powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Χαστούκι Ανωτάτου σε Αστυνομία-Έκρινε παράνομο και ακύρωσε το ένταλμα έρευνας στις θυρίδες της Τζιαπούρα

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα και επικύρωσε την απόφαση με την οποία είχε ακυρωθεί το ένταλμα έρευνας για δύο τραπεζικές θυρίδες της Νάταλυ Τζιαπούρα, κρίνοντας ότι δεν είχε τεθεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου επαρκής μαρτυρία που να δικαιολογεί την έκδοσή του.

Η απόφαση, ημερομηνίας 17 Ιουλίου 2026, αφορά την υπόθεση που συνδέεται με την έρευνα της Αστυνομίας για φερόμενη οργανωμένη εγκληματική δραστηριότητα, με επίκεντρο τον Γιώργο Χριστοδούλου Ζαβράντωνα. Το ένταλμα έρευνας είχε εκδοθεί την 1η Ιουλίου 2025 για δύο τραπεζικές θυρίδες που διατηρούσε η Νάταλυ Τζιαπούρα σε υποκατάστημα της Τράπεζας Κύπρου στη Λευκωσία.

Σύμφωνα με την απόφαση, για την έκδοση του εντάλματος η Αστυνομία είχε επικαλεστεί, μεταξύ άλλων, πληροφορίες για διαχείριση και φύλαξη μεγάλων χρηματικών ποσών, καθώς και στοιχεία που αφορούσαν επιχειρήσεις της εφεσίβλητης.

Συγκεκριμένα, αναφερόταν σε πληροφορία που λήφθηκε από πρόσωπο του οποίου η αξιοπιστία είχε αξιολογηθεί θετικά, σύμφωνα με την οποία σε χρυσοχοείο και ινστιτούτο αισθητικής ιδιοκτησίας της είχαν εγκατασταθεί συστήματα για τις οικονομικές καταστάσεις των επιχειρήσεων και ότι, ειδικά το ινστιτούτο αισθητικής, παρουσίαζε «υπερκέρδη που δεν δικαιολογούνταν».

Ωστόσο, το Ανώτατο έκρινε ότι η ένορκη δήλωση που υποστήριζε το αίτημα της Αστυνομίας δεν παρείχε τα αναγκαία πραγματικά στοιχεία, αλλά στηριζόταν σε γενικές πληροφορίες και συμπεράσματα, χωρίς να επιτρέπει στο Δικαστήριο να σχηματίσει δική του κρίση για την ύπαρξη εύλογης υποψίας.

Το Ανώτατο συμφώνησε επίσης με την πρωτόδικη κρίση ότι το περιεχόμενο του εντάλματος υπερέβαινε τη μαρτυρία που είχε τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, ενώ η πληροφορία που διέθετε η Αστυνομία «ομιλούσε για λήψη από την αιτήτρια μόνο μετρητών χρημάτων, προϊόν εγκληματικής δραστηριότητας, εντούτοις το εκδοθέν ένταλμα έρευνας, εξουσιοδότησε, ανεπίτρεπτα, και την κατάσχεση κοσμημάτων και άλλων πολύτιμων αντικειμένων».

Αναφερόμενο στο περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης, το Ανώτατο σημείωσε ότι «αναφερόταν σε πληροφορία, χωρίς αυτή να συγκεκριμενοποιείται σε κάτι απτό, ούτε γινόταν οποιαδήποτε αναφορά στο ίδιο το περιεχόμενο της πληροφορίας».

Παράλληλα, διευκρίνισε ότι δεν απαιτείται να αποκαλύπτεται η ταυτότητα πληροφοριοδότη, ωστόσο «θα πρέπει να υπάρχει κάποιου είδους τεκμηρίωση από πού και με ποιο τρόπο η πληροφορία οδήγησε στα καταληκτικά αποτελέσματα». Όπως προσθέτει, «έστω, όμως, και σε χαμηλό επίπεδο πρέπει να δοθούν στοιχεία και όχι απλά συμπεράσματα ή καταλήξεις».

Το Ανώτατο συμπλήρωσε ακόμη ότι η «εύλογη υπόνοια είναι του ιδίου του δικαστή που εκδίδει το ένταλμα, ο οποίος οφείλει να εξαγάγει το δικό του συμπέρασμα, με βάση τα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στον όρκο».

Απορρίπτοντας τον ισχυρισμό του Γενικού Εισαγγελέα ότι προηγούμενες έρευνες σε άλλα υποστατικά είχαν επιβεβαιώσει την αρχική πληροφορία, το Ανώτατο σημείωσε ότι στην ένορκη δήλωση «δεν γίνεται αναφορά πως τα άλλα δικαστικά εντάλματα έρευνας εξεδόθηκαν στη βάση της ίδιας πληροφορίας, ενώ δεν αποκαλύπτεται ούτε η μαρτυρία που χρησιμοποιήθηκε για την έκδοση των άλλων ενταλμάτων έρευνας».

Παράλληλα, έκρινε ότι δεν προέκυπτε επαρκής διασύνδεση μεταξύ της εφεσίβλητης και των τραπεζικών θυρίδων ώστε να δικαιολογείται η έρευνά τους. Όπως αναφέρεται στην απόφαση, «στην παρούσα περίπτωση, ελλείπει το αναγκαίο μαρτυρικό υπόβαθρο για να κριθεί, αντικειμενικά, ότι υπήρχε με αναγκαία επάρκεια η εμπλοκή της Εφεσίβλητης με τα υπό διερεύνηση αδικήματα και, μέσω αυτής, με τον χώρο που ζητείτο να ερευνηθεί».

Το Ανώτατο κατέληξε ότι «η έκδοση και μόνο εντάλματος σύλληψης και έρευνας σε προγενέστερο στάδιο, χωρίς να τεθεί ενώπιον του κατώτερου Δικαστηρίου η ανάλογη προς τούτο υποστηρικτική μαρτυρία, δεν δικαιολογεί άνευ ετέρου και τη διεξαγωγή έρευνας στις τραπεζικές θυρίδες που εντοπίστηκαν σε μεταγενέστερο στάδιο».

Ως εκ τούτου, απέρριψε την έφεση του Γενικού Εισαγγελέα, επικυρώνοντας την ακύρωση του εντάλματος έρευνας και επιδικάζοντας έξοδα ύψους €3.000 πλέον ΦΠΑ, σε βάρος του Εφεσείοντα.

Πηγή: ΚΥΠΕ