powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Ο εμίρης του Κατάρ που άφηνε τα παλάτια του για το Ιόνιο-Η άγνωστη σχέση του Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι με την Ελλάδα

Ιούλιος του 2011. Το πρωινό στο λιμάνι του Αργοστολίου κυλά όπως κάθε καλοκαίρι. Οι ψαράδες έχουν μόλις δέσει τις βάρκες τους και απλώνουν την ψαριά της ημέρας στους πάγκους. Ανάμεσα στους ντόπιους και τους λιγοστούς τουρίστες που κάνουν τη βόλτα τους στην προκυμαία, ένας άνδρας με λευκή αραβική κελεμπία κοντοστέκεται μπροστά στα τελάρα. Παρατηρεί προσεκτικά τα ψάρια, συνομιλεί με τους ψαράδες και επιλέγει ο ίδιος τι θα αγοράσει για το τραπέζι της οικογένειάς του. Λίγη ώρα αργότερα θα περπατήσει στην πόλη, θα πιει τον καφέ του και θα συνεχίσει τη μέρα του σαν ένας ακόμη επισκέπτης του νησιού.

Οι περισσότεροι από όσους τον συνάντησαν εκείνο το πρωινό δύσκολα θα φαντάζονταν ότι ο άνθρωπος που στεκόταν απέναντί τους δεν ήταν ένας ακόμη εύπορος τουρίστας. Ήταν ο Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι, ο εμίρης που άλλαξε την ιστορία του Κατάρ, ο ηγέτης που μετέτρεψε ένα μικρό κράτος της αραβικής χερσονήσου σε παγκόσμια οικονομική και ενεργειακή δύναμη και ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους του πλανήτη.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Πέθανε σε ηλικία 74 ετών ο πρώην εμίρης του Κατάρ, Σεΐχης Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι

Ο πρώην εμίρης του Κατάρ έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 74 ετών, αφήνοντας πίσω του μια πολιτική κληρονομιά που εξακολουθεί να επηρεάζει τη Μέση Ανατολή. Για τους Έλληνες, όμως, το όνομά του ξυπνά και μια διαφορετική ανάμνηση. Δεν ήταν μόνο ο άνθρωπος των δισεκατομμυρίων, των διεθνών επενδύσεων και των βασιλικών ανακτόρων. Ήταν ένας από τους ελάχιστους ηγέτες του αραβικού κόσμου που ανέπτυξαν μια τόσο στενή και διαχρονική σχέση με την Ελλάδα, επιλέγοντας τα ελληνικά νησιά ως σταθερό προορισμό των θερινών διακοπών του. Για περισσότερα από δέκα χρόνια, το Ιόνιο αποτέλεσε το προσωπικό του καταφύγιο. Κέρκυρα, Κεφαλονιά, Ιθάκη, Μεγανήσι, Σκορπιός και δεκάδες μικροί κόλποι μακριά από τα αδιάκριτα βλέμματα έγιναν τα σημεία όπου περνούσε ημέρες ή και εβδομάδες πάνω στη θάλασσα. Αν και διέθετε κατοικίες και πρόσβαση στα πιο αποκλειστικά θέρετρα του κόσμου, επέστρεφε ξανά και ξανά στην Ελλάδα, αναζητώντας κάτι που δύσκολα αγοράζεται με χρήματα: την ηρεμία, την αυθεντικότητα και την απλότητα του ελληνικού καλοκαιριού.

Στα ελληνικά νερά ταξίδευε συνήθως με τη θρυλική Katara, τη θαλαμηγό των περίπου 124 μέτρων που συγκαταλεγόταν στις μεγαλύτερες και πολυτελέστερες του κόσμου. Το πλωτό αυτό «παλάτι», με πλήρωμα που ξεπερνούσε τα 90 άτομα, ελικοδρόμιο, πολυτελείς σουίτες, χώρους ευεξίας και κάθε δυνατή παροχή, αποτελούσε τη βάση των διακοπών του. Παρ’ όλα αυτά, όσοι τον συνάντησαν στα ελληνικά νησιά περιγράφουν έναν άνθρωπο που απέφευγε τις επιδείξεις.

