powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Η συγκλονιστική μαρτυρία στρατιώτη από την εισβολή του 1974-«Ο πόλεμος ήταν από την αρχή προδομένος»

Μια συγκλονιστική μαρτυρία για τις δραματικές στιγμές που έζησε κατά την τουρκική εισβολή του 1974, καταθέτει ο εκτελών χρέη προέδρου της Παγκύπριας Οργάνωσης Αναπήρων Πολέμου Επαρχίας Πάφου και αντιπρόεδρος της Οργάνωσης, Σταύρος Μαυρέσης.

Για περισσότερα από 35 χρόνια απέφευγε να μιλήσει για όσα βίωσε στο πεδίο της μάχης. Όταν όμως διαπίστωσε ότι οι μνήμες άρχισαν να ξεθωριάζουν, αποφάσισε να τις καταγράψει, ώστε να διασωθεί η προσωπική του μαρτυρία για τα τραγικά γεγονότα του καλοκαιριού του 1974.

Ο Σταύρος Μαυρέσης κατάγεται από τη Χλώρακα της επαρχίας Πάφου και κατατάχθηκε στην Εθνική Φρουρά στις 23 Ιουλίου 1973. Μετά την εκπαίδευσή του υπηρέτησε στον 120 Λόχο Βαρέων Όπλων ως σκοπευτής των ΠΑΟ 106, αρχικά στην Αθαλάσσα και αργότερα στο στρατόπεδο Παντελή Κατελάρη στη Λακατάμια. Όπως θυμάται, τις εβδομάδες που προηγήθηκαν της εισβολής οι πληροφορίες για επικείμενη τουρκική επίθεση ήταν συνεχείς και οι στρατιώτες βρίσκονταν σε διαρκή επιφυλακή, κοιμώμενοι δίπλα στα όπλα τους, πλήρως εξοπλισμένοι, ώστε να είναι έτοιμοι να κινηθούν ανά πάσα στιγμή.

Τα ξημερώματα της 20ής Ιουλίου 1974, γύρω στις 3 τα ξημερώματα, ήχησε συναγερμός στο στρατόπεδο. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά οι άνδρες του λόχου επιβιβάστηκαν στα οχήματα και έλαβαν διαταγή να κινηθούν προς το ΓΣΠ, όπου είχαν συγκεντρωθεί δεκάδες στρατιωτικά οχήματα, πυροβόλα, όλμοι και προσωπικό. Ο ίδιος επέβαινε σε ένα ΠΑΟ 106 μαζί με τον οδηγό Θεοφάνους Φανή, τον στοιχειάρχη Αδάμο Αγγελή και τον γεμιστή Νίκο από τη Γεράσα.

Καθώς άρχισε να χαράζει, οι στρατιώτες παρατήρησαν στον ουρανό τουρκικά αναγνωριστικά αεροσκάφη. Λίγη ώρα αργότερα, περνώντας έξω από το στρατόπεδο της ΕΛΔΥΚ, η απόλυτη ησυχία διακόπηκε από μια ισχυρή έκρηξη και συνεχείς πολυβολισμούς. Ο Σταύρος Μαυρέσης θυμάται να βλέπει δύο υπερηχητικά αεροσκάφη να απομακρύνονται με τεράστια ταχύτητα, ενώ στο στρατόπεδο επικρατούσε πανδαιμόνιο.

Στην αρχή, όπως αναφέρει στο ΚΥΠΕ, οι βομβαρδισμοί πραγματοποιούνταν από μεγάλο ύψος και οι βόμβες έπεφταν μακριά από τη φάλαγγα. Όταν όμως οι Τούρκοι αντιλήφθηκαν ότι δεν υπήρχε ουσιαστική αντιαεροπορική προστασία, άρχισαν να χτυπούν αδιάκοπα τα στρατιωτικά οχήματα. «Ολόκληρη η φάλαγγα διέθετε μόλις ένα πολυβόλο των 30 χιλιοστών», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η φάλαγγα έφθασε στον Κοντεμένο, όπου δόθηκε διαταγή στους στρατιώτες να εγκαταλείψουν τα οχήματα και να καλυφθούν. Ο ίδιος βρήκε καταφύγιο πίσω από τον εξωτερικό τοίχο ενός σπιτιού μαζί με έναν άγνωστο λοχία. Εκεί έζησε μια από τις πιο συγκλονιστικές στιγμές της ζωής του.

