Στα βαθιά μπαίνει η Επιτροπή Νομικών με το καλημέρα, αφού στην επόμενη συνεδρία της θα θέσει προς συζήτηση τις προτάσεις νόμου που έχουν κατατεθεί για την Αρχή Κατά της Διαφθοράς, ώστε να ενισχυθεί η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της, με την παραχώρηση της δυνατότητας να προχωρεί με διορισμό ποινικών ανακριτών εκεί και όπου κριθεί αναγκαίο. Αυτά στον απόηχο του σάλου που προκάλεσε το πόρισμα για το Κράτος Μαφία, αφού το Υπουργικό Συμβούλιο έχει εκφράσει την πρόθεση να διορίσει ποινικούς ανακριτές, χωρίς να υπάρξει οποιαδήποτε επίσημη ανακοίνωση προς αυτό το σκοπό.
Το πόρισμα για το βιβλίο «Κράτος Μαφία», το οποίο έβαλε το υπόβαθρο για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων που σχετίζονται με διαφθορά από δεκαπέντε πρόσωπα, φυσικά και νομικά, μεταξύ των οποίων και ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας Νίκος Αναστασιάδης, έχει προκαλέσει ένα σεισμό στα θεμέλια του κράτος δικαίου, με τη συζήτηση που έχει ανοίξει προς αυτό το σκοπό να έχει διάφορες προεκτάσεις. Μία εξ αυτών είναι και το γεγονός ότι η νομοθεσία που διέπει τη λειτουργία της Αρχής Κατά της Διαφθοράς παρουσιάζει κάποια κενά, ειδικά από τη στιγμή που δεν υπάρχει η δυνατότητα να μπορεί να διορίζει ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές, εκεί και όπου κρίνει αναγκαίο.
Μάλιστα, από τις πρώτες αναγνώσεις που έκαναν νομικοί κύκλοι αναφορικά με το πόρισμα για το Κράτος Μαφία, αυτό που υπογράμμισαν ήταν ότι η Αρχή Κατά της Διαφθοράς λειτουργεί ξεδοντιασμένη και πρέπει να ενισχυθεί.
Αυτό το θέμα είχε απασχολήσει αρκετά και την προηγούμενη σύνθεση της Βουλής και αναμένεται να απασχολήσει και την παρούσα, καθώς η Επιτροπή Νομικών αρχίσει το έργο της με δύσκολο θέμα. Κι αυτό επειδή στη δεύτερη κιόλας συνεδρία της, ένα από τα θέματα που θα απασχολήσει τους βουλευτές είναι και οι τρεις προτάσεις νόμου που κατατέθηκαν με την έναρξη των εργασιών της νέας σύνθεσης της Βουλής.
«Θέλουμε να δούμε αν μπορεί να βελτιωθεί το πλαίσιο περισσότερο. Θα συζητήσουμε εφ’ όλη της ύλης τους τρόπους που θα μπορούσε να διορθωθεί το πλαίσιο και να ολοκληρώνονται οι διαδικασίες γρηγορότερα. Η Αρχή Κατά της Διαφθοράς έχει ένα αρκετά ευρύ ερευνητικό πεδίο. Αυτό το είδαμε και με το πρόσφατο πόρισμα για το Κράτος Μαφία, που είναι 3,000 σελίδες. Αυτή η έρευνα θα τεθεί ενώπιον των ανακριτών και θα τους βοηθήσει και θα πρέπει να χρησιμοποιηθεί», εξήγησε στον REPORTER η πρόεδρος της Επιτροπής Νομικών, Φωτεινή Τσιρίδου.
Τρεις προτάσεις νόμου ενώπιον της Επιτροπής
Σημειώνεται πως το Κίνημα ΑΛΜΑ έχει καταθέσει από την πρώτη Ολομέλεια δύο προτάσεις νόμου, για αλλαγή στη νομοθεσία για τη λειτουργία της Αρχής Κατά της Διαφθοράς. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική έκθεση, σκοπός της πρότασης νόμου είναι η τροποποίηση συγκεκριμένων εδαφίων ώστε η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς να δύναται να εξουσιοδοτεί πρόσωπα ως ποινικούς ανακριτές για τη διερεύνηση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων διαφθοράς. Παράλληλα, σε περίπτωση κατά την οποία η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς διαπιστώνει ενδεχόμενη διάπραξη ποινικού αδικήματος, να έχει την εξουσία, αντί να συντάξει έκθεση και να την υποβάλει στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, να εξουσιοδοτεί η ίδια κατάλληλο πρόσωπο ως ποινικό ανακριτή για τη διεξαγωγή ανάκρισης σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 155.
«Οι δύο προτεινόμενες τροποποιήσεις είναι συμπληρωματικές. Η τροποποίηση του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου παρέχει στην Αρχή τη γενική εξουσία εξουσιοδότησης ποινικών ανακριτών, ενώ η παρούσα τροποποίηση του άρθρου 14 καθορίζει το ειδικό θεσμικό πλαίσιο εντός του οποίου η Αρχή θα μπορεί να ασκεί την εξουσία αυτή σε υποθέσεις που διερευνά στο πλαίσιο των νόμιμων αρμοδιοτήτων της. Με τον περί της Σύστασης και Λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς Νόμο του 2022, Ν. 19(Ι)/2022, συστάθηκε η Ανεξάρτητη Αρχή κατά της Διαφθοράς και της ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, η αρμοδιότητα να διερευνά αυτεπάγγελτα ή κατόπιν καταγγελίας πράξεις διαφθοράς, να συλλέγει και να αξιολογεί στοιχεία και να υποβάλλει τις σχετικές εκθέσεις στις αρμόδιες αρχές».
