Τι εμποδίζει τη λειτουργία του πρώτου ιδιωτικού ηλεκτροπαραγωγού σταθμού της Κύπρου
Τη δεδομένη στιγμή, η Κύπρος βρίσκεται σε κρίσιμο σημείο. Παραμένει ενεργειακά απομονωμένη, εξαρτημένη από κοστοβόρα καύσιμα που υπόκεινται σε διεθνείς διακυμάνσεις τιμών, ενώ η γραφειοκρατία καθυστερεί το σκέλος της αποθήκευσης, με τους καταναλωτές να πληρώνουν από τα ακριβότερα ρεύματα στην Ευρώπη. Ταυτόχρονα, ο καύσωνας δοκιμάζει τις αντοχές του δικτύου και ο ΔΣΜΚ προειδοποιεί πως ενδέχεται να μην υπάρχει επάρκεια ρεύματος το επόμενο διάστημα εάν εμφανιστούν βλάβες.
Αποτελεί κοινή παραδοχή ότι η ανάγκη για μεγαλύτερη παραγωγική ισχύ και πραγματικό ανταγωνισμό στην αγορά ηλεκτρισμού θεωρείται πλέον κρίσιμη, τόσο για την ενεργειακή ασφάλεια της χώρας, όσο και για τη συγκράτηση του κόστους για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Επιστέγασμα, οι πρόσφατες δηλώσεις του Υπουργού Ενέργειας, κ. Μιχάλη Δαμιανού, κατά τη διάρκεια της συζήτησης στην Κοινοβουλευτική Επιτροπή Ενέργειας, ότι χωρίς την εισαγωγή φυσικού αερίου στην ηλεκτροπαραγωγή και χωρίς την ένταξη νέων μονάδων παραγωγής από την ΑΗΚ και τη PΕC, η χώρα ενδέχεται να αντιμετωπίσει έλλειμμα ισχύος από το 2030 και μετά.
Το εύλογο ερώτημα, σε αυτή την περίπτωση, είναι γιατί ακόμα παραμένει εκτός λειτουργίας μια επένδυση που όχι μόνο θα ενισχύσει ουσιαστικά το ηλεκτρικό σύστημα, αλλά αποτελεί και μέρος του ενεργειακού σχεδιασμού της χώρας, όπως καταδεικνύουν οι δηλώσεις του ίδιου αρμόδιου υπουργού; Διότι, το θέμα που προκύπτει δεν είναι καθόλου θεωρητικό. Είναι άμεσο και επιτακτικό. Είναι ζήτημα εθνικής σημασίας.
Με βάση στοιχεία της εταιρείας, ο σταθμός της Power Energy Cyprus (PEC) -που αυτή τη στιγμή αποτελεί τη μεγαλύτερη ιδιωτική ενεργειακή επένδυση στον τόπο, ύψους περίπου 211 εκατομμυρίων ευρώ- μπορεί να καλύψει περίπου το 30% των ενεργειακών αναγκών της Κύπρου. Σε μια αγορά που για δεκαετίες ολόκληρες λειτουργεί χωρίς πραγματικό ανταγωνισμό στην παραγωγή, αυτή είναι η πρώτη ουσιαστική εναλλακτική στην παραγωγή ηλεκτρική ενέργειας στη χώρα.
Αξίζει να σημειωθεί ότι με την έλευση του φυσικού αερίου, ο σταθμός της PEC θα μπορεί να παράγει ηλεκτρισμό με κόστος έως και 30% χαμηλότερο από τα σημερινά επίπεδα. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια χώρα όπως η δική μας, όπου το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού επηρεάζει άμεσα την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.
Ωστόσο, ένεκα της μεγάλης καθυστέρησης στην έλευση του φυσικού αερίου, η εταιρεία, θέλοντας να συνδράμει άμεσα στο ζήτημα της επάρκειας, έχει προβεί στις αναγκαίες τεχνικές τροποποιήσεις για να μπορεί να λειτουργήσει με diesel.
Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορεί να προσθέσει άμεσα παραγωγική ισχύ στο ενεργειακό σύστημα, παρά την ετοιμότητα του έργου, την προφανή αναγκαιότητα και τις προειδοποιήσεις του ΔΣΜΚ ότι ενδέχεται να μην υπάρχει επάρκεια ρεύματος εάν εμφανιστούν βλάβες στο δίκτυο.
Ο λόγος είναι επειδή υπάρχουν εκκρεμότητες στο αντλιοστάσιο και τους αγωγούς, σε αναγκαίες δηλαδή υποδομές για τη λειτουργία του σταθμού. Όπως εξηγεί η εταιρεία, οι συγκεκριμένες υποδομές κατασκευάστηκαν κατόπιν υποδείξεων του Υπουργείου Άμυνας και ως αντιστάθμισμα δημιουργήθηκαν έργα, ύψους €2 εκατομμυρίων, προς όφελος του εν λόγω υπουργείου. Παράλληλα, η εταιρεία επισημαίνει ότι προχώρησε αμέσως σε όλες τις προβλεπόμενες διαδικασίες μόλις ενημερώθηκε ότι απαιτείται πρόσθετη αδειοδότηση.
Στο σημείο στο οποίο εστιάζει η PEC, αφορά τη μη συγκατάθεση της ΑΗΚ για την αδειοδότηση του αντλιοστασίου. Ο ημικρατικός οργανισμός επικαλείται μίσθωση τεμαχίου από το 1995, το οποίο ωστόσο δεν αξιοποιείται από τον ίδιο και βρίσκεται εκτός των δικών του ορίων, όπως υπογραμμίζει η εταιρεία. «Το γεγονός ότι η ΑΗΚ, ως ο δεσπόζων παίκτης στην παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας στην Κύπρο, εγείρει ένσταση για υποδομές που είναι απαραίτητες για να λειτουργήσει ο πρώτος ιδιωτικός ανταγωνιστής της στην αγορά, θεωρούμε πως δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Γιατί αυτή η στάση καθυστερεί μια επένδυση, που με τη λειτουργία της θα ενισχύσει άμεσα την επάρκεια, θα αυξήσει τον ανταγωνισμό και θα συμβάλλει αισθητά στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού, ένα πολυπόθητο ζητούμενο για νοικοκυριά και επιχειρήσεις».
Και για να λειτουργήσει σωστά η Ανταγωνιστική Αγορά Ηλεκτρισμού και να δουν οι καταναλωτές πραγματικό όφελος, είναι απαραίτητα τρία πράγματα: περισσότεροι παίκτες, νέες επενδύσεις και ίσες ευκαιρίες πρόσβασης. Χωρίς αυτά, είναι βέβαιο ότι οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές και η χώρα θα συνεχίσει να διατρέχει τον κίνδυνο black out.
Αν και αυτή η απειλή μέχρι τώρα έχει αποφευχθεί, οι απεργιακές κινητοποιήσεις των συντεχνιών της ΑΗΚ φέρνουν ξανά στην επιφάνεια τα κενά στην ενεργειακή ασφάλεια της Κύπρου και το πόσο ευάλωτη είναι έναντι σε πιέσεις. Σύμφωνα με τη PEC, η στάση του ημικρατικού οργανισμού υποδηλώνει προσήλωση στη διατήρηση της δεσπόζουσας και μονοπωλιακής του θέσης, παρά στο κοινό όφελος.
Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα είναι γιατί η χώρα επιλέγει ακόμα να εγκλωβίζεται σε περιορισμένες πηγές ενέργειας, όταν υπάρχουν ώριμες ιδιωτικές επενδύσεις που μπορούν να ενισχύσουν άμεσα τη σταθερότητα του συστήματος; Όταν μάλιστα οι καταναλωτές πιέζονται ολοένα και περισσότερο από το υψηλό κόστος ηλεκτρισμού.
Ακριβώς γι’ αυτό και δεν πρέπει το εν λόγω ζήτημα να αντιμετωπίζεται ως μια διαφορά μεταξύ δύο οργανισμών. Αγγίζει ευρύτερα την ενεργειακή πολιτική της χώρας, τον ανταγωνισμό και το δημόσιο συμφέρον. Η PEC, από πλευράς της, ξεκαθαρίζει ότι δεν επιδιώκει προνομιακή μεταχείριση. Αυτό που ζητά είναι την ολοκλήρωση των προβλεπόμενων διαδικασιών, ώστε να τεθεί σε λειτουργία μια επένδυση που βρίσκεται σε προχωρημένο στάδιο υλοποίησης. «Οι παρατεταμένες καθυστερήσεις σε έργα στρατηγικής σημασίας δημιουργούν αβεβαιότητα και εκπέμπουν αρνητικά μηνύματα προς την επενδυτική κοινότητα, σε μια περίοδο που η ίδια η χώρα δηλώνει ότι επιδιώκει την ενίσχυση του ανταγωνισμού, την ενεργειακή ασφάλεια και τη μείωση του κόστους ηλεκτρικής ενέργειας», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Το προσεχές διάστημα, αναμφίβολα, είναι κρίσιμο για τον ενεργειακό τομέα. Οι αποφάσεις που θα παρθούν θα καθορίσουν όχι μόνο την τύχη της συγκεκριμένης επένδυσης, αλλά και τη στρατηγική κατεύθυνση της χώρας. Το μεγάλο στοίχημα είναι κατά πόσο θα δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις για φθηνότερο ρεύμα, σε μια εποχή όπου η ενεργειακή φτώχεια εξαπλώνεται ραγδαία και πλήττει χιλιάδες νοικοκυριά στον τόπο μας.