«Σήκωσα το κεφάλι και είδα ένα τουρκικό αεροπλάνο να κάνει βύθιση τόσο χαμηλά, που μπορούσα να διακρίνω ακόμη και τον πιλότο», θυμάται. Ο λοχίας τον τράβηξε αμέσως στο έδαφος και λίγα δευτερόλεπτα αργότερα σημειώθηκε ισχυρή έκρηξη. Το ωστικό κύμα εκτόξευσε το κράνος και το όπλο του, ενώ πέτρες, χώματα και σύννεφα σκόνης σκέπασαν τα πάντα.

Μέσα στη σύγχυση οι δύο στρατιώτες προσπάθησαν να διαφύγουν προς το εσωτερικό του χωριού, χωρίς να αντιληφθούν ότι το σπίτι ήταν περιφραγμένο με συρματοπλέγματα. Τραυματίστηκαν στα χέρια, έσκισαν τα ρούχα τους και συνέχισαν να τρέχουν μέσα από ένα χωράφι. Εκεί δέχθηκαν νέα αεροπορική επίθεση. Έπεσαν αμέσως στο έδαφος, ενώ οι σφαίρες περνούσαν σε απόσταση λίγων μέτρων. «Εκείνες τις στιγμές όλα εξαρτιόνταν από την τύχη. Αν το αεροπλάνο περνούσε ακριβώς από πάνω μας, δεν θα ζούσαμε», αναφέρει.

Λίγο αργότερα πλησίασε έναν στρατιώτη που βρισκόταν πεσμένος στο έδαφος, ύστερα από έκκληση κατοίκων της περιοχής. Έρποντας διαπίστωσε ότι ο στρατιώτης ήταν ήδη νεκρός, έχοντας δεχθεί δύο σφαίρες στον λαιμό.

Όταν οι επιδρομές σταμάτησαν προσωρινά και επέστρεψαν στη φάλαγγα, αντίκρισαν εικόνες απόλυτης καταστροφής. Νεκροί και τραυματίες βρίσκονταν παντού, ενώ οι κραυγές αγωνίας κυριαρχούσαν στην περιοχή. Ανάμεσα στις εικόνες που δεν ξέχασε ποτέ ήταν μια γυναίκα που ούρλιαζε, καθώς η ηλικιωμένη μητέρα της είχε εγκλωβιστεί μέσα στο φλεγόμενο αυτοκίνητό τους και κάηκε ζωντανή.

Μετά τον πολύνεκρο βομβαρδισμό, ο Σταύρος Μαυρέσης βρέθηκε δίπλα στον ανθυπολοχαγό Γιώργο Κάλβαρη, ο οποίος επικοινωνούσε μέσω ασυρμάτου με τον δεκανέα Αντρέα Κυριάκου Σιακαλλή. Την ώρα της επικοινωνίας νέα αεροπορική επιδρομή έπληξε την περιοχή. Όταν έφθασαν στο σημείο όπου βρισκόταν ο Σιακαλλής, βρήκαν μόνο έναν τεράστιο κρατήρα από την έκρηξη. Το περιστατικό αυτό, όπως αναφέρει, το κατέθεσε αργότερα και στην Επιτροπή Αγνοουμένων.

Έπειτα από καταμέτρηση του λόχου, όπου διαπιστώθηκε ένας νεκρός και δύο τραυματίες, δόθηκε διαταγή να συνεχίσουν προς την Κερύνεια. Μέχρι σήμερα διερωτάται ποιος αποφάσισε να κινηθεί μια φάλαγγα περίπου 60 στρατιωτικών οχημάτων χωρίς αεροπορική ή αντιαεροπορική κάλυψη, σημειώνοντας πάντως ότι οι σχετικές εκτιμήσεις αποτελούν προσωπικές του απόψεις.

