Για τον Τσάρλι Ρόουλι, η αναζήτηση αντικειμένων σε κάδους δωρεών ήταν μια καθημερινή συνήθεια. Συχνά έβρισκε ηλεκτρικές συσκευές, εργαλεία ή άλλα αντικείμενα που μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν ξανά. Εκείνο το απόγευμα του Ιουνίου του 2018, στην πόλη Έιμσμπερι της νότιας Αγγλίας, πίστεψε πως είχε κάνει τη μεγαλύτερη ανακάλυψη.
Μέσα σε έναν κάδο εντόπισε ένα μικρό χάρτινο κουτί τυλιγμένο με πλαστικό. Στο εσωτερικό του υπήρχε ένα μπουκάλι με την επωνυμία της γνωστής γαλλικής φίρμας Nina Ricci. Θεώρησε ότι κάποιος είχε πετάξει κατά λάθος ένα ακριβό γυναικείο άρωμα και αποφάσισε να το κρατήσει για να το χαρίσει στη σύντροφό του, την 44χρονη Ντον Στέρτζες.
Ο ίδιος αποκάλυψε αργότερα ότι εκείνη την περίοδο έψαχνε ακόμη και κάποιο δαχτυλίδι, καθώς σχεδίαζε να της κάνει πρόταση γάμου. Η Ντον του είχε εκφράσει αρκετές φορές την επιθυμία της να αποκτήσει ένα ζαφειρένιο μονόπετρο και εκείνος ήλπιζε πως κάποια μέρα θα έβρισκε κάτι που θα μπορούσε να της προσφέρει.
Αυτό που αγνοούσε ήταν ότι το μπουκάλι δεν περιείχε άρωμα αλλά μία από τις πιο επικίνδυνες χημικές ουσίες που έχουν δημιουργηθεί ποτέ.
Η παράξενη συσκευασία που δεν του κίνησε υποψίες
Δύο ημέρες αργότερα, στις 30 Ιουνίου 2018, ο Ρόουλι χάρισε το «δώρο» στη σύντροφό του. Η Στέρτζες αναγνώρισε αμέσως το όνομα της εταιρείας και χάρηκε ιδιαίτερα, θεωρώντας ότι επρόκειτο για ένα πολυτελές άρωμα.
Ο Ρόουλι παρατήρησε ότι κάτι δεν έμοιαζε φυσιολογικό. Ο μηχανισμός ψεκασμού βρισκόταν χωριστά από το μπουκάλι και χρειάστηκε να αφαιρέσει το καπάκι και να τον τοποθετήσει ο ίδιος. Ακόμη κι έτσι, δεν υποψιάστηκε ότι επρόκειτο για παγίδα θανάτου.
Η Ντον ψέκασε το περιεχόμενο, το μύρισε και άπλωσε μικρή ποσότητα στον καρπό της. Το υγρό όμως είχε λιπαρή υφή και, παραδόξως, δεν είχε καμία μυρωδιά.
«Σκέφτηκα ότι ήταν πολύ περίεργο. Ένα άρωμα χωρίς άρωμα», θυμάται σήμερα. Μέσα σε λίγα λεπτά κατέρρευσε.
Λίγα μόλις λεπτά μετά τη χρήση του μπουκαλιού, η Στέρτζες άρχισε να παραπονιέται ότι αισθανόταν περίεργα. Είπε ότι είχε έντονο πονοκέφαλο και δυσφορία και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Ξαφνικά ακούστηκε ένας δυνατός θόρυβος. Ο Ρόουλι έτρεξε και τη βρήκε αναίσθητη μέσα στην μπανιέρα.
«Το ένα λεπτό μιλούσαμε κανονικά και το επόμενο δεν ανταποκρινόταν καθόλου. Πανικοβλήθηκα. Δεν ήξερα τι να κάνω», περιγράφει.
