Πυρά εξαπολύουν στην Κυβέρνηση, ΔΗΣΥ και ΑΚΕΛ μετά τα δημοσιεύματα για παγοποίηση του σχεδίου ενίσχυσης της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας στα σχολεία, απόφαση για την οποία εκφράζουν ανησυχία και απογοήτευση, καλώντας την ξεκαθαρίσει τη θέση της.
Για έλλειψη ολιστικής στρατηγικής, κατηγορεί την Κυβέρνηση για προβλήματα ψυχικής υγείας, ο ΔΗΣΥ, ο οποίος εκφράζει ανησυχία και δυσαρέσκεια για την απόφαση του ΥΠΟΙΚ να βάλει στον πάγο το σχέδιο ενίσχυσης της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας.
Σε ανακοίνωσή του, αναφέρει πως «οι περισσότερες από 43.000 παραπομπές μαθητών την τελευταία πενταετία, με εκατοντάδες περιστατικά βίας και σοβαρών συναισθηματικών δυσκολιών, επιβεβαιώνουν ότι οι ανάγκες των παιδιών μας δεν μπορούν να περιμένουν τον επόμενο προϋπολογισμό».
Σημειώνει ότι «η επένδυση στην ψυχική υγεία των μαθητών δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κοινωνική και εθνική επένδυση για το μέλλον. Η διαφαινόμενη απόρριψη του προϋπολογισμού για τους εκπαιδευτικούς ψυχολόγους αποκαλύπτει την έλλειψη ολιστικής στρατηγικής της κυβέρνησης για τα προβλήματα στην ψυχική υγεία, την πρόληψη του εκφοβισμού και την αντιμετώπιση των ναρκωτικών νωρίς».
Επισημαίνει πως «το Συμβούλιο Παρακολούθησης Κυβερνητικού Έργου, εκφράζει την έντονη ανησυχία και την πλήρη απογοήτευσή μας για την διαφαινόμενη απόφαση του Υπουργείου Οικονομικών να βάλει στον πάγο το σχέδιο ενίσχυσης της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας, απορρίπτοντας το κονδύλι για την πρόσληψη νέων εκπαιδευτικών ψυχολόγων του Υπουργείου Παιδείας».
Όπως λέει, «η σημερινή δραματική αναλογία ενός ψυχολόγου για κάθε 1.859 μαθητές, τη στιγμή που τα διεθνή πρότυπα κάνουν λόγο για έναν ανά 500, αφήνει τα σχολεία μας απροστάτευτα απέναντι σε μια διαρκώς διογκούμενη κρίση».
Η άρνηση αυτή, συνεχίζει, «δεν αποτελεί απλώς μια λογιστική περικοπή, αλλά μια ξεκάθαρη απόδειξη ότι η κυβέρνηση αποτυγχάνει να λειτουργήσει με ολιστικό τρόπο, αντιμετωπίζοντας αποσπασματικά και στεγνά τεχνοκρατικά τα πιο ευαίσθητα και βαθιά προβλήματα της κοινωνίας μας».
Όπως επισημαίνει «αποδεικνύει επίσης ότι οι αστόχευτες παροχές και οριζόντιες αυξήσεις για τις οποίες ο Δημοκρατικός Συναγερμός είχε διαφωνήσει έντονα στο παρελθόν μειώνουν τον δημοσιονομικό χώρο της Κυβέρνησης με απόλυτα θύματα αυτού τα παιδιά μας. Η εξέλιξη αυτή έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις ξεκάθαρες και ήδη εκπεφρασμένες θέσεις και πολιτικές του ΔΗΣΥ».
Έχουμε τονίσει επανειλημμένα, συνεχίζει «ότι η θωράκιση των σχολικών μονάδων με επαρκές επιστημονικό προσωπικό αποτελεί το πιο αποτελεσματικό εργαλείο για την πρόληψη και την πάταξη του σχολικού εκφοβισμού (bullying), την έγκαιρη ανίχνευση της παραβατικότητας και την προστασία των νέων μας από τη μάστιγα των ναρκωτικών. Ακόμα και αρκετά φαινόμενα εγκατάλειψης παιδιών, όπως είδαμε και πρόσφατα, θα μπορούσαν να αποφευχθούν με έγκαιρη διάγνωση της οικογενειακής κατάστασης από ειδικούς που εργάζονται εντός της σχολικής μονάδας».
Άναφέρει εξάλλου ότι «οι περισσότερες από 43.000 παραπομπές μαθητών την τελευταία πενταετία, με εκατοντάδες περιστατικά βίας και σοβαρών συναισθηματικών δυσκολιών, επιβεβαιώνουν ότι οι ανάγκες των παιδιών μας δεν μπορούν να περιμένουν τον επόμενο προϋπολογισμό, ούτε να θυσιάζονται στον βωμό της αυτοδημιούργητης δημοσιονομικής στενότητας της Κυβέρνησης».
Παράλληλα, σημειώνει πως «η επένδυση στην ψυχική υγεία των μαθητών δεν είναι πολυτέλεια, αλλά κοινωνική και εθνική επένδυση για το μέλλον. Ένας εκπαιδευτικός ψυχολόγος στο σχολείο λειτουργεί ως ανάχωμα που προλαβαίνει τις κρίσεις πριν αυτές ξεσπάσουν στην οικογένεια και την κοινωνία, στηρίζοντας παράλληλα τους εκπαιδευτικούς και τους γονείς στο δύσκολο έργο τους».
Καταλήλοντας, καλεί την Κυβέρνηση και το Υπουργείο Οικονομικών «να αναθεωρήσουν άμεσα την αρνητική τους στάση και να αντιληφθούν ότι το κόστος της μη έγκαιρης παρέμβασης θα αποδειχθεί πολλαπλάσιο στο μέλλον, τόσο σε οικονομικό όσο –κυρίως– σε ανθρώπινο επίπεδο. Η προστασία των παιδιών μας απαιτεί πολιτική βούληση, ολιστικό σχεδιασμό και εκτέλεση, όχι αποσπασματικές, αστόχευτες και κοντόφθαλμες πολιτικές του κάθε υπουργείου ξεχωριστά και ασύνδετα με τα πραγματικά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε στην κοινωνία».
Από την άλλη, το ΑΚΕΛ αναφέρει ότι «τα σημερινά δημοσιεύματα στον Τύπο για τη φερόμενη απόρριψη, από πλευράς Υπουργείου Οικονομικών, του αιτήματος του Υπουργείου Παιδείας, Αθλητισμού και Νεολαίας (ΥΠΑΝ), στο πλαίσιο συνομολόγησης του νέου προϋπολογισμού, για περαιτέρω στελέχωση της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας (ΥΕΨ), εύλογα προκαλούν ανησυχία και ερωτήματα για τις προθέσεις της κυβέρνησης».
Όπως λέει, «κατόπιν ερωτήματος του ΑΚΕΛ τους προηγούμενους μήνες προς το ΥΠΑΝ, το υπουργείο είχε παραδεχτεί τη σοβαρή υποστελέχωση και την άμεση ανάγκη ενίσχυσης –σχεδόν όλων– των εντεταλμένων που υπηρεσιών του που ασχολούνται με την πρόληψη και την αντιμετώπιση της νεανικής παραβατικότητας, και τη ψυχολογική υποστήριξη των μαθητών, μεταξύ αυτών και της ΥΕΨ. Σημειώνεται ακόμη πως, σύμφωνα με ενημέρωση που το ίδιο το υπουργείο είχε δώσει παλαιότερα στη Βουλή, ο ευρωπαϊκός μέσος όρος των εκπαιδευτικών ψυχολόγων ανά μαθητή κυμαίνεται στο 1 ανά 1,500 – αριθμός που πόρρω απέχει από τα κυπριακά δεδομένα του 1 ανά 1,850 που ισχύει σήμερα».
Σημειώνει πως «η ΥΕΨ επιτελεί πολυδιάστατο και καθοριστικό ρόλο για την εξατομικευμένη αντιμετώπιση παιδιών που παρουσιάζουν ανάγκη μαθησιακής στήριξης, σχολικής προσαρμογής ή που αντιμετωπίζουν περιστατικά στο σπίτι και την οικογένειά τους τα οποία έχουν επίπτωση και στην εκπαιδευτική απόδοσή τους. Ακόμη, κρίσιμης σημασίας είναι ο ρόλος της υπηρεσίας σε ό,τι αφορά την πρόληψη και τη διαχείριση κρίσεων, και κινδύνων νεανικής παραβατικότητας. Εάν πρόθεση της κυβέρνησης είναι η εξοικονόμηση πόρων σήμερα και αφεθούν αυτά τα περιστατικά χωρίς επαρκή αντιμετώπιση, τότε θα κληθεί αύριο να καταβάλει πολλαπλάσιους πόρου για μέτρα αντιμετώπισης και καταστολής τους».
Επισημαίνει εξάλλου ότι «ωστόσο, η προσέγγιση τέτοιου είδους ζητημάτων δεν πρέπει να γίνεται με λογιστικό και οικονομικό φακό, αλλά με γνώμονα τι είναι παιδαγωγικά ωφέλιμο για το εκπαιδευτικό σύστημα, τους μαθητές και το μέλλον τους. Το ΑΚΕΛ καλεί την κυβέρνηση να ξεκαθαρίσει τη θέση της επί του θέματος και να προτεραιοποιήσει άμεσα την ενίσχυση της Υπηρεσίας Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας».