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας η μονάδα έφθασε έξω από την Κερύνεια και οι άνδρες κρύφτηκαν σε πορτοκαλεώνα. Από εκεί παρακολουθούσαν τα τουρκικά πολεμικά πλοία να βομβαρδίζουν ασταμάτητα την ξηρά, ενώ η αεροπορία σφυροκοπούσε την περιοχή του Πέντε Μιλίου. «Πίστεψα πως δεν υπήρχε καμία διέξοδος», θυμάται.

Τα ξημερώματα της 21ης Ιουλίου έλαβαν διαταγή να κινηθούν προς την Κερύνεια, καθώς τους ενημέρωσαν ότι οι τουρκικές δυνάμεις δεν είχαν ακόμη αποβιβαστεί. Ωστόσο, η πληροφορία αποδείχθηκε λανθασμένη. Η φάλαγγα δέχθηκε αμέσως σφοδρά πυρά από οργανωμένες τουρκικές θέσεις.

Ο ίδιος πρόλαβε να ανταποδώσει τα πυρά με το ΠΑΟ, όμως λίγο αργότερα τραυματίστηκε σοβαρά στο πόδι από σφαίρα τύπου «ντουμ-ντουμ», η οποία του προκάλεσε εκτεταμένα τραύματα. Μεταφέρθηκε στην άκρη του δρόμου, όπου περίμενε αιμορραγώντας μέχρι να συγκεντρωθούν και άλλοι τραυματίες, ώστε να απομακρυνθούν όλοι μαζί με στρατιωτικό όχημα. Όπως σημειώνει, μέσα στην ατυχία του στάθηκε τυχερός, αφού αρκετοί τραυματίες που παρέμειναν στο σημείο σκοτώθηκαν αργότερα.

Αρχικά μεταφέρθηκε στη Μόρφου, όπου του παρασχέθηκαν οι πρώτες βοήθειες. Τέσσερις ημέρες αργότερα διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για χειρουργική επέμβαση. Οι γιατροί τον προειδοποίησαν ότι υπήρχε σοβαρό ενδεχόμενο ακρωτηριασμού, όμως ο ίδιος τους παρακάλεσε να κάνουν ό,τι ήταν δυνατό για να σώσουν το πόδι του.

Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του βίωσε και τη δεύτερη φάση της τουρκικής εισβολής, ενώ αργότερα μεταφέρθηκε στον Αμίαντο και στο Σανατόριο Κυπερούντας. Τελικά, χάρη στην επέμβαση του τραυματιολόγου Κυριάκου Παπαγεωργίου, ο οποίος χρησιμοποίησε οστικό μόσχευμα από το πλευρό του, το πόδι του διασώθηκε και αποφεύχθηκε ο ακρωτηριασμός.

Πενήντα και πλέον χρόνια μετά, ο Σταύρος Μαυρέσης δηλώνει ευγνώμων που επέζησε, χωρίς όμως να ξεχνά όσους συμπολεμιστές του χάθηκαν. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η αναφορά του στον δεκανέα Αντρέα Κυριάκου Σιακαλλή, τα οστά του οποίου εντοπίστηκαν και ταυτοποιήθηκαν το 2018. Ο ίδιος παρέστη στην κηδεία του, τον Ιανουάριο του 2019, καταθέτοντας στεφάνι εκ μέρους των συμπολεμιστών του, αποτίνοντας φόρο τιμής σε έναν άνθρωπο με τον οποίο μοιράστηκε τις πιο δραματικές στιγμές της ζωής του.

Κλείνοντας τη μαρτυρία του, εκφράζει την πεποίθηση ότι ο πόλεμος ήταν «από την αρχή προδομένος», τονίζοντας πως η καταγραφή των αναμνήσεών του αποτελεί έναν ελάχιστο φόρο τιμής σε όσους δεν επέστρεψαν ποτέ από το μέτωπο και μια υπενθύμιση προς τις νεότερες γενιές για το βαρύ τίμημα του πολέμου.

Πηγή: ΚΥΠΕ