Οι διασώστες έφτασαν γρήγορα και τη μετέφεραν στο νοσοκομείο, χωρίς όμως να γνωρίζουν ότι είχαν απέναντί τους ένα περιστατικό δηλητηρίασης από χημική ουσία.
Ο ίδιος δηλητηριάστηκε λίγες ώρες αργότερα
Ο Ρόουλι πίστευε πως η σύντροφός του είχε υποστεί κάποιο ξαφνικό ιατρικό επεισόδιο. Έτσι, αντί να την ακολουθήσει αμέσως στο νοσοκομείο, αποφάσισε να επιστρέψει στο σπίτι για να της ετοιμάσει μια τσάντα με ρούχα, καλλυντικά και προσωπικά αντικείμενα.
Λίγες ώρες αργότερα άρχισε και ο ίδιος να εμφανίζει σοβαρά συμπτώματα. Έντονη εφίδρωση, αποπροσανατολισμός, αδυναμία ομιλίας και ανεξέλεγκτες κινήσεις ανάγκασαν τους διασώστες να επιστρέψουν στο ίδιο σπίτι. Μεταφέρθηκε και εκείνος στο νοσοκομείο, όπου οι γιατροί τον έθεσαν σε τεχνητό κώμα επί αρκετές εβδομάδες. Όταν τελικά πήρε εξιτήριο, υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και χρειάστηκε να νοσηλευτεί ξανά για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Η Ντον Στέρτζες πέθανε δέκα ημέρες μετά τη δηλητηρίασή της, χωρίς ο σύντροφός της να έχει προλάβει να της μιλήσει ξανά.
Το δηλητήριο που χρησιμοποιήθηκε ως χημικό όπλο
Οι αναλύσεις αποκάλυψαν ότι μέσα στο μπουκάλι βρισκόταν Νόβιτσοκ. Πρόκειται για μια οικογένεια νευροτοξικών παραγόντων που αναπτύχθηκαν μυστικά στη Σοβιετική Ένωση κατά τη δεκαετία του 1970 και του 1980, στο πλαίσιο προγράμματος ανάπτυξης χημικών όπλων.
Η ουσία δρα αναστέλλοντας τη λειτουργία του νευρικού συστήματος, προκαλώντας παράλυση των μυών, σπασμούς, αναπνευστική ανεπάρκεια και, χωρίς άμεση θεραπεία, θάνατο.
Σύμφωνα με τον Νιλ Μπάσου, πρώην επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής υπηρεσίας της Βρετανίας, η ποσότητα Νόβιτσοκ που υπήρχε στο συγκεκριμένο μπουκάλι θα μπορούσε θεωρητικά να σκοτώσει έως και 10.000 ανθρώπους.
Η σύνδεση με την υπόθεση Σκριπάλ
Η υπόθεση δεν άργησε να συνδεθεί με ένα από τα μεγαλύτερα διπλωματικά επεισόδια ανάμεσα στη Βρετανία και τη Ρωσία.
Στις 4 Μαρτίου 2018, μόλις τρεις μήνες πριν από τον θάνατο της Στέρτζες, ο πρώην αξιωματικός των ρωσικών στρατιωτικών πληροφοριών Σεργκέι Σκριπάλ και η κόρη του, Γιούλια, είχαν βρεθεί αναίσθητοι σε παγκάκι στο Σάλσμπερι.
Ο Σκριπάλ είχε καταδικαστεί στη Ρωσία επειδή συνεργαζόταν με τη βρετανική MI6 και αργότερα είχε ανταλλαγεί σε επιχείρηση ανταλλαγής κατασκόπων.
Η βρετανική έρευνα κατέληξε ότι δύο αξιωματικοί της ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών GRU ταξίδεψαν στη Βρετανία χρησιμοποιώντας ψεύτικες ταυτότητες και άλειψαν με Novichok το χερούλι της εξώπορτας του σπιτιού του.
