powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Ζήτησε επανεγκατάσταση κατοίκων στην νεκρή ζώνη ο δρ. Κωνσταντίνου για διατήρηση της οικολογίας-«Ανορθολογική η τοποθέτηση συρματοπλέγματος»

Η «νεκρή ζώνη» της Κύπρου προϊόν της βάρβαρης τουρκικής εισβολής και του διαχωρισμού που επέβαλε, μόνο νεκρή δεν είναι. Πίσω από τα συρματοπλέγματα και τη γραμμή του διαχωρισμού, η φύση έχει "εκμεταλλευτεί" την απουσία του ανθρώπου για να ανακτήσει τον χώρο, δημιουργώντας ένα απρόσμενο καταφύγιο βιοποικιλότητας. Μια περιοχή που συμβολίζει εδώ και δεκαετίες τη διαίρεση του νησιού εξελίχθηκε σε έναν από τους σημαντικότερους οικολογικούς θύλακες της Κύπρου.

«Ειρωνικά και ως ακούσια συνέπεια της δημιουργίας της νεκρής ζώνης, υπάρχει οικολογική ωφέλεια και αναζωογόνηση της φύσης σε περιοχές από τις οποίες εκτοπίσθηκαν βίαια οι άνθρωποι», ανέφερε στο ΚΥΠΕ ο Καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, Κώστας Κωνσταντίνου.

Ο Καθηγητής υπογράμμισε, μεταξύ άλλων, ότι το οικολογικό πρόσημο που έχει αποκτήσει η νεκρή ζώνη, μπορεί να διατηρηθεί και να αναβαθμιστεί μέσα από μια προσεγμένη και εξισορροπημένη επανεγκατάσταση των ανθρώπων που εκδιώχθηκαν βίαια από τα σπίτια τους, μέσα σε αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα.

Η «ζωντανή» νεκρή ζώνη

Ο δρ. Κωνσταντίνου ανέφερε στο ΚΥΠΕ ότι η λεγόμενη νεκρή ζώνη που βρίσκεται υπό την εποπτεία των Ηνωμένων Εθνών, είναι χώρος στον οποίο ζουν και δραστηριοποιούνται άνθρωποι. «Πέρα από την ειρηνευτική δύναμη των Ηνωμένων Εθνών, υπάρχουν ολόκληρα χωριά εντός της νεκρής ζώνης, γεωργικές καλλιέργειες, κτηνοτροφικές μονάδες, φωτοβολταϊκά πάρκα, κλπ», ανέφερε, προσθέτοντας ότι έχουν επίσης εγκατασταθεί μη-κυβερνητικοί οργανισμοί και δημιουργηθεί χώροι συνεύρεσης Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων, όπου συναντώνται δικοινοτικές τεχνικές επιτροπές και ευρύτερα η κοινωνία των πολιτών.

Η κοινωνικοοικολογική δραστηριότητα που έχει αναπτυχθεί στη νεκρή ζώνη αποτέλεσε αντικείμενο δημοσίευσης του δρ. Κωνσταντίνου, σε συνεργασία με τη δρ. Εύη Ευτυχίου, σήμερα λέκτορα στο Πανεπιστήμιο Λευκωσίας, το 2014. Σύμφωνα με αυτή, «η απουσία ανθρώπινης δραστηριότητας δημιούργησε τις συνθήκες προκειμένου η φύση να επαναδιεκδικήσει τον χώρο και να πολλαπλασιαστούν είδη προς εξαφάνιση».

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται η δημοσίευση, έρευνες βιοποικιλότητας εντός της νεκρής ζώνης έδειξαν αύξηση σε είδη πανίδας, όπως ο λαγός, το ενδημικό ποντίκι, πουλιά (κουρούνα, καλημάνα, γαλιάντρα), σαύρες, σκαντζόχοιροι, χελώνες, αγρινά.

Ο δρ. Κωνσταντίνου ανέφερε στο ΚΥΠΕ, ότι ένα παράδειγμα αναζωογόνησης της φύσης, «εντυπωσιακό και συνάμα τραγικό» όπως είπε, αποτελεί το χωριό Βαρίσεια και η περιοχή γύρω από αυτό, «που είναι ο πλέον βασικός φυσικός οικότοπος για το απειλούμενο αγρινό». Λόγω της περιορισμένης ανθρώπινης πρόσβασης, τα αγρινά προσφεύγουν και ευημερούν ιδιαίτερα στη νεκρή ζώνη, με πάνω από 300 αγρινά να έχουν καταγραφεί στο συγκεκριμένο χωριό, σύμφωνα με τη δημοσίευση.

Ένα άλλο παράδειγμα στο αστικό τοπίο, σύμφωνα με τον Καθηγητή, είναι οι χελώνες του ποταμού Κλήμου στη νεκρή ζώνη στον Άγιο Δομέτιο. «Σε αντίθεση με την περιοχή της Έγκωμης και του Αγίου Δομετίου όπου ο Κλήμος έχει πλήρως τσιμεντοποιηθεί για να δημιουργηθεί γραμμικός χώρος περιπάτου για τους ανθρώπους, στη νεκρή ζώνη οι καλαμιώνες και οι υδροβιότοποι έχουν παραμείνει και προστατεύονται ως σημαντικό οικοσύστημα», υπογραμμίζει.

Από την άλλη, στην έρευνα γίνεται επίσης αναφορά και σε οικολογικούς κινδύνους που προκύπτουν από την εγκατάλειψη της περιοχής. Συγκεκριμένα, γίνεται αναφορά σε αγέλες άγριων σκύλων, που έγιναν οι μεγαλύτεροι θηρευτές, δημιουργώντας νέα οικοσυστήματα εντός της νεκρής ζώνης, με νέες τροφικές αλυσίδες, που συχνά προκαλούν προβλήματα, όπως επιθέσεις σε ανθρώπους και πρόβατα, ενώ εγκυμονούν και κινδύνους μετάδοσης ασθενειών, όπως ο εχινόκοκκος.

Όσον αφορά τη χλωρίδα, η δημοσίευση αναφέρεται σε ενδημικά φυτά που βρήκαν επίσης χώρο για άνθιση, με ιδιαίτερη αναφορά σε μανδραγόρες, τουλίπες και ορχιδέες.

«Ειρωνικά και ως ακούσια συνέπεια της δημιουργίας της νεκρής ζώνης, υπάρχει οικολογική ωφέλεια και αναζωογόνηση της φύσης σε περιοχές από τις  οποίες εκτοπίσθηκαν βίαια οι άνθρωποι. Το ίδιο και στις περιοχές της Λευκωσίας όπου έχει εκ των πραγμάτων σταματήσει η αστική εξάπλωση», ανέφερε ο δρ. Κωσταντίνου στο ΚΥΠΕ.

Πέρα από αυτό, η δημοσίευση κάνει, επίσης, αναφορά, στην ανθρώπινη αγροτική δραστηριότητα εντός της νεκρής ζώνης, μετά από άδεια των Ηνωμένων Εθνών. Συγκεκριμένα, σημειώνονται πρακτικές συνδιαχείρισης και συνεργασίας μεταξύ των δύο κοινοτήτων, με αποτέλεσμα να ανθεί η μικτή γεωργία και βόσκηση, την ώρα που σε άλλες περιοχές αυτή η δραστηριότητα φθίνει λόγω του υπερτουρισμού.

Επιπλέον, εντός της νεκρής ζώνης υπάρχει η δυνατότητα ανάπτυξης οργανικής γεωργίας, μακριά από λιπάσματα και ψεκάσματα.

Ο δρ. Κωνσταντίνου ανέφερε ότι υπάρχουν οικονομικές συνεργασίες σε σχέση με κοινές καλλιέργειες και χώρους βόσκησης αλλά και άτυπη οικονομία και λαθρεμπόριο μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων εντός της νεκρής ζώνης.

Ιδιαίτερα τέτοιες συνεργασίες υπάρχουν στις περιοχές όπου οι Ε/Κ και οι Τ/Κ παραδοσιακά συνεργάζονταν, όπως η Ποταμιά, το Δάλι, τα Λύμπια, η Λουρουτζίνα και η Πύλα, σημειώνει.

«Από μια οπτική, αυτή η συνεργασία αναδεικνύει τις βαθιές διαχρονικές σχέσεις των δύο κοινοτήτων σε τοπικό επίπεδο και πως οι απλοί άνθρωποι, εν μέσω του βίαιου διαχωρισμού "και των συγκρουόμενων εθνικισμών", βρίσκουν πράγματα που τους ενώνουν, κοινά συμφέροντα, και γενικά δημιουργούν σχέσεις συνύπαρξης», ανέφερε ο Καθηγητής.

Πρόσθεσε, ωστόσο, ότι είναι σημαντικό να μην εξιδανικεύουμε αυτή την κατάσταση, διότι υπάρχουν και σοβαρά προβλήματα, όπως η μη-ελεγχόμενη διακίνηση ζώων που μεταφέρουν αρρώστιες, εμπορία ναρκωτικών, όπλων, κλπ. Αυτά, σημειώνει, «θα μπορούσαν σε κάποιο βαθμό να αντιμετωπισθούν και να ενισχυθούν οι υγιείς συνεργασίες, κάτω από την επίβλεψη των δικοινοτικών τεχνικών επιτροπών και της ΟΥΝΦΙΚΥΠ». Αυτό γίνεται περιστασιακά σε κάποιο βαθμό, ανέφερε, αλλά υπό το πρίσμα «των αναπόφευκτων και διαχρονικών προβλημάτων που αντιμετωπίζουν όλες οι πρωτοβουλίες που αφορούν τα ΜΟΕ με άλυτο το Κυπριακό».

Με βάση τα παραπάνω, ο δρ. Κωνσταντίνου ανέφερε ότι «συνεπώς, ο όρος νεκρή ζώνη δεν αποδίδει ορθά και πλήρως το τι υπάρχει και συμβαίνει εντός αυτού του χώρου». Αντίθετα, προσθέτει, «δημιουργεί μια αίσθηση μυστηρίου αλλά και εγκατάλειψης και αποχαρτογράφησης, εκτός και όταν περιστασιακά δημιουργούνται προβλήματα».

Εξάλλου, σημειώνει ότι η επαναδιεκδίκηση του χώρου από τη φύση είναι φαινόμενο που συναντάται συχνά σε στρατιωτικά ουδέτερες ζώνες, όπως για παράδειγμα στη διαιρεμένη Κορέα. «Ανά το παγκόσμιο, αυτές οι ουδέτερες ζώνες αποκτούν με την πάροδο του χρόνου και εφόσον παγιωθούν, οικολογικό πρόσημο».

«Προβληματική και ανορθολογική» η τοποθέτηση συρματοπλέγματος

Ερωτηθείς αν υπάρχουν ακόμη περιοχές της νεκρής ζώνης που δεν έχουν μελετηθεί επαρκώς, είπε ότι δεν έχει μελετηθεί και κατανοηθεί επαρκώς η διαφορετικότητα που υπάρχει στη νεκρή ζώνη. «Σε κάποιες διαφιλονικούμενες περιοχές όπως στη Δένεια και στο οροπέδιο της Πύλας, η κατάσταση είναι πολύ διαφορετική από π.χ. την περιοχή του Λήδρα Πάλας ή την Αθηένου».

Επίσης, πρόσθεσε, δεν έχει αναγνωριστεί επαρκώς από την Κυπριακή Δημοκρατία ότι μετά το άνοιγμα των οδοφραγμάτων και την αποναρκοθέτηση, και την επακόλουθη προσβασιμότητα και σχετική ομαλότητα που επανήλθε, έχουν δημιουργηθεί νέα σύνθετα ζητήματα διακυβέρνησης. «Δεν είναι η νεκρή ζώνη απλά μια ουδέτερη ζώνη στρατιωτικής σημασίας αλλά υπάρχουν ανάγκες και διεκδικήσεις από τους ανθρώπους και τις κοινότητες, ένθεν και ένθεν της διαχωριστικής γραμμής», υπογραμμίζει.

Γι’ αυτό, πρόσθεσε «ήταν καθόλα προβληματική και ανορθολογική η τοποθέτηση του συρματοπλέγματος στη νεκρή ζώνη, χωρίς ουσιαστική διαβούλευση από την κυπριακή κυβέρνηση με τους τοπικούς δρώντες, κάτι που κατέκριναν τόσο τα Ηνωμένα Έθνη, όσο και οι τοπικές κοινότητες. Και τελικά, μετά από τη γενική κατακραυγή, η κυπριακή κυβέρνηση αποφάσισε να το αφαιρέσει».