Στην αιτιολογική έκθεση προστίθεται ότι «σύμφωνα με το υφιστάμενο άρθρο 14, όταν η Αρχή, μετά την ολοκλήρωση διερεύνησης, διαπιστώσει ότι ενδεχόμενη παράβαση δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα, οφείλει να συντάξει έκθεση και να την υποβάλει, μαζί με όλα τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της, στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Η εμπειρία από την εφαρμογή της νομοθεσίας, και ιδιαίτερα η διαδικασία που ακολούθησε την έκδοση του πρόσφατου πορίσματος της Αρχής αναφορικά με τις καταγγελίες που έγιναν γνωστές ως υπόθεση «κράτος μαφία», ανέδειξαν ουσιαστικές αδυναμίες του υφιστάμενου θεσμικού πλαισίου».
Το ΑΛΜΑ τόνισε, δε, ότι «έπειτα από μια μακρά και σύνθετη διαδικασία διερεύνησης, κατά την οποία συλλέγεται και αξιολογείται μεγάλος όγκος μαρτυρικού και άλλου υλικού, η Αρχή δεν έχει σήμερα τη δυνατότητα να ενεργοποιήσει η ίδια την ποινική ανακριτική διαδικασία. Υποχρεούται να ολοκληρώσει τη διερεύνησή της, να συντάξει έκθεση και να διαβιβάσει το σύνολο του υλικού στον Γενικό Εισαγγελέα, ώστε στη συνέχεια να αποφασιστεί κατά πόσο θα ανατεθεί ποινική διερεύνηση στην Αστυνομία ή σε άλλους ανακριτές».
Η διαδικασία αυτή, σημειώνεται, «ενδέχεται να προκαλεί σημαντικές καθυστερήσεις, κατακερματισμό της ερευνητικής ευθύνης και αδικαιολόγητη επανάληψη ενεργειών, καταθέσεων ή διαδικασιών συλλογής στοιχείων. Η διερεύνηση της Αρχής και η ποινική ανάκριση έχουν ασφαλώς διαφορετικό νομικό χαρακτήρα και σκοπό. Ωστόσο, η απουσία δυνατότητας άμεσης μετάβασης από το ελεγκτικό και διερευνητικό στάδιο στο ποινικό στάδιο δημιουργεί κίνδυνο απώλειας της θεσμικής συνέχειας, της εξειδικευμένης γνώσης που αποκτήθηκε και της ταχύτητας που απαιτείται για την αποτελεσματική διερεύνηση σοβαρών υποθέσεων διαφθοράς. Με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 14, η Αρχή θα μπορεί, όταν διαπιστώνει ενδεχόμενη διάπραξη ποινικού αδικήματος, να επιλέγει μεταξύ δύο θεσμικών οδών: (α) να συντάσσει έκθεση και να την υποβάλλει, μαζί με τα στοιχεία που έχει στην κατοχή της, στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με την υφιστάμενη διαδικασία ή (β) να εξουσιοδοτεί η ίδια κατάλληλο πρόσωπο ως ποινικό ανακριτή, σύμφωνα με το άρθρο 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, ώστε να αρχίζει άμεσα η ποινική διερεύνηση».
Η παρεχόμενη δυνατότητα αποτελεί διακριτική εξουσία της Αρχής και όχι υποχρέωση να ακολουθεί σε κάθε περίπτωση τη διαδικασία διορισμού ποινικών ανακριτών, σημειώνει το ΑΛΜΑ. «Η Αρχή θα μπορεί να επιλέγει την καταλληλότερη διαδικασία, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση και τη σοβαρότητα της υπόθεσης, την έκταση του υλικού που έχει ήδη συλλεγεί, την ανάγκη ταχείας διερεύνησης και τις ιδιαίτερες θεσμικές περιστάσεις κάθε περίπτωσης. Με τον τρόπο αυτό θα διασφαλίζονται:
(α) η ταχύτερη και αποτελεσματικότερη έναρξη ποινικής ανάκρισης
(β) η συνέχεια μεταξύ της αρχικής διερεύνησης της Αρχής και της ποινικής έρευνας (γ) η αξιοποίηση της εξειδικευμένης γνώσης και του υλικού που έχει ήδη συγκεντρωθεί (δ) η αποφυγή αχρείαστων επικαλύψεων, επαναλήψεων και καθυστερήσεων και (ε) η ενιαία θεσμική ευθύνη της Αρχής για το ερευνητικό στάδιο σοβαρών υποθέσεων διαφθοράς».
Παράλληλα, το ΑΛΜΑ επισημαίνει ότι «η ρύθμιση κρίνεται ιδιαίτερα αναγκαία σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες ο Γενικός Εισαγγελέας, ο Βοηθός Γενικού Εισαγγελέα ή η Νομική Υπηρεσία είχαν προηγούμενη θεσμική εμπλοκή σε γεγονότα που αποτελούν αντικείμενο διερεύνησης ή όταν, για οποιονδήποτε άλλο λόγο, ενδέχεται να δημιουργείται ζήτημα σύγκρουσης συμφέροντος ή εύλογη αμφιβολία ως προς την εμφανή ανεξαρτησία της διαδικασίας. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η υποχρεωτική διαβίβαση του πορίσματος στον Γενικό Εισαγγελέα ως αναγκαία προϋπόθεση για την έναρξη ποινικής διερεύνησης ενδέχεται να επηρεάζει την εμπιστοσύνη της κοινωνίας στη διαδικασία, ανεξαρτήτως της τελικής ουσιαστικής κρίσης. Η δυνατότητα της Αρχής να εξουσιοδοτεί απευθείας ανεξάρτητους ποινικούς ανακριτές ενισχύει τόσο την πραγματική όσο και την εμφανή ανεξαρτησία, την αντικειμενικότητα και την αξιοπιστία της έρευνας».
Η προτεινόμενη ