόνος, αλλά μου έκανε και τρομερή εντύπωση ο κόσμος της, ακόμα και 60 χρόνια μετά, διατηρώ εξαιρετικές σχέσεις με τους ανθρώπους της. Αν κάνω σήμερα κάποια δημοσίευση στα μέσα κοινωνική δικτύωσης αμέσως μου απαντούν ενώ υπάρχει εγκαρδιότητα σε τυχαίες συναντήσεις μου με κάποιους από αυτούς. Δεν με ξέχασαν, αλλά δεν τους ξέχασα ούτε κι εγώ. 

Ήταν ένας συνδυασμός των ανθρώπων, αλλά και του τόπου, γιατί ήμουν μερακλής της θάλασσας και του κυνηγιού. Χωρίς να έχω όπλο έκανα φίλους και με έπαιρναν κυνήγι˙ δεν ξεχνώ τη Γιαλούσα.

Πού σας βρίσκουν οι μέρες της πρώτης εισβολής;

Ήμουν στο Βαρώσι, παντρεμένος, ο μεγάλος μας γιος ο Κοσμάς ήταν σχεδόν δύο χρονών. Εκείνες τις μέρες ήμουν στο κρεβάτι, διότι έπασχα (και εξακολουθώ να πάσχω) από δισκοπάθεια. Ήμουν με άδεια ασθενείας. Όταν μας κάλεσαν στις 20 Ιουλίου να πάμε, σηκώθηκα να πάω, αφού είχα φύλλο πορείας, όμως δεν είχα ρούχα στρατιωτικά. Έβαλα τα κυνηγετικά μου και πήγα να καταταγώ. Η γυναίκα μου, μου έλεγε «αφού είσαι άρρωστος γιατί πας να καταταχθείς»; Της είπα «Αύριο που θα τελειώσουν οι φασαρίες και πω ότι δεν πήγα γιατί ήμουν άρρωστος, θα βρεθεί πλάσμα να με πιστέψει; Δεν θα πουν “έμεινες πίσω”»; Πήγα και παρουσιάστηκα στο Δυόμισι Μίλι και παρακολουθούσαμε τα αεροπλάνα που μας βομβάρδιζαν. Θυμάμαι τα αεροπλάνα που έκαναν καταδύσεις και μας πολυβολούσαν. Την πρώτη μέρα ήμασταν στα περβόλια της Πέρτζαινας έβγαλα όρυγμα, έβαλα κλαδιά και όταν μας βομβάρδιζαν έπεφτα μέσα. Αυτές ήταν οι εμπειρίες μου από εκείνες τις μέρες.

Το τάγμα μου ήταν εφεδρικό και πήγε στο Δυόμισι Μίλι, κάποιοι παρέλαβαν οπλισμό, εμένα δεν μου έδωσαν. Εδώ να αναφέρω και κάτι τραγελαφικό. Ζήτησα να μου δώσουν όπλο και ο υπεύθυνος χρέωσης οπλισμού, μου είπε «φύε ρε κουμπάρε, είσαι Λ/Ο και θέλεις όπλο»; Tον ρώτησα τι είναι το Λ/Ο και μου είπε «Λοιπός Οπλίτης, άχρηστος». Του είπα ότι «εγώ πριν έρθω εδώ ήμουν μέσα στον αγώνα της ΕΟΚΑ, μετά όταν ήμουν φοιτητής εκπαιδεύτηκα στη Μονή Αγάθωνος και στη Χαλκίδα με άλλους φοιτητές και ήρθα και εκπαιδεύσαμε το Α’ Τάγμα στον Καράολο όπου είχα πάρα πολλούς στρατιώτες υπό την ευθύνη μου και υπηρέτησα ως διμοιρίτης. Μεταγενέστερα όταν έγιναν οι βομβαρδισμοί της Τυλληρίας συνόδευσα εκεί τη διμοιρία μου. Μετά, στη Γιαλούσα, το 1966 - 1967, ήμουν διοικητής λόχου εθνοφυλάκων του Αγίου Ανδρονίκου και εσύ μου λες, τόσα χρόνια μετά και εν μέσω πολέμου ότι είμαι λοιπός οπλίτης»; Παρόλα αυτά δεν πήρα όπλο επειδή δεν υπήρχαν. 

5558453766153565 image

Η δεύτερη εισβολή

Τι θυμάστε από τη δεύτερη εισβολή; Βλέπατε την οικογένειά σας;

Εγώ ήμουν στη διοίκηση του λόχου. Από τους 500 οπλίτες, είχαν όπλα οι 150. Με τη δεύτερη εισβολή, στις 14 Αυγούστου, μου παρέδωσαν άλλα περίπου 150 κυνηγετικά όπλα, τα οποία κατέγραψα και μου έδωσαν και φυσίγγια. Τα μέτρησα και τα μοίρασα, αναλογούσαν από επτά φυσίγγια για κάθε όπλο…

Μείναμε εκεί στα χωράφια της Πέρτζαινας και το επόμενο βράδυ πήραμε οδηγία και μετακινηθήκαμε προς τον Άγιο Μέμνωνα. Εμένα με έστειλαν να πάω στην εκκλησία του Αγίου Μέμνωνα και περίμενα να έρθει ένας σύνδεσμος για να τον συνοδεύσω στο Κάβο Γκρέκο από όπου θα παραλάμβανε οπλισμό από πλοίο που θα ερχόταν, σύμφωνα με όσα μου είπαν. Έμεινα εκεί, δεν ξέρω και εγώ για πόσες ώρες, αλλά ούτε άνθρωπο είδα, ούτε και οπλισμό βέβαια.

Την οικογένειά μου την επισκεπτόμουν ελάχιστα και είπα στη γυναίκα μου αν γινόταν βομβαρδισμός θα πάρεις το μωρό και θα πας στο Φρέναρος, όπως και έκανε όταν χρειάστηκε.

Φύγαμε από εκεί και, στις 16 Αυγούστου βρεθήκαμε νότια της Σωτήρας. Αργά το απόγευμα της ίδιας μέρας πήραμε ειδοποίηση για σύμπτυξη στις Αγγλισίδες. Οι πιο πολλοί ξεκίνησαν να αφήνουν τα όπλα τους και να φεύγουν. Εμένα ήταν χρεωμένα πάνω μου, έτρεχα να τα μαζέψω, πήρα όσα μπορούσα και όταν φύγαμε τα έβαλα σε ένα λεωφορείο και τα πήρα στις Αγγλισίδες.

Μέχρι να φτάσουμε στις Αγγλισίδες όμως, είχαμε άλλο ένα περιστατικό, αφού στις Βάσεις Δεκέλειας, μας σταμάτησαν οι Άγγλοι για μερικές ώρες και ήθελαν να παραδώσουμε τα όπλα μας και να συνεχίσουμε άοπλοι. Εκεί κατέφθαναν αρκετά τάγματα. Μετά από μια διαδικασία διαπραγματεύσεων μας άφησαν και καταφέραμε να τα πάρουμε μαζί μας. Θυμάμαι ότι ήμασταν μέσα στο λεωφορείο, κατακαλόκαιρο, μας κατέτρωγε η αγωνία, ήταν πολύ δύσκολη η κατάσταση. Είχα αγωνία για την οικογένειά μου και δεν ήξερα εάν είχε φύγει από την Αμμόχωστο.

Στις Αγγλισίδες φθάσαμε το βράδυ. Το πρωί ο Ελλαδίτης διοικητής μας ήταν άφαντος, κανείς δεν ήξερε τι να κάνει και οι στρατιώτες άρχισαν να παίρνουν ο καθένας τον δικό του δρόμο εγκαταλείποντας τον χώρο και τον οπλισμό τους. Παραμείναμε εκεί εγώ, ο φίλος και συνάδελφός μου μ. Τζιοβάνης Παπανικολάου από την Αγία Νάπα που έφερε τον βαθμό του έφεδρου ανθυπολοχαγού και κάποιοι άλλοι στρατιώτες με καταγωγή από την Καρπασία που δεν είχανε πού να πάνε. Σημειώνω ότι ο διοικητής μας κινείτο συνεχώς με ένα κλειστό βαν που τον συνόδευε. Εμείς νομίζαμε ότι ήταν όπλα, αλλά τελικά ήταν τα έπιπλά του...

Χαραγμένη ανεξίτηλα στη μνήμη μου, από τη δεύτερη εισβολή, παραμένει η εικόνα που αντίκρυσα όταν πέρασα έξω από το «Σαλαμίνια», με τον νεαρό που κειτόταν νεκρός στα χαλάσματα του βομβαρδισμένου ξενοδοχείου…

Πότε έγινε η επανένωσή σας με την οικογένειά σας;

Φύγαμε από τις Αγγλισίδες, κουβαλώντας τα κυνηγετικά όπλα, περάσαμε από τη Λάρνακα και καταλήξαμε στην Ορμήδεια. Εκεί ήταν γεμάτο κόσμο που πηγαινοερχόταν. Είπα στον Τζιοβάνη να με αφήσει εκεί και του είπα θα πήγαινα την επόμενη μέρα στην οικογένειά μου. Χτύπησα την πόρτα ενός σπιτιού, ήταν μια κυρία και μου έδωσε ρούχα να αλλάξω τα κυνηγετικά ρούχα που φορούσα. Μου έδωσαν φαγητό και κοιμήθηκα στην αυλή τους το βράδυ της ημέρας εκείνης.

Την επομένη, νομίζω με ωτοστόπ, ήρθα στο Φρέναρος. Έφθασα στο πατρικό μου σπίτι και με μεγάλη ανακούφιση διαπίστωσα ότι βρισκόταν εκεί η γυναίκα μου και το παιδί μας. Τη ρώτησα αν μου έφερε ρούχα, και μου είπε «μια φανέλα και ένα εσώρουχο». Τόσο βιαστικά έφυγαν από το σπίτι μας, όπως βέβαια και οι περισσότεροι πρόσφυγες… Έτσι συνδέθηκα με την οικογένειά μου.

Μείναμε στο Φρέναρος για περίπου δεκαπέντε μέρες. Η σειρήνα χτυπούσε κάθε μέρα προειδοποιώντας ότι «έρχονται οι Τούρκοι». Μαζεύαμε ότι είχαμε και πηγαίναμε στις Βάσεις Δεκέλειας και επιστρέφαμε πίσω μέχρι την επόμενη μέρα. Στη συνέχεια πήγαμε στον Πεδουλά, χωριό καταγωγής του πεθερού μου, όπου μείναμε για 15 – 20 μέρες περίπου. 

5558453882829138 image

H εγκατάσταση στη Λεμεσό και η αλησμόνητη Αμμόχωστος

Μετά την πιο πάνω περίοδο, καταλήξαμε στη Λεμεσό, για οκτώ χρόνια. Εκεί γεννήθηκε και ο δεύτερος γιος μας, ο Μιχάλης, το 1977. Αρχικά νοικιάσαμε ένα σπίτι και ο ιδιοκτήτης μας έκανε ένα συμβόλαιο ότι δεν θα το αφήσουμε μέχρι να πάμε στην Αμμόχωστο. Δηλαδή με το συμβόλαιό του, θα έπρεπε να ήμασταν εκεί ακόμα.

Μετά από δύο χρόνια χρειάστηκε το σπίτι γιατί θα αρραβωνιαζόταν η κόρη του, όπως μου είπε, αλλά στην πορεία διαπίστωσα ότι ήταν αφορμή για να μας βγάλει έξω, ώστε να μπουν άλλοι με μεγαλύτερο ενοίκιο. Το 1982 επιστρέψαμε στο Φρέναρος όπου κτίσαμε το σπίτι στο οποίο μένουμε μέχρι σήμερα.

Γεννηθήκατε στο Φρέναρος, ζήσατε στο Φρέναρος, στην Αμμόχωστο και στη Λεμεσό. Με ποια περιοχή συνδεθήκατε περισσότερο;

Οπωσδήποτε με την Αμμόχωστο! Στο Φρέναρος γεννήθηκα, μεγάλωσα, ζω και το αγαπώ αλλά η Αμμόχωστος τότε ήταν, χωρίς υπερβολή, όπως είναι οι άλλες πόλεις σήμερα. Η θάλασσα της, ο κόσμος της, η ανάπτυξη της, οι καλλιτεχνικές εκδηλώσεις, οι εκθέσεις ζωγραφικής, οι παραστάσεις, τα θέατρα, οι αθλητικές εκδηλώσεις… Τα εκπαιδευτήρια της ήταν «φυτώρια πολιτισμού».

Μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων πήγα μία με δύο φορές στην Αμμόχωστο, αλλά στο σπίτι μου δεν μπορώ να πάω γιατί είναι στην περίκλειστη. Μια ξαδέλφη μας κατάφερε και πήγε κοντά και το έβγαλε φωτογραφία. Όταν το είδα, λυπήθηκα. Έζησα εκεί πέντε όμορφα χρόνια... Επιθυμία μου είναι να πάω πριν πεθάνω.

Μετά τη δική σας γενιά ή των παιδιών σας, οι επόμενες γενιές δεν έζησαν τίποτε και κάποιοι λένε ότι δεν ενδιαφέρονται. Ποια είναι η άποψή σας;

Αυτό διαπιστώνω και εγώ. Λόγω του ότι αφήσαμε τα σπίτια μας, τα παιδιά μας δεν τα άφησα να ξεχάσουν. Ξέρουν για την Αμμόχωστο και την κατεχόμενη γη μας και έχουν μιλήσει γι’ αυτά και στα δικά τους παιδιά. Ο Κοσμάς έγραψε και το γνωστό τραγούδι «Το Προσκύνημα» που αναφέρεται στις εκκλησίες των ενοριών της Αμμοχώστου.

Δικαιολογώ σε ένα βαθμό τους νέους που ξεχνούν, διότι εμείς οι μεγαλύτεροι τους απογοητεύσαμε πολλές φορές και περισσότερο η πολιτική ηγεσία.

Υπάρχει ελπίδα πιστεύετε σήμερα;

Την ελπίδα μας την σκότωσαν! Μας έδωσαν πολλές υποσχέσεις ότι θα πάμε σπίτι μας. Περιμέναμε, περιμέναμε, περιμέναμε και τελικά ακόμα περιμένουμε... Εγώ πιστεύω δεν υπάρχει ελπίδα.  Δεν πρέπει να απογοητευόμαστε αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει ουσιαστική πρόοδος για την επίλυση του Κυπριακού.

Το τραγούδι «Το προσκύνημα» που έγραψε ο γιος του Γιώργου Οικονόμου και το οποίο κέρδισε το 1ο βραβείο στον 21ο Διαγωνισμό Σύνθεσης Κυπριακού Τραγουδιού.

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