Πατέρας και κόρη επέζησαν έπειτα από εβδομάδες νοσηλείας, όμως το μπουκάλι που είχε χρησιμοποιηθεί για τη μεταφορά του δηλητηρίου δεν εντοπίστηκε ποτέ κατά τις πρώτες έρευνες.
Οι αρχές εκτιμούν ότι οι δράστες το πέταξαν μετά την επιχείρηση και αυτό κατέληξε μήνες αργότερα στα χέρια του Ρόουλι.
Μια ολόκληρη πόλη σε κατάσταση συναγερμού
Η υπόθεση προκάλεσε τεράστια κινητοποίηση των βρετανικών αρχών. Ειδικές μονάδες με προστατευτικές στολές απολύμαναν δρόμους, πάρκα, παμπ, εστιατόρια, ακόμη και το σπίτι του Σκριπάλ. Δεκάδες χώροι αποκλείστηκαν για εβδομάδες, ενώ κάθε νέο περιστατικό αδιαθεσίας προκαλούσε νέο κύμα φόβου στους κατοίκους.
Η δηλητηρίαση της Στέρτζες έδειξε ότι, παρά τις εκτεταμένες επιχειρήσεις καθαρισμού, το Novichok εξακολουθούσε να αποτελεί θανάσιμη απειλή.
Οι ενοχές που τον συνοδεύουν μέχρι σήμερα
Όταν ο Ρόουλι ξύπνησε από το κώμα, οι γιατροί τού ανακοίνωσαν ότι η γυναίκα που αγαπούσε είχε πεθάνει. «Ήμουν σε σοκ. Αυτό ήταν το μπουκάλι που της έδωσα εγώ. Ένιωσα ότι ευθυνόμουν και ακόμη δεν μπορώ να το ξεπεράσω», λέει. Ο ίδιος εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα υγείας, όπως δυσκολία στην ισορροπία, προβλήματα όρασης, απώλεια λειτουργικότητας του αριστερού του χεριού και σοβαρά κενά μνήμης, τα οποία αποδίδει στις συνέπειες της δηλητηρίασης. Οκτώ χρόνια μετά, ζει ακόμη κοντά στο Σάλσμπερι, προσπαθώντας να αφήσει πίσω του μια ιστορία που, όπως παραδέχεται, δεν θα μπορέσει ποτέ να ξεχάσει.
Οι δράστες παραμένουν ασύλληπτοι
Οι δύο άνδρες που κατονόμασαν οι βρετανικές αρχές ως μέλη της ρωσικής στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών δεν συνελήφθησαν ποτέ.
Η Ρωσία αρνήθηκε κάθε εμπλοκή, ενώ ο Βλαντίμιρ Πούτιν χαρακτήρισε τις κατηγορίες αβάσιμες. Οι ίδιοι οι ύποπτοι εμφανίστηκαν σε ρωσικό τηλεοπτικό δίκτυο, υποστηρίζοντας ότι είχαν επισκεφθεί το Σάλσμπερι αποκλειστικά ως τουρίστες για να δουν τον διάσημο καθεδρικό ναό της πόλης. Ο Ρόουλι συναντήθηκε ακόμη και με τον Ρώσο πρεσβευτή στο Λονδίνο, ελπίζοντας ότι θα μάθει την αλήθεια για όσα συνέβησαν. Όπως λέει, δεν πήρε ποτέ καμία ουσιαστική απάντηση.
«Έχω σταματήσει να περιμένω δικαιοσύνη. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο που μπορώ να κάνω. Το μόνο που μου έχει απομείνει είναι να προσπαθώ να ζήσω με αυτό που συνέβη», καταλήγει ο άνθρωπος που, χωρίς να το γνωρίζει, βρέθηκε στο επίκεντρο μιας από τις πιο σοβαρές υποθέσεις διεθνούς κατασκοπείας των τελευταίων ετών.
Πηγή: Πρώτο Θέμα











