powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Λήψη νερού σε περιόδους καύσωνα: ένα νόμισμα με δύο όψεις

Η ενυδάτωση αποτελεί θεμελιώδες μέτρο πρόληψης των επιπλοκών του καύσωνα, όπου οι απώλειες ύδατος μέσω της εφίδρωσης αυξάνονται σημαντικά. Ωστόσο η προσέγγιση «όσο περισσότερο νερό τόσο καλύτερα» δεν ανταποκρίνεται στη σύγχρονη επιστημονική γνώση. Η ανεπαρκής πρόσληψη υγρών αυξάνει τον κίνδυνο αφυδάτωσης, οξείας νεφρικής βλάβης και θερμικής καταπόνησης, ενώ η υπερβολική κατανάλωση ελεύθερου νερού, ιδιαίτερα σε ευπαθείς ομάδες, μπορεί να προκαλέσει υπονατριαιμία, μία δυνητικά απειλητική για τη ζωή ηλεκτρολυτική διαταραχή. 

Αφυδάτωση κατά τον καύσωνα: μηχανισμοί, ευάλωτες ομάδες και φαρμακευτικοί παράγοντες κινδύνου

Η αφυδάτωση αποτελεί τη συχνότερη διαταραχή της ισορροπίας του ύδατος κατά τη διάρκεια καυσώνων και προκαλείται όταν οι απώλειες νερού υπερβαίνουν την πρόσληψη. Η μείωση του ενδαγγειακού όγκου και η αύξηση της ωσμωτικότητας του πλάσματος ενεργοποιούν αντιρροπιστικούς μηχανισμούς, κυρίως μέσω της έκκρισης αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH) και της ενεργοποίησης του συστήματος ρενίνης–αγγειοτενσίνης–αλδοστερόνης (RAAS). Η ADH αυξάνει τη νεφρική επαναρρόφηση νερού μέσω των aquaporin-2, ενώ το RAAS προάγει την κατακράτηση νατρίου και νερού, με στόχο τη διατήρηση του κυκλοφορούντος όγκου και της αρτηριακής πίεσης.

Όταν οι απώλειες υγρών είναι παρατεταμένες ή η αναπλήρωσή τους ανεπαρκής, οι μηχανισμοί αυτοί δεν επαρκούν, με αποτέλεσμα την εμφάνιση κλινικών εκδηλώσεων όπως δίψα, ξηροστομία, κόπωση, μειωμένη διούρηση, ζάλη, ορθοστατική υπόταση και ταχυκαρδία. Σε σοβαρές περιπτώσεις, η παρατεταμένη υποογκαιμία μπορεί να οδηγήσει σε οξεία νεφρική βλάβη, θερμική εξάντληση ή και θερμοπληξία.

Ιδιαίτερα ευάλωτοι είναι οι ηλικιωμένοι, στους οποίους το αίσθημα της δίψας και η νεφρική ικανότητα συμπύκνωσης των ούρων είναι μειωμένα. Παράλληλα, ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια, χρόνια νεφρική νόσο ή σακχαρώδη διαβήτη παρουσιάζουν περιορισμένη ικανότητα προσαρμογής στις μεταβολές του ενδαγγειακού όγκου.

Η φαρμακευτική αγωγή αποτελεί έναν επιπλέον παράγοντα που μπορεί να επηρεάσει την απάντηση του οργανισμού στην αφυδάτωση. Τα διουρητικά αυξάνουν την αποβολή υγρών μέσω των νεφρών, ενώ οι αναστολείς του μετατρεπτικού ενζύμου της αγγειοτενσίνης (ACE inhibitors), οι ανταγωνιστές των υποδοχέων της αγγειοτενσίνης ΙΙ (ARBs) και οι ανταγωνιστές αλδοστερόνης μπορούν να περιορίσουν την ικανότητα διατήρησης της νεφρικής αιμάτωσης σε συνθήκες υποογκαιμίας. Επιπλέον, τα μη στεροειδή αντιφλεγμονώδη (ΜΣΑΦ) μπορούν να επιδεινώσουν τη νεφρική δυσλειτουργία σε αφυδατωμένους ασθενείς.

