Από αναβολή σε αναβολή φαίνεται πως μετατίθεται η επανεκκίνηση του κτηνοτροφικού τομέα και των μονάδων που επλήγησαν από τον αφθώδη πυρετό, αφού, με βάση τον προγραμματισμό των αρμόδιων αρχών, δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί οι απολυμάνσεις στις πληγείσες κτηνοτροφικές μονάδες. Ως εκ τούτου, η επαναδραστηριοποίηση των μονάδων αναμένεται να ξεκινήσει μετά το Φθινόπωρο. Παράλληλα, στις 17 ανέρχονται οι περιπτώσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία του Υπουργείου Γεωργίας, για τις οποίες εξακολουθούν να εκκρεμούν οι αποζημιώσεις για τις θανατώσεις ζώων και για τις οποίες ζητήθηκε η σχετική γνωμάτευση από τη Νομική Υπηρεσία.
Το ζήτημα των πρόσφατων κρουσμάτων αφθώδους πυρετού, τα μέτρα για την αποτροπή της εξάπλωσης της νόσου, καθώς και τα μέτρα στήριξης των κτηνοτρόφων, των οποίων ο κύκλος εργασιών έχει επηρεαστεί, τέθηκαν ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας, παρουσία του Γενικού Διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας, Ανδρέα Γρηγορίου, εκπροσώπων των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, της επιδημιολογικής ομάδας, των αγροτικών οργανώσεων και των οργανωμένων συνόλων των κτηνοτρόφων.
Μιλώντας ενώπιον της Κοινοβουλευτικής Επιτροπής Γεωργίας, ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Γεωργίας, Ανδρέας Γρηγορίου, ανέφερε πως «βρισκόμαστε σήμερα εδώ σχεδόν τέσσερις μήνες μετά το πρώτο κρούσμα της νόσου, της σοβαρότερης ζωονόσου που έχει κληθεί να αντιμετωπίσει η Κύπρος. Το τελευταίο κρούσμα καταγράφηκε στις 10 Ιουνίου και συνολικά μέχρι σήμερα εντοπίστηκαν 121 μολυσμένες μονάδες, εκ των οποίων στις 119 πραγματοποιήθηκαν θανατώσεις, με εξαίρεση δύο μονάδες, μία με 403 παχύουρα αιγοπρόβατα και μία με 32 κόκκινες αγελάδες».
Παράλληλα, επισήμανε πως μέχρι σήμερα θανατώθηκαν 52.632 αιγοπρόβατα, ποσοστό που αντιστοιχεί στο 11% του συνολικού ζωικού πληθυσμού, 3.018 βοοειδή, ποσοστό 3,5%, καθώς και 24.483 χοίροι, ποσοστό 8%. Επίσης, συνεχίζεται η παγκύπρια διερεύνηση τόσο εντός όσο και εκτός των ζωνών προστασίας. Την ίδια ώρα βρίσκεται σε εξέλιξη ο παγκύπριος εμβολιασμός, με τη δεύτερη δόση να έχει χορηγηθεί στο 87% των αιγοπροβάτων, στο 67% των βοοειδών και στο 41% των χοίρων».
Σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, ο κ. Γρηγορίου σημείωσε πως μέχρι σήμερα «καταβλήθηκαν 17,7 εκατομμύρια ευρώ σε δικαιούχους ως αποζημιώσεις, εκ των οποίων 480 χιλιάδες ευρώ αφορούν προκαταβολές και 569 χιλιάδες ευρώ την καταστροφή γάλακτος».
Τόνισε ακόμη πως «οι αποζημιώσεις καταβάλλονται εντός 90 ημερών. Απομένουν 17 περιπτώσεις για τις οποίες προέκυψαν κάποια ζητήματα και βρισκόμαστε σε επαφή με τους κτηνοτρόφους, ώστε να δώσουν τις απαραίτητες απαντήσεις. Σε μία μονάδα, με βάση τον κωδικό, δηλώνονταν 1.000 ζώα, όμως κατά την καταμέτρηση εντοπίστηκαν 1.200, ενώ σε άλλη περίπτωση, κατά τη διαδικασία της θανάτωσης, διαπιστώθηκε ότι έλειπαν κάποια ζώα. Στόχος μας είναι οι αποζημιώσεις να καταβληθούν στο πλαίσιο της νομιμότητας. Πρόθεσή μας είναι να αποζημιωθούν όλοι, ωστόσο υπάρχουν ορισμένα ερωτήματα που πρέπει να απαντηθούν».
Αναφερόμενος στην έκδοση του τελευταίου διατάγματος για την αναπροσαρμογή των περιοριστικών μέτρων για τον αφθώδη πυρετό, σημείωσε πως στόχος ήταν αυτό να γίνει «χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η προσπάθεια περιορισμού της νόσου. Δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική αντιμετώπιση χωρίς την υπεύθυνη στάση όλων. Στόχος μας είναι να προστατεύσουμε περισσότερο από το 90% των υγιών ζώων που έχουν απομείνει. Η μάχη κατά του αφθώδους πυρετού δεν έχει ολοκληρωθεί και έχουμε την υποχρέωση να συνεχίσουμε με την ίδια προσπάθεια για την προστασία της κτηνοτροφίας».
Για την κατάσταση της νόσου στα κατεχόμενα, σημειώνοντας πως έγιναν προσπάθειες τόσο σε τεχνοκρατικό όσο και σε πολιτικό επίπεδο, επισήμανε περαιτέρω πως «γίνονται προσπάθειες μέσω Ευρωπαίων υπουργών, ώστε να πραγματοποιηθούν επαφές για την εφαρμογή των ευρωπαϊκών πρωτοκόλλων και στις κατεχόμενες περιοχές. Φαίνεται πως η κατάσταση και εκεί είναι ελεγχόμενη».
Από πλευράς των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, ο Αναπληρωτής Γενικός Διευθυντής των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, Γιάννος Ιωάννου, σημείωσε πως «η διαδικασία ορίζεται από τη νομοθεσία. Πρόθεσή μας είναι να αποζημιωθούν τα θανατωμένα ζώα, ωστόσο η νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένους περιορισμούς. Εκείνο που θα κάνει τη διαφορά είναι κατά πόσο υπάρχει διασύνδεση της μόλυνσης με υπαιτιότητα του κτηνοτρόφου. Για αυτό, με ιδιαίτερη προσοχή και με βάση τη γνωμάτευση, θα εξετάσουμε ξεχωριστά την κάθε περίπτωση».
Παράλληλα, σημείωσε πως «οι χαλαρώσεις έχουν δοθεί σε διάφορα σημεία. Όσον αφορά τη βόσκηση, όταν αυτή γίνεται περιμετρικά των μονάδων, υπάρχει ενδεχόμενο ανάμειξης των ζώων, κάτι που δεν επιθυμούμε αυτή τη στιγμή, αφού δεν έχουν ολοκληρωθεί ακόμη οι απολυμάνσεις σε όλες τις μονάδες όπου έγιναν θανατώσεις. Μετά το Φθινόπωρο, όμως, αναμένεται να ολοκληρωθεί η διαδικασία».