5530967071569994 image

Οι μετακινήσεις του οργανώνονταν με αυστηρά μέτρα ασφαλείας, όμως ο ίδιος προτιμούσε να περπατά στα λιμάνια, να συνομιλεί με κατοίκους και να δοκιμάζει τοπικά προϊόντα, μακριά από την εικόνα που συνόδευε έναν από τους ισχυρότερους ηγέτες του κόσμου.

Η Ελλάδα, ωστόσο, δεν μπήκε στη ζωή του μόνο ως τόπος διακοπών. Με την πάροδο των χρόνων εξελίχθηκε σε κάτι πολύ περισσότερο. Οι συνεχείς επισκέψεις του γέννησαν ένα φιλόδοξο επενδυτικό σχέδιο, το οποίο έμελλε να απασχολήσει επί χρόνια κυβερνήσεις, τοπικές κοινωνίες και διεθνή μέσα ενημέρωσης. Στο επίκεντρο βρέθηκε ένα μικρό, καταπράσινο νησί του Ιονίου, η Οξυά, που ο πρώην εμίρης οραματίστηκε να μετατρέψει σε έναν επίγειο παράδεισο για την οικογένειά του.

Για να κατανοήσει, όμως, κανείς γιατί ένας άνθρωπος με σχεδόν απεριόριστους οικονομικούς πόρους γοητεύτηκε τόσο έντονα από την Ελλάδα, πρέπει πρώτα να επιστρέψει στην ιστορία του. Στην πορεία ενός πρίγκιπα που το 1995 ανέτρεψε αναίμακτα τον ίδιο του τον πατέρα, ανέλαβε την εξουσία του Κατάρ και μέσα σε λιγότερο από δύο δεκαετίες άλλαξε για πάντα τη θέση της χώρας του στον παγκόσμιο χάρτη.

Η καταγωγή του: Μέλος της δυναστείας Αλ Θάνι 

Ο Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι γεννήθηκε το 1952 στη Ντόχα, μέλος της δυναστείας Αλ Θάνι που κυβερνά το εμιράτο από τα μέσα του 19ου αιώνα. Σπούδασε στη Βρετανία, στη φημισμένη Βασιλική Στρατιωτική Ακαδημία του Σάντχερστ, όπως πολλοί διάδοχοι αραβικών βασιλικών οικογενειών και επέστρεψε στην πατρίδα του για να αναλάβει σταδιακά κορυφαίες θέσεις στις ένοπλες δυνάμεις και στη δημόσια διοίκηση.

Η στιγμή που έμελλε να αλλάξει όχι μόνο τη δική του ζωή αλλά και την πορεία της χώρας του ήρθε τον Ιούνιο του 1995. Με μια αναίμακτη ανατροπή του πατέρα του, ο οποίος βρισκόταν στο εξωτερικό, ανέλαβε την εξουσία, ανοίγοντας ένα εντελώς νέο κεφάλαιο για το Κατάρ. Εκείνη την εποχή, το μικρό κράτος του Περσικού Κόλπου διέθετε τεράστια ενεργειακά αποθέματα, όμως δεν είχε ακόμη μετατραπεί στη διεθνή δύναμη που γνωρίζουμε σήμερα.

Η στρατηγική του αποδείχθηκε καθοριστική. Επένδυσε αποφασιστικά στην αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου του North Field, που θεωρούνται από τα μεγαλύτερα στον κόσμο, μετατρέποντας το υγροποιημένο φυσικό αέριο στον βασικό πυλώνα της οικονομίας του Κατάρ. Μέσα σε λίγα χρόνια, τα κρατικά έσοδα εκτοξεύθηκαν και μαζί τους αυξήθηκε θεαματικά και το βιοτικό επίπεδο των πολιτών. Παράλληλα, επιδίωξε να επεκτείνει την επιρροή της χώρας πολύ πέρα από τα σύνορά της. Δημιούργησε το κρατικό επενδυτικό ταμείο Qatar Investment Authority, μέσω του οποίου το Κατάρ απέκτησε συμμετοχές σε εμβληματικά ακίνητα, μεγάλες τράπεζες, βιομηχανίες και διεθνείς επιχειρήσεις. Το Λονδίνο, το Παρίσι, η Νέα Υόρκη και άλλες μεγάλες πρωτεύουσες γέμισαν με επενδύσεις που έφεραν την υπογραφή του εμιράτου.

Την ίδια στιγμή, επένδυσε στη λεγόμενη «ήπια ισχύ». Η δημιουργία του τηλεοπτικού δικτύου Al Jazeera έδωσε στο Κατάρ πρωταγωνιστικό ρόλο στην ενημέρωση του αραβικού κόσμου, ενώ η διεκδίκηση και τελικά η ανάληψη του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου του 2022 αποτέλεσε την πιο ηχηρή απόδειξη των διεθνών φιλοδοξιών του. Το 2013 προχώρησε σε μια απόφαση που προκάλεσε έκπληξη ακόμη και στους στενότερους συνεργάτες του. Παρέδωσε οικειοθελώς την εξουσία στον γιο του, Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι, σε μια περιοχή όπου οι ηγετικές αλλαγές συνήθως γίνονται έπειτα από κρίσεις ή τον θάνατο του ηγέτη. Ο ίδιος επέλεξε να αποσυρθεί από την πρώτη γραμμή της πολιτικής, διατηρώντας συμβουλευτικό ρόλο και αφιερώνοντας περισσότερο χρόνο στην οικογένειά του και στα ταξίδια.Αυτή ακριβώς η περίοδος της ζωής του συνέπεσε με την ακόμη στενότερη σχέση που ανέπτυξε με την Ελλάδα. Οι επισκέψεις του στα ελληνικά νησιά έγιναν πιο συχνές, ενώ οι διακοπές στο Ιόνιο έπαψαν να αποτελούν απλώς μια καλοκαιρινή συνήθεια. Πολύ σύντομα, η αγάπη του για τον τόπο θα μετατρεπόταν σε μια επένδυση που θα απασχολούσε επί χρόνια την ελληνική επικαιρότητα και θα συνέδεε οριστικά το όνομά του με ένα μικρό νησί απέναντι από τις ακτές της Αιτωλοακαρνανίας, την Οξυά.

Η Οξυά και το επενδυτικό όραμα που έμεινε στα χαρτιά

Η απόφαση να επενδύσει στην Ελλάδα δεν ήταν μια κίνηση της στιγμής. Είχαν προηγηθεί χρόνια καλοκαιρινών αποδράσεων στο Ιόνιο, οικογενειακές διακοπές και αμέτρητα ναυτικά μίλια στα ελληνικά νερά. Για τον Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι, η Ελλάδα δεν ήταν ένας ακόμη προορισμός της Μεσογείου. Ήταν ένας τόπος στον οποίο επέστρεφε διαρκώς, μέχρι που αποφάσισε να αποκτήσει το δικό του κομμάτι ελληνικής γης.

5530967311316383 image

  

5530967371141570 image

 

5530967432964517 image

Το βλέμμα του στράφηκε στην Οξυά, το μεγαλύτερο ιδιωτικό νησί του συμπλέγματος των Εχινάδων, απέναντι από τον Αστακό Αιτωλοακαρνανίας. Η εξαγορά του, την περίοδο 2013-2014, μέσω της εταιρείας Pimara Α.Ε., η οποία εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της βασιλικής οικογένειας του Κατάρ, αποτέλεσε μία από τις πιο πολυσυζητημένες επενδυτικές κινήσεις των χρόνων της οικονομικής κρίσης. Το τίμημα, σύμφωνα με τις πληροφορίες που είχαν δημοσιευθεί τότε, ανερχόταν σε αρκετά εκατομμύρια ευρώ και η είδηση έκανε τον γύρο του κόσμου, παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως έναν νέο επενδυτικό προορισμό για τα κεφάλαια του Κατάρ.

Πίσω από την αγορά του νησιού δεν βρισκόταν η ιδέα μιας απλής εξοχικής κατοικίας. Σύμφωνα με τα σχέδια που είχαν δει τότε το φως της δημοσιότητας, ο πρώην εμίρης οραματιζόταν τη δημιουργία ενός πρότυπου συγκροτήματος διεθνών προδιαγραφών, με πολυτελείς κατοικίες, μικρή μαρίνα, εγκαταστάσεις φιλοξενίας και πολιτιστικούς χώρους. Σε αρκετά δημοσιεύματα της εποχής, το σχέδιο περιγραφόταν ως ένα μελλοντικό «Art Island», ένας αποκλειστικός προορισμός όπου η αρχιτεκτονική, η τέχνη και το φυσικό περιβάλλον θα συνυπήρχαν σε απόλυτη αρμονία.