Υπονατριαιμία κατά τον καύσωνα: όταν η υπερβολική κατανάλωση νερού γίνεται επικίνδυνη

Ενώ η αφυδάτωση αποτελεί τη συχνότερη επιπλοκή των υψηλών θερμοκρασιών, η υπερβολική κατανάλωση νερού μπορεί να οδηγήσει σε μια εξίσου σοβαρή διαταραχή: την υπονατριαιμία. Ως υπονατριαιμία ορίζεται η συγκέντρωση νατρίου ορού κάτω από 135 mmol/L και προκαλείται όταν η ποσότητα του νερού στον οργανισμό υπερβαίνει την ικανότητα αποβολής του από τους νεφρούς, με αποτέλεσμα την αραίωση του νατρίου στο πλάσμα. Κατά τον καύσωνα, η αυξημένη έκκριση αντιδιουρητικής ορμόνης (ADH), λόγω θερμικού στρες, υποογκαιμίας, έντονης άσκησης ή άλλων ερεθισμάτων, μπορεί να περιορίσει την αποβολή ελεύθερου νερού και να αυξήσει τον κίνδυνο εμφάνισής της.

Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι ασθενείς που λαμβάνουν θειαζιδικά διουρητικά, όπως υδροχλωροθειαζίδη ή ινδαπαμίδη, φάρμακα που χρησιμοποιούνται ευρέως για τη θεραπεία της αρτηριακής υπέρτασης και της καρδιακής ανεπάρκειας. Τα φάρμακα αυτά αναστέλλουν τον συμμεταφορέα νατρίου-χλωρίου στο άπω εσπειραμένο σωληνάριο, μειώνοντας την επαναρρόφηση νατρίου. Παράλληλα, περιορίζουν την ικανότητα αραίωσης των ούρων, καθιστώντας δυσκολότερη την αποβολή ελεύθερου ύδατος. Ο συνδυασμός αυτών των μηχανισμών με αυξημένη πρόσληψη υγρών και αυξημένη δράση της ADH κατά τον καύσωνα μπορεί να οδηγήσει σε σημαντική πτώση του νατρίου ορού.

Η θειαζιδική υπονατριαιμία εμφανίζεται συχνότερα σε ηλικιωμένους ασθενείς, άτομα με χρόνια νεφρική νόσο ή καρδιακή ανεπάρκεια. Επιπλέον, αυξημένος κίνδυνος υπάρχει σε ασθενείς που λαμβάνουν φάρμακα που ενισχύουν τη δράση της ADH, όπως οι εκλεκτικοί αναστολείς επαναπρόσληψης σεροτονίνης (SSRIs) και ορισμένα αντιεπιληπτικά.

Κλινικά, η υπονατριαιμία μπορεί αρχικά να εκδηλωθεί με μη ειδικά συμπτώματα, όπως κόπωση, ναυτία, κεφαλαλγία, μυϊκές κράμπες και αστάθεια στη βάδιση. Σε σοβαρές ή ταχέως εξελισσόμενες περιπτώσεις μπορεί να προκαλέσει σύγχυση, επιληπτικές κρίσεις, διαταραχή του επιπέδου συνείδησης και κώμα λόγω εγκεφαλικού οιδήματος.

Συμπεράσματα

Η σωστή ενυδάτωση κατά τη διάρκεια του καύσωνα απαιτεί ισορροπία μεταξύ της επαρκούς αναπλήρωσης υγρών και της αποφυγής υπερβολικής πρόσληψης νερού, καθώς τόσο η αφυδάτωση όσο και η υπονατριαιμία μπορούν να οδηγήσουν σε σοβαρές επιπλοκές, ιδιαίτερα σε ευάλωτους ασθενείς.

Η πρόληψη απαιτεί εξατομικευμένη προσέγγιση, λαμβάνοντας υπόψη την ηλικία, τα υποκείμενα νοσήματα, τη νεφρική λειτουργία, τη φαρμακευτική αγωγή και τις πραγματικές απώλειες υγρών. Η σωστή ενημέρωση των ασθενών σχετικά με τους κινδύνους τόσο της ανεπαρκούς όσο και της υπερβολικής πρόσληψης νερού είναι ιδιαίτερα σημαντική κατά τους θερινούς μήνες και μπορεί να συμβάλει ουσιαστικά στη μείωση των νοσηλειών και των σοβαρών επιπλοκών. Οποιαδήποτε τροποποίηση της φαρμακευτικής αγωγής σε περιόδους καύσωνα πρέπει να πραγματοποιείται πάντοτε σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό, μετά από εξατομικευμένη αξιολόγηση της κλινικής κατάστασης του ασθενούς.

Συμπερασματικά, η γενική οδηγία λήψης πολλών υγρών κατά τους θερινούς μήνες δεν είναι πάντοτε απόλυτα ορθή.

Γράφει η Δρ. Μαρία Κυπριανού

5547344050458102 image

 Εσωτερικός Ιατρός Παθολογικής Κλινικής  Απολλώνειου Ιδιωτικού Νοσοκομείου

ΠΗΓΗ: Λήψη νερού σε περιόδους καύσωνα: ένα νόμισμα με δύο όψεις