Από πλευράς της, η ανώτερη λειτουργός των Κτηνιατρικών Υπηρεσιών, Σωτηρία Γεωργιάδου, ανέφερε πως «η προκαταβολή έχει σταματήσει πλέον να καταβάλλεται, αφού επρόκειτο για ανακουφιστικό μέτρο. Πέραν των 40 μονάδων που πληρώθηκαν αρχικά, έχουμε φτάσει πλέον στις 60 μονάδες για τις οποίες καταστράφηκε γάλα και στις 61 μονάδες για τις οποίες καταστράφηκαν ζωοτροφές και σανός. Από τις 17 υποθέσεις που εκκρεμούν, στις επτά διαπιστώθηκε ότι λείπουν ζώα, γεγονός που αφήνει υπόνοιες για πιθανή διασπορά του ιού. Σε κάποιους κτηνοτρόφους λείπουν απαραίτητα έγγραφα, ενώ κάποιοι άλλοι δεν υπογράφουν επειδή δεν συμφωνούν με τη διαδικασία. Ελπίζουμε πως μέχρι το τέλος της εβδομάδας θα ολοκληρωθούν τουλάχιστον οι αποζημιώσεις που αφορούν τα ζώα. Οι αποζημιώσεις για την απώλεια του σανού ενδέχεται να καθυστερήσουν ακόμη λίγο».
Σε ό,τι αφορά την απώλεια εισοδήματος, η κ. Γεωργιάδου σημείωσε πως αυτή θα καταβληθεί μόνο σε όσους προχωρήσουν σε επαναδραστηριοποίηση των μονάδων τους, με τον κ. Γρηγορίου να παρεμβαίνει και να σημειώνει πως «αυτή ήταν η συμφωνία με τις αγροτικές οργανώσεις. Για όσους επιλέξουν να επαναδραστηριοποιηθούν, βρίσκεται σε επεξεργασία σχέδιο που θα καθορίζει τα κριτήρια για κάθε περίπτωση. Εάν κάποιος, για παράδειγμα, είχε 100 αγελάδες και προμηθευτεί αρχικά 30 για να επανεκκινήσει τη μονάδα του, τότε θα αποζημιωθεί αναλόγως. Διαθέτουν τα χρήματα που έχουν λάβει για το ζωικό κεφάλαιο και θα πρέπει να προγραμματίσουν τα επόμενα βήματά τους μέχρι την πλήρη επαναδραστηριοποίηση».
Αντιδράσεις από τις αγροτικές οργανώσεις
Από πλευράς των αγροτικών οργανώσεων, ο πρόεδρος της Παγκύπριας Ομάδας Αιγοπροβατοτρόφων, Σωτήρης Καδής, ανέφερε πως «θέλουμε να γνωρίζουμε τι θα γίνει με την επαναδραστηριοποίηση, ώστε να μπορέσει ο κόσμος να προγραμματιστεί. Δεν θέλουμε να πιέσουμε για περαιτέρω χαλαρώσεις, όμως, από τη στιγμή που δεν υπάρχουν πλέον κρούσματα, πρέπει να αρχίσουν να δίδονται τουλάχιστον στις περιοχές που δεν είχαν μολυνθεί. Ήδη αποστείλαμε επιστολή προς την υπουργό Γεωργίας, ζητώντας αποζημιώσεις για τη μη βόσκηση. Υπάρχουν τεράστια έξοδα και πολύ μεγάλες ζημιές που καλούνται να επωμιστούν οι κτηνοτρόφοι».
Κατά τη δική του τοποθέτηση, ο πρόεδρος της Παγκύπριας Οργάνωσης Αγελαδοτρόφων, Νίκος Παπακυριακού, ανέφερε πως «παρά το γεγονός ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση χορηγεί εκατομμύρια ευρώ στα κατεχόμενα, εντούτοις δεν τους επέτρεψαν τον περασμένο Δεκέμβριο να προχωρήσουν σε επιτόπιους ελέγχους και τους απέστειλαν μόνο φωτογραφίες. Για τις αποζημιώσεις έγινε καλή δουλειά, όμως σήμερα ακούστηκαν ορισμένες αναφορές με τις οποίες δεν συμφωνούμε. Η συμφωνία ήταν ότι θα καταβαλλόταν αποζημίωση και για την απώλεια εισοδήματος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, προκειμένου να καταβάλει τη δική της εισφορά, έθεσε ως προϋπόθεση οι αποζημιώσεις να καταβληθούν εντός τριών μηνών και έτσι διαφοροποιήθηκε ο τρόπος εφαρμογής. Ωστόσο, η απώλεια εισοδήματος θα καταβληθεί μόνο με την επαναδραστηριοποίηση. Εάν κατά την επαναδραστηριοποίηση διαφανεί ότι το κόστος είναι μεγαλύτερο, τότε τη διαφορά θα πρέπει να την καλύψει η Κυβέρνηση. Η απώλεια εισοδήματος αφορά περίοδο τουλάχιστον δώδεκα μηνών».
Από πλευράς της Φωνής των Κτηνοτρόφων, ο πρόεδρος Νεόφυτος Νεοφύτου ανέφερε πως «όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι το μεγαλύτερο πλήγμα καταγράφηκε στην αιγοπροβατοτροφία και για αυτό είμαστε ικανοποιημένοι από την αύξηση κατά 15% στις αποζημιώσεις. Σε ό,τι αφορά τη βόσκηση, πριν από λίγες ημέρες εκείνο που είχε λεχθεί ήταν πως υπήρχε έλλειψη επαρκών ποσοτήτων εμβολίων. Θα πρέπει άμεσα να αποζημιωθεί ο κόσμος, γιατί οι ζημιές που υπέστη είναι πολύ μεγάλες».
Σε ό,τι αφορά τις αποζημιώσεις, τόνισε πως «καθυστερήσαμε πάρα πολύ. Μιλάμε για κτηνοτρόφους και επαγγελματίες που αποτελούν την παραγωγική δύναμη του τόπου και είναι αυτοί που φέρνουν χρήματα στην οικονομία. Ο ίδιος ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας είχε δηλώσει ότι όλα τα ζώα που θανατώθηκαν θα πρέπει να αποζημιωθούν. Το νέο διάταγμα είναι ουσιαστικά προσαρμοσμένο στις ανάγκες της χοιροτροφίας. Μετακινήσεις ζώων, ιδιαίτερα χοίρων, πραγματοποιούνταν και πριν από την έκδοση του διατάγματος».
Επιπρόσθετα, ανέφερε πως «η ανασύσταση των κοπαδιών είναι κάτι που πρέπει να προχωρήσει άμεσα. Ήδη στην Ορόκλινη κάποιοι κτηνοτρόφοι έχουν τοποθετήσει ζωομάρτυρες στις μονάδες τους, ωστόσο διαπιστώθηκε ότι ορισμένες εγκαταστάσεις δεν είχαν ακόμη απολυμανθεί πλήρως. Με επιστολή μας προς όλες τις αρμόδιες υπηρεσίες προτείναμε να συγκεντρωθούν όλα τα θηλυκά ζώα, ώστε να διασφαλιστεί επαρκής ζωικός πληθυσμός για την ανασύσταση των μονάδων. Όσον αφορά την απώλεια εισοδήματος, δεν γνωρίζουμε ακόμη πότε ακριβώς θα καταβληθεί. Θεωρούμε, όμως, ότι θα έπρεπε ήδη να είχε δοθεί, ώστε οι κτηνοτρόφοι να μην αναγκάζονται να χρησιμοποιούν τα χρήματα που έλαβαν ως αποζημίωση για το ζωικό τους κεφάλαιο».
Εκ μέρους των αγελαδοτρόφων αναφέρθηκε ακόμη πως «η πρώτη μας ανησυχία αφορά το ζήτημα του εμβολιασμού. Πρέπει να ολοκληρωθεί όπως προβλέπεται και μάλιστα άμεσα. Υπήρξαν καθυστερήσεις και έμειναν ζώα ανεμβολίαστα, τα οποία πρέπει να καλυφθούν χωρίς άλλη καθυστέρηση. Μας είπαν ότι θα το εξετάσουν, όμως αυτό πρέπει να γίνει άμεσα. Υπάρχουν φάρμες που βρίσκονται εντός της ακτίνας των τριών χιλιομέτρων από τις μολυσμένες περιοχές και χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή».
Κατά τη δική του τοποθέτηση, ο πρόεδρος της Παγκύπριας Ένωσης Εμπόρων, Γιώργος Μαραθοβουνιώτης, σημείωσε πως «έχουμε δεχθεί το μεγαλύτερο πλήγμα από όλους. Εδώ και μήνες οι μονάδες μας παραμένουν άδειες, με αποτέλεσμα να αυξηθούν οι τιμές. Παρόλο που πριν από δεκαπέντε ημέρες συμφωνήσαμε ότι θα άνοιγαν οι μονάδες, βλέπουμε ότι το νέο διάταγμα δεν ανταποκρίνεται σε όσα είχαν συμφωνηθεί. Εμείς ζητούμε να επιτραπεί το άνοιγμα σε όλες τις περιοχές. Η ζώνη των δέκα χιλιομέτρων, μετά την παρέλευση είκοσι μίας ημερών, θα έπρεπε να είχε αρθεί, σύμφωνα με την ευρωπαϊκή οδηγία».
Ο γενικός γραμματέας της ΠΕΚ, Χρίστος Παπαπέτρου, σημείωσε πως «ζήσαμε μία πρωτόγνωρη κατάσταση για τον τόπο μας. Ξαφνικά γίναμε όλοι επιστήμονες. Αφήσαμε όμως τους κτηνοτρόφους μόνους τους να αντιμετωπίσουν αυτή τη δύσκολη κατάσταση. Η εικόνα άρχισε να αλλάζει μόνο όταν αποφασίστηκε να πραγματοποιούνται τακτικές ενημερώσεις. Χωρίς συνεχή επικοινωνία της αρμόδιας επιτροπής με τους πληγέντες δεν μπορεί να υπάρξει αποτελεσματική διαχείριση».
Αναφερόμενος στο ζήτημα της βόσκησης, σημείωσε πως κατά την τελευταία σύσκεψη των εμπλεκομένων έγινε αναφορά ότι «στη Λεμεσό και στην Πάφο υπάρχουν ακόμη ζώα που δεν έχουν εμβολιαστεί ούτε μία φορά. Οι Κτηνιατρικές Υπηρεσίες είναι ενήμερες για αυτή την κατάσταση; Υπάρχουν επίσης μονάδες που εξακολουθούν να μην διαθέτουν κωδικούς. Καταγγέλλαμε επανειλημμένα ότι ζώα διέφευγαν από τις μονάδες και με την παράνομη βόσκηση έφταναν μέχρι και σε κατοικημένες περιοχές. Επικοινωνούσαμε με τις Κτηνιατρικές Υπηρεσίες και μας παρέπεμπαν στην Αστυνομία, όμως την επόμενη ημέρα επαναλαμβάνονταν ακριβώς τα ίδια περιστατικά. Το ερώτημα είναι ποιος αστυνομεύει πραγματικά την παράνομη βόσκηση. Δυστυχώς, η απάντηση είναι κανείς».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Θέτει ερωτήματα στους αρμόδιους για τον αφθώδη πυρετό η Επιτροπή Γεωργίας-Στο επίκεντρο χαλαρώσεις, αποζημιώσεις και μετακινήσεις ζώων
- Εκδόθηκε το νέο διάταγμα με τις χαλαρώσεις μέτρων για αφθώδη πυρετό-Υπό προϋποθέσεις οι μετακινήσεις, παγωμένη παραμένει η βόσκηση
- Εκδίδεται το νέο διάταγμα για χαλαρώσεις για τον αφθώδη πυρετό-«Λήφθηκαν γύρω στα 70 δείγματα, ήταν όλα αρνητικά»
- Ολοκληρώνεται από εβδομάδας η υποβολή αποζημιώσεων στους πληγέντες από τον αφθώδη πυρετό κτηνοτρόφους-Ζητά απαντήσεις η Επ. Γεωργίας