Οι συνέπειες και οι προϋποθέσεις της επιστροφής

Απαντώντας στο ποιες θα ήταν οι συνέπειες στη βιοποικιλότητα της περιοχής σε περίπτωση επιστροφής της ανθρώπινης δραστηριότητας, ο Καθηγητής είπε ότι αν δεν είναι προσεκτική η επιστροφή της ανθρώπινης δραστηριότητας στους χώρους όπου έχει εμπλουτισθεί η βιοποικιλότητα, «οι συνέπειες θα είναι καθόλα αρνητικές, ακόμη και καταστροφικές».

«Η άκρατη ανθρώπινη δραστηριότητα στη νεκρή ζώνη, όπου συμβαίνει, με την πρόφαση ότι είναι χώρος ‘νεκρός’ και ‘ανεκμετάλλευτος’, έχει οικολογική επιβάρυνση την οποία ενδεχομένως να εκλογικεύουμε και ξεπερνούμε στον δημόσιο λόγο επειδή είναι λιγότερο ορατή», υπογράμμισε.

Ακόμη και εν δυνάμει οικολογικές δραστηριότητες, για παράδειγμα η δημιουργία δικοινοτικών φωτοβολταϊκών πάρκων, μπορεί να επηρεάσει βιοτόπους, γεωργική καλλιέργεια και βοσκοτόπια, εάν δεν γίνουν προσεκτικά, σημειώνει.

Ερωτηθείς για τον ρόλο της οικολογικής διπλωματίας στην περίπτωση της νεκρής ζώνης, είπε ότι σίγουρα μπορεί να αξιοποιηθεί. «Είναι σημαντικό, όμως, αυτό να γίνει με ουσιαστικές δράσεις που συνδυάζουν τη μεταβατική και την περιβαλλοντική δικαιοσύνη», ανέφερε, τονίζοντας ότι επιβάλλεται η επανεγκατάσταση των ανθρώπων που βίαια εκδιώχθηκαν από τα χωριά τους στη νεκρή ζώνη στη βάση ενός στρατηγικού οικολογικού σχεδιασμού.

«Αυτό έχει ζητήσει η κοινότητα των Βαρισειών από τα Ηνωμένα Έθνη εδώ και χρόνια, αναγνωρίζοντας το οικοσύστημα που έχει δημιουργηθεί, αλλά δυστυχώς η επανεγκατάσταση στα χωριά της νεκρής ζώνης δεν φαίνεται να είναι προτεραιότητα στα ΜΟΕ. Λάθος και άδικο κατά την άποψή μου», ανέφερε.

Για το ζήτημα της επανεγκατάστασης στα εγκαταλειμμένα χωριά της νεκρής ζώνης ο δρ. Κωνσταντίνου, σε συνεργασία με τον Ανώτερο Σύμβουλο Έρευνας στο PRIO Cyprus Centre, Mete Hatay, ετοίμασε μία σύνοψη πολιτικής, η οποία αναδεικνύει τα διαχρονικά αιτήματα των εκτοπισμένων Κυπρίων για την επιστροφή των τεσσάρων χωριών που βρίσκονται εντός της νεκρής ζώνης — Πετροφάνι, Βαρίσεια, Άγιος Νικόλαος και Άγιος Γεώργιος Σολέας — τα οποία δεν έχουν ακόμη εξεταστεί ως πιθανά ΜΟΕ ούτε από τα Ηνωμένα Έθνη ούτε από τις αρχές των δύο πλευρών.

«Αν μας διδάσκει κάτι η βιβλιογραφία των πετυχημένων οικολογικών πάρκων διεθνώς, είναι πόσο σημαντική είναι η ένταξη της τοπικής κοινωνίας στην οικολογική προστασία και όχι ο βίαιος εκτοπισμός των ανθρώπων από τη φύση ως μέσο προστασίας της», υπογραμμίζει.

«Γι’ αυτό και θεωρώ ότι το οικολογικό πρόσημο που έχει αποκτήσει η νεκρή ζώνη, μπορεί να διατηρηθεί και να αναβαθμιστεί μέσα από μια προσεγμένη και εξισορροπημένη επανεγκατάσταση των ανθρώπων, μέσα σε αυστηρά περιβαλλοντικά πρότυπα. Διαφορετικά θα χαθεί όλη αυτή η αναπάντεχη και σημαντική οικολογική αξία που δημιουργήθηκε, αν το στάτους κβο αλλάξει στο μέλλον», είπε καταληκτικά.

Πηγή: ΚΥΠΕ

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