powered by inbusiness-news-logo cbn omada-logo celebrity-logo LOGO-PNG-108

Δεν έπεισαν ΝΥ και Κυβέρνηση οι προτάσεις νόμου για διορισμό ποινικών ανακριτών από την Αρχή Κατά της Διαφθοράς-Έτοιμος δηλώνει ο Πογιατζής

Την αντίθεση της Νομικής Υπηρεσίας, όσον αφορά στις προτάσεις νόμου που κατατέθηκαν από το Δημοκρατικό Συναγερμό και το Κίνημα ΑΛΜΑ, για τροποποίηση της νομοθεσίας που διέπει τη λειτουργία της Αρχής Κατά της Διαφθοράς και την παροχή εξουσιών στην Αρχή για διορισμό ποινικών ανακριτών σε υποθέσεις που κρίνει ότι πρέπει, εξέφρασε ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Σάββας Αγγελίδης, ο οποίος σημείωσε πως πρέπει να γίνει ένας διάλογος με όλους τους εμπλεκόμενους φορείς. Από πλευράς εκτελεστικής εξουσίας διαπιστώθηκε η θέση ότι πρέπει να δοθεί ο χρόνος για να ετοιμαστεί ένα νομοσχέδιο που να άπτεται αυτών των ζητημάτων, ενώ ο Επίτροπος Διαφάνειας, Χάρης Πογιατζής, σημείωσε πως είναι έτοιμη η Αρχή να αναλάβει αυτό το ρόλο, παρόλο που θα αλλάξει εντελώς τη δομή της.

Η συζήτηση για τις δύο προτάσεις νόμου που κατέθεσε το Κίνημα ΑΛΜΑ και τη μία που κατέθεσε ο ΔΗΣΥ άρχισε ενώπιον της Επιτροπής Νομικών, παρά το γεγονός ότι το χρονοδιάγραμμα είναι πιεσμένο, δεδομένου ότι σε λιγότερο από δύο εβδομάδες θα ολοκληρώσει τις εργασίες της ενόψει καλοκαιριού. Κατά την πρώτη συζήτηση, καταγράφηκαν οι απόψεις όλων των πλευρών, αφού διαφάνηκε ότι υπάρχει πρόσφορο έδαφος για να συνεχίσει η συζήτηση, αλλά διαφωνούν με τον τρόπο που προωθείται.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Ένταση για την παρουσία Αγγελίδη στη συζήτηση για την Αρχή Κατά της Διαφθοράς στη Βουλή-Απάντησε με «ουαί και αλίμονο» ο Βοηθός Εισαγγελέας

Τη συζήτηση άνοιξαν οι εισηγητές των προτάσεων νόμου, με τον βουλευτή του ΔΗΣΥ, Γιώργο Παμπορίδη, να αναφέρει στη δική του τοποθέτηση ότι «η πρόταση ΔΗΣΥ εδράζεται στην ανάγκη βελτίωσης του τρόπου λειτουργίας παρέχοντας περισσότερα εργαλεία και δυνατότητες στην Αρχή, με απώτερο στόχο την επίσπευση των διαδικασιών που ακολουθούνται. Με γνώμονα την ενίσχυση των θεσμών που υπηρετούν τη δικαιοσύνη και όχι την υπόσκαψή τους, νιώσαμε την ευθύνη να δώσουμε επιπρόσθετες εξουσίες στην Αρχή, για να ενισχυθεί το αίσθημα δικαίου στην κοινωνία, που πλήττεται ποικιλοτρόπως».

Ο επίσης εισηγητής της πρότασης νόμου του ΔΗΣΥ και κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος του κόμματος, Δημήτρης Δημητρίου, επεσήμανε πως «μία βασική παράμετρος της πρότασης νόμου είναι η σύμπτυξη του χρόνου που μία έρευνα θα ολοκληρώνεται συνολικά και ως ποινική διερεύνηση. Γι’ αυτό προσθέτουμε παράμετρο σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας προκύπτουν κατά την κρίση της Αρχής ποινικά αδικήματα, να διακόπτει την ερευνητική διαδικασία και να ορίζονται ποινικοί ανακριτές, μέσω δύο οδών. Αυτό θα εμπεδώσει το αίσθημα δικαίου και ότι οι έρευνες θα ολοκληρώνονται συντομότερα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται αλλά και να μην χάνονται μαρτυρίες».