Οι προσδοκίες ήταν μεγάλες. Πολιτικοί, τοπικοί φορείς και επιχειρηματικοί κύκλοι έβλεπαν στην Οξυά μια επένδυση-ορόσημο, ικανή να λειτουργήσει ως μήνυμα εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία σε μια εξαιρετικά δύσκολη συγκυρία.

Η πραγματικότητα, όμως, αποδείχθηκε πολύ διαφορετική. Η Οξυά βρίσκεται εντός περιοχής που προστατεύεται από το ευρωπαϊκό δίκτυο Natura 2000, γεγονός που επέβαλε αυστηρούς περιορισμούς στις δυνατότητες αξιοποίησης του νησιού. Ταυτόχρονα, η έκδοση των απαιτούμενων εγκρίσεων εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά χρονοβόρα διαδικασία, καθώς απαιτούνταν διαδοχικές γνωμοδοτήσεις από το Δασαρχείο, τις αρχαιολογικές Υπηρεσίες και σειρά άλλων συναρμόδιων φορέων.

Σαν να μην έφταναν τα διοικητικά εμπόδια, το εγχείρημα βρέθηκε αντιμέτωπο και με δικαστικές εμπλοκές. Ο Έλληνας αρχιτέκτονας που είχε αναλάβει τον σχεδιασμό της επένδυσης προσέφυγε στη Δικαιοσύνη κατά της διαχειρίστριας εταιρείας, διεκδικώντας, σύμφωνα με τα σχετικά δικόγραφα, αμοιβές εκατομμυρίων ευρώ για μελέτες που, όπως υποστήριζε, είχαν εκπονηθεί αλλά δεν εξοφλήθηκαν ποτέ. Η υπόθεση επιβάρυνε ακόμη περισσότερο ένα έργο που ήδη κινούνταν με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς.

Με το πέρασμα των χρόνων, το φιλόδοξο σχέδιο άρχισε να απομακρύνεται ολοένα και περισσότερο από την πραγματικότητα. Οι καθυστερήσεις, οι νομικές εκκρεμότητες και οι περιβαλλοντικοί περιορισμοί είχαν ως αποτέλεσμα η επένδυση να μην προχωρήσει ποτέ πέρα από το στάδιο του σχεδιασμού.

Έτσι, η Οξυά εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο χαρακτηριστικά παραδείγματα ενός μεγάλου επενδυτικού οράματος που δεν υλοποιήθηκε ποτέ. Ένα σχέδιο που ξεκίνησε με διεθνή δημοσιότητα, υψηλές προσδοκίες και την προσωπική σφραγίδα ενός από τους ισχυρότερους ανθρώπους του πλανήτη, αλλά έμεινε τελικά στα χαρτιά, αναδεικνύοντας τις διαχρονικές δυσκολίες που αντιμετωπίζουν ακόμη και οι μεγαλύτεροι ξένοι επενδυτές στην Ελλάδα.

Κι όμως, όσο κι αν το επενδυτικό σχέδιο ναυάγησε, η προσωπική σχέση του Χαμάντ μπιν Χαλίφα Αλ Θάνι με την Ελλάδα δεν διακόπηκε ποτέ. Για όσους τον συνάντησαν στα ελληνικά νησιά, η εικόνα που έμεινε χαραγμένη δεν ήταν εκείνη του εμίρη που επιδίωκε να χτίσει έναν επίγειο παράδεισο σε ένα ιδιωτικό νησί.

Ήταν η εικόνα του ανθρώπου που, ένα καλοκαιρινό πρωινό στο Αργοστόλι, στεκόταν μπροστά στους πάγκους των ψαράδων, διαλέγοντας την ψαριά της ημέρας. Ίσως τελικά αυτό να ήταν και το μεγαλύτερο αποτύπωμά του στην Ελλάδα, οχι ένα έργο από μπετόν και πέτρα, αλλά οι αναμνήσεις από έναν από τους ισχυρότερους ανθρώπους του κόσμου που επέλεγε να ζει, έστω για λίγες ημέρες κάθε χρόνο, σαν ένας απλός ταξιδιώτης του Ιονίου.

Πηγή: Πρώτο Θέμα 

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Promotional Rep NewsFeed
ΟΛΕΣ ΟΙ ΕΙΔΗΣΕΙΣ