Το Ανώτατο Συνταγματικό Δικαστήριο ακύρωσε απόφαση του Διοικητικού Εφετείου, ξεκαθαρίζοντας ότι ο δικαστικός έλεγχος της νομιμότητας μιας διοικητικής πράξης δεν μπορεί να βασίζεται σε γεγονότα που συνέβησαν μετά την έκδοσή της, εκτός εάν αυτά καλύπτονται από ρητό και δεόντως τεκμηριωμένο λόγο έφεσης. Η απόφαση, ημερομηνίας 29 Ιουνίου, εκδόθηκε κατόπιν αίτησης του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών κατά προηγούμενης εφετειακής κρίσης, η οποία είχε ακυρώσει την πειθαρχική καταδίκη οφθαλμιάτρου, λαμβάνοντας υπόψη μεταγενέστερες δικαστικές εξελίξεις που δεν υπήρχαν κατά τον χρόνο της αρχικής καταδίκης.
Η υπόθεση αφορούσε την επιβολή ποινών στον γιατρό για διεξαγωγή κλινικής έρευνας χωρίς την απαιτούμενη έγκριση της Επιτροπής Βιοηθικής και για παράτυπη διαφήμιση ιατρικών υπηρεσιών. Ενώ το Διοικητικό Δικαστήριο είχε αρχικά επικυρώσει την καταδίκη, το Διοικητικό Εφετείο την ανέτρεψε, στηριζόμενο στο γεγονός ότι μια άλλη, πολιτική αγωγή που σχετιζόταν έμμεσα με την υπόθεση, ανατράπηκε αργότερα από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το Εφετείο έκρινε ότι η εξέλιξη αυτή επηρέαζε την αξιοπιστία της διαδικασίας, παρόλο που η ανατροπή εκείνη συνέβη μετά τη λήψη των πειθαρχικών αποφάσεων.
Στο σκεπτικό της πλειοψηφίας, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε ότι η νομιμότητα μιας διοικητικής απόφασης κρίνεται αποκλειστικά με βάση τα δεδομένα που είχε ενώπιόν του το αρμόδιο όργανο τη στιγμή που αποφάσιζε. Τόνισε ότι η αυτεπάγγελτη εξέταση μεταγενέστερων στοιχείων από το δικαστήριο, χωρίς αυτά να έχουν προταθεί ρητώς από τους διαδίκους μέσω της δικονομικής οδού, παραβιάζει τις αρχές της δίκαιης δίκης και της προβλεψιμότητας της δικαιοσύνης. Η απόφαση ξεκαθαρίζει ότι το Εφετείο δεν μπορεί να επεκτείνει τον έλεγχό του πέρα από τους συγκεκριμένους λόγους έφεσης που έχουν καταχωρηθεί.
Μετά την εξέλιξη αυτή, το Ανώτατο παραμέρισε πλήρως την εφετειακή απόφαση και διέταξε την επανεκδίκαση της έφεσης από το Διοικητικό Εφετείο υπό την ίδια σύνθεση, ώστε να εξεταστούν όλα τα εκκρεμούντα ζητήματα σύμφωνα με τις σωστές νομικές αρχές. Τα δικαστικά έξοδα επιδικάστηκαν υπέρ του Πειθαρχικού Συμβουλίου Ιατρών. Σημειώνεται ότι η απόφαση λήφθηκε κατά πλειοψηφία, με τη Δικαστή Τερέζα Καρακάννα να εκφράζει διιστάμενη γνώμη.