Ο βουλευτής του Κινήματος ΑΛΜΑ, Μιχάλης Παρασκευά, σημείωσε από πλευράς του ότι «η δική μας έγνοια είναι να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που έχει περιέλθει η ΚΔ. Ο Σάββας Αγγελίδης είναι εδώ, έχει αυτοεξαιρεθεί, αλλά στο τέλος της ημέρας η πρόταση νόμου του ΔΗΣΥ δεν ξεπερνά το πρόβλημα, αφού είναι ο Γενικός Εισαγγελέας που θα ορίζει ποινικούς ανακριτές. Νομίζω ότι η μόνη πρόταση νόμου που ξεπερνά το αδιέξοδο που έχουμε περιέλθει, είναι να αποκτήσει εξουσία η Αρχή να διορίζει η ίδια όπως επιθυμεί τους δικούς της ποινικούς ανακριτές, για να υπάρχει και να φαίνεται πραγματική ανεξαρτησία, χωρίς να εμπλέκεται οποιοσδήποτε άλλος φορέας. Πρώτα θα πρέπει να ξεπεραστεί το πρόβλημα που έχουμε, η πρόταση νόμου μας είναι αρκούντως ικανοποιητική και πρέπει να τροποποιηθεί το άρθρο του Συντάγματος.

Η βουλεύτρια του Κινήματος, Ειρήνη Χαραλαμπίδου, στη δική της τοποθέτηση σημείωσε ότι «να υπενθυμίσω ότι από την αρχή επιμέναμε να δοθούν ανακριτικές εξουσίες στην Αρχή Κατά της Διαφθοράς. Σε αυτή την περίπτωση διακυβεύεται και το αποτέλεσμα των ερευνών, επειδή μπορεί να χαθούν μαρτυρίες και τεκμήρια. Σκοντάψαμε σε διάφορα εμπόδια, ότι ήταν αντισυνταγματικές αυτές οι προσπάθειες. Για την τροποποίηση άρθρου του Συντάγματος, είχα ετοιμάσει την τροποποίηση, για να ανοίξουμε το δρόμο σε τέτοιου είδους αλλαγές και ταυτόχρονα το διαχωρισμό εξουσιών. Κινδυνεύουμε με απώλεια μαρτύρων που μπορεί να μην είναι στην Κύπρο. Η πρόταση η δική μας η Αρχή μπορεί να διορίζει ποινικούς ανακριτές και δεν ξεφεύγουμε από την υπόλοιπη διαδικασία. Θα πρέπει να εξευρεθεί ο τρόπος για να γίνει αυτό».

Η θέση της Νομικής Υπηρεσίας

Ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, Σάββας Αγγελίδης, στη δική του τοποθέτηση, μετέφερε τη θέση της Νομικής Υπηρεσίας για τις προτάσεις νόμου και σημείωσε πως «έχοντας υπόψη τις τρεις προτάσεις νόμου, η θέση της Νομικής Υπηρεσίας και γενικότερα την πρόθεση για ενίσχυση της Αρχής είναι ότι πρέπει να ξεκινήσει ένας ουσιαστικός διάλογος, σε στενά χρονοδιαγράμματα. Παράλληλα, γνώμονας της συζήτησης πρέπει να είναι η διασφάλιση της αποδεκτικότητας της μαρτυρίας, καθώς και αποφυγή καθυστερήσεων. Δεν έχω πρόθεση να σχολιάσω με κάθε λεπτομέρεια τις προτάσεις νόμου για να μην εκληφθεί ότι κενά και παραλήψεις προσδίδουν αρνητική στάση της Νομικής Υπηρεσίας. Μετά από ανταλλαγή απόψεων εμπειριών και γνώσεων, ίσως να είναι καλύτερο να προωθηθεί νομοσχέδιο για να καλύπτει αυτά τα θέματα. Θα ακουστούν διάφορες ιδέες και μόνο μέσω της εκτελεστικής εξουσίας θα πρέπει να έρθουν για να ψηφιστεί σε νόμο».

Στη συνέχεια, ο κ. Αγγελίδης σημείωσε ότι «είναι αδιαμφισβήτητο ότι μία έρευνα από την Αρχή έχει διαφορετικό πλαίσιο από μία ποινική ανάκριση. Επίσης, η αποστολή της Αρχής και οι αρμοδιότητές της, δεν εστιάζουν μόνο στο θέμα έρευνας, αλλά στοχεύουν στο συντονισμό δράσεων των υπηρεσιών στο δημόσιο τομέα, τον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του ιδιωτικού τομέα για την πρόληψη  και αποτροπή πράξεων διαφθοράς σε εθνικό επίπεδο. Όλοι αναγνωρίζουμε την ανάγκη, σε όλες τις υποθέσεις που διεξάγεται ποινική έρευνα, να έχουμε σε εύλογο χρονικό διάστημα να ολοκληρωθεί η διαδικασία. Για αντιμετώπιση του φαινομένου της καθυστέρησης, η άποψη μας που σίγουρα μετά από συζήτηση με όλα τα μέλη, είναι ότι σε περίπτωση που ψηφιστεί τροποποίηση της νομοθεσίας για να έχει η Αρχή ανακριτικές εξουσίες, είναι άλλο άρθρο από αυτά που αναφέρονται στις προτάσεις νόμου».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Ανοίγει το κεφάλαιο για παραχώρηση δυνατότητας διορισμού ποινικών ανακριτών από την Αρχή Κατά της Διαφθοράς η Βουλή-Τρεις προτάσεις νόμου

Στη συνέχεια, εξήγησε τι σημαίνει αν τροποποιηθεί άλλο άρθρο της νομοθεσίας. Όπως ανέφερε «αν κρίνει η Αρχή, μετά την προκαταρτική έρευνα που κάνει, τότε να προχωρά με διερεύνηση όπως προνοείται από τη νομοθεσία σήμερα, είτε να αποφασίζει ότι θα σταλούν τα ευρήματα στο Γενικό Εισαγγελέα και θα αποφασίζει αν θα προχωρήσει με ποινική έρευνα, είτε να εξουσιοδοτήσει ανεξάρτητους ανακριτές. Δεν εξυπηρετούν την ταχύτερη έναρξη ποινικής έρευνας οι προτάσεις νόμου. Η Αρχή έχει και άλλους σκοπούς και ρόλο και αναλόγως της υπόθεσης θα έχει τη δυνατότητα να προχωρήσει με έρευνα. Κρίνω ότι η οποία ποινική ανάκριση θα πρέπει να διεξάγεται χωρίς να υπάρχει ίχνος υποψίας μεροληψίας. Θα πρέπει να διεξάγεται χωρίς τη συμμετοχή της Αρχής, που θα ενημερώνεται. Έτσι διασφαλίζεται η έρευνα και η μαρτυρία».

Στη συνέχεια, ο κ. Αγγελίδης ανέφερε πως «μία τροποποίηση του άρθρου 14 ίσως δεν θα εξυπηρετεί το θέμα χρόνου και επανάληψης, αφού θα πρέπει να γίνει μία νέα έρευνα. Θα δώσει εφόδια για ισχυρισμού μολυσμένης μαρτυρίας. Μία τροποποίηση του άρθρου 9 ίσως να είναι καλύτερο. Σε εκείνο το στάδιο, αν κρίνει από το υλικό που συλλέγεται υπάρχει το αναγκαίο έδαφος, προχωρεί σε έρευνα. Αν γίνει έρευνα και αποφασιστεί ότι πάμε με αναγκαιότητα ποινικής ανάκρισης, είναι δεδομένο ότι ο ποινικός ανακριτής χρειάζεται να λάβει ξανά τη μαρτυρία. Δεν κερδίζουμε τίποτα σε θέμα χρόνου. Με την τροποποίηση του 9 μπορεί να δοθεί δυνατότητα να οριστούν από την έναρξη της διαδικασίας, ο διορισμός ανακριτών. Δεν θεωρώ ότι είναι τυπικό το στάδιο αυτό. Γίνεται προκαταρτική έρευνα».

Ο Σάββας Αγγελίδης επεσήμανε, δε, ότι «μία άλλη ενότητα, που πρέπει να γίνει διάλογος, είναι η ανάγκη τροποποίησης των προνοιών για τα δικαιώματα των μαρτύρων και υπόπτων, αλλά και η τροποποίηση του άρθρου 10 να προσθέτει κάτι για την έρευνα και την ποινική ανάκριση. Τέλος, για το ρόλο του ΓΕ. Μέλημα όλων μας πρέπει να είναι να διεξάγονται οι ποινικές διαδικασίες για να υπάρχει αποτέλεσμα, διασφάλιση της δίκαιης δίκης και η αποδεκτικότητα της μαρτυρίας. Ειδικά σε τέτοιας φύσεως υποθέσεις, που οι σχετικές νομοθεσίες προβλέπουν εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα, με άλλους νόμους για έκδοση διατάγματος, για διάφορους μηχανισμούς για να είναι ολοκληρωμένη η έρευνα, δεν θα πρέπει να αγνοηθεί».

Καταλήγοντας, ο Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας σημείωσε ότι «ειδικά της συζήτησης που έγινε το 2021 που αναφέρθηκε για το ρόλο της Αρχής και αν έχει ανακριτικό έργο, έχουν αναφερθεί κάποια ζητήματα που και σήμερα παραμένουν στο τραπέζι και είναι η πρακτική εφαρμογή για ποινικό έργο. Χρειάζονται εμπειρογνώμονες, Ηλεκτρονικό Έγκλημα, συμμετοχή από άλλες χώρες. Δεν μπορούν να τα αναλάβουν όλα οι ποινικοί ανακριτές. Είναι όλο το σύστημα που πρέπει να συμμετέχει. Με όλο το σεβασμό για τις προτάσεις που ως αρχή ναι πρέπει να συζητηθεί και να δούμε πώς να εφαρμοστεί, δεν θα σχολιάσω λεπτομέρειες και κενά, αλλά θεωρώ ότι ποτέ δεν υπάρχουν αδιέξοδα αλλά είναι σφάλμα να προχωρούμε με μεμονωμένες τροποποιήσεις χωρίς να δούμε όλη την εικόνα».

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: Ξανά στο επίκεντρο ο διαχωρισμός εξουσιών στον απόηχο του Κράτους Μαφία-Ανέδειξε την ανάγκη παροχής ανακριτικών εξουσιών στην Αρχή Κατά της Διαφθοράς

Έτοιμη η Αρχή να αναλάβει επιπρόσθετο ρόλο

Από πλευράς του, ο Επίτροπος Διαφάνειας, Χάρης Πογιατζής, σημείωσε πως η μία εκ των προτάσεων νόμου που κατατέθηκε τους βρίσκει σύμφωνους και για τις άλλες θα εκφράσει τις απόψεις της Αρχής Κατά της Διαφθοράς. Όπως ανέφερε «το επίκεντρο των προτάσεων νόμου είναι απόκτηση ανακριτικών εξουσιών από την Αρχή. Η Αρχή δηλώνει έτοιμη για αυτή την εξέλιξη, παρά το γεγονός ότι θα επιφέρει αλλαγές στη δομή. Υπάρχει ζήτημα με το προσωπικό. Μόνο ο κλητήρας είναι μόνιμος. Υπάρχουν 12 άτομα με αγορά υπηρεσιών, κάποιοι λειτουργοί με απόσπαση. Αυτό το θέμα εκκρεμεί, όμως κινούνται πιο γρήγορα από άλλες διαδικασίες».

Όσον αφορά την ουσία των προτάσεων νόμου, σημείωσε πως «για την πρόταση νόμου του Άλματος, για να προστεθεί η Αρχή ως αρχή που θα μπορεί να διορίζει ποινικούς ανακριτές, συναινούμε. Όσον αφορά τις άλλες δύο προτάσεις του Άλματος και του ΔΗΣΥ, είναι παρόμοιες, για μας είναι σημαντικό να διασφαλιστούν και οι ερευνητικές εξουσίες και οι ανακριτικές. Κάναμε κάποιες ασκήσεις με τις υπάρχουσες υποθέσεις, αν θα προχωρήσουμε με έρευνα ή ανάκριση και διαπιστώσαμε ότι χρειάζονται και τα δύο. Ακόμη και η προκαταρτική έρευνα είναι σημαντική και εκεί θα διαπιστωθεί αν προχωρήσουμε με ανάκριση».

Ο κ. Πογιατζής πρόσθεσε, δε, ότι «η διαφωνία μας είναι με την πρόταση του ΔΗΣΥ, όσον αφορά τους ανακριτές να επιλέγουμε από λίστα που θα καταρτίζει ο Γενικός Εισαγγελέας. Ήδη λειτουργούς επιθεώρησης επιλέγουμε εμείς, έχουμε κάνει συνέντευξη σε πάνω από 70 άτομα και επιλέγουμε αναλόγως των ιδιοτήτων τους, όταν καταλήγουμε σε έρευνα.  Γιατί να μην μπορούμε να βρούμε ανακριτές; Κάποιοι από αυτοί είναι ανακριτές στην ΑΑΔΙΠΑ. Γιατί να μας βρουν άλλοι ανακριτές; Επίσης μειώνει την ανεξαρτησία μας. Μπορούμε να επιλέξουμε εμείς ανακριτές. Δεν μπορούμε να κάνουμε τα πάντα, θα χρειαστούμε άτομα για τις ανακρίσεις. Εμείς θέλουμε να ελέγχουμε τη διαδικασία. Ο Γενικός Εισαγγελέας θα είναι ο τελευταίος που θα κρίνει ότι είναι ορθή η ποινική ανάκριση».

Στη συνέχεια, ο κ. Πογιατζής τόνισε πως «μέχρι σήμερα λάβαμε πάνω από 849 καταγγελίες, στα 3,5 χρόνια που λειτουργεί η Αρχή. Έχουμε συμπληρώσει τις 580. Παρατηρήσαμε ότι αυξήθηκαν οι ανώνυμες, επειδή ο κόσμος φοβάται να καταγγείλει. Εκκρεμούν 269. Τώρα το Κράτος Μαφία, η έρευνα ήταν τεράστια που πήρε πολύ χρόνο και δεν μπορεί να είναι ενδεικτική. Μπορούμε να εστιάσουμε σε άλλες έρευνες που θα είναι πιο περιεκτικός ο χρόνος. Από τις 580 υποθέσεις που συμπληρώσαμε, οι 17 κατέληξαν σε έρευνες. Κάνουμε έρευνες που δεν μπορεί να το αντιληφθεί κανείς και μπορούμε να αποτελούμε τα καθήκοντά μας εντός του πλαισίου της Αρχής».

Η θέση Υπουργείου Δικαιοσύνης και Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου

Ο Γενικός Διευθυντής του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Γιώργος Παντελή, στη δική του τοποθέτηση, ανέφερε ότι συμφωνούν με τη φιλοσοφία των προτάσεων νόμου, ωστόσο «δημιουργούνται κάποια ερωτήματα και ασάφεια. Θεωρούμε ότι ο επιδιωκούμενος στόχος και σκοπός δεν επιτυγχάνεται με τις προτάσεις νόμου. Προτείνουμε να δοθεί χρόνος για να ετοιμαστεί νομοσχέδιο, με τη συνεργασία των εμπλεκόμενων φορέων, για να κατατεθεί ενώπιον της Βουλής».

Από πλευράς του, ο εκπρόσωπος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου, Ορέστης Νικήτας, σημείωσε πως «παρόλη την καλή θέληση που υπάρχει, θεωρούμε ότι μπορεί να μην επιλύουν τα προβλήματα που αναφέρονται στις αιτιολογικές εκθέσεις, όπως αχρείαστων επικαλύψεων, ταχύτερης έναρξης της ποινικής ανάκρισης και αποφυγής κενών και παραλήψεων. Να γίνει ένα ολοκληρωμένο νομοσχέδιο το οποίο να δίνει ανακριτικές εξουσίες στην Αρχή, το οποίο δεν είναι κάτι απλό, πρέπει να αλλάξει ολόκληρη η δομή της Αρχής και πολλοί νόμοι. Θα πρέπει να έχει το δικαίωμα ο ανακριτής να ασκεί τα καθήκοντά του και να μπορεί να εκδίδει εντάλματα έρευνας, να ζητά συνδρομή δικαστηρίου και πολλά ανακριτικά όπλα, τα οποία έχει η Αστυνομία».

Ο κ. Νικήτας σημείωσε, δε, ότι «να θυμίσω ότι το Ιανουάριο του 2022 είχαμε υποβάλει σχετικές τροποποιήσεις στο τότε προτεινόμενο νομοσχέδιο, που καλύπταμε αυτά τα στοιχεία, συμπεριλαμβανομένου και μεταβατικής περιόδου. Θεωρούμε μεγάλη ευκαιρία τη σημερινή για να προχωρήσει το Υπουργείο Δικαιοσύνης να προχωρήσει με την δημιουργία νομοσχεδίου, χωρίς να υπάρχει το ενδιάμεσο στάδιο της έρευνας. Να γίνει ένα νομοσχέδιο που να είναι ξεκάθαρες οι αρμοδιότητες της Αρχής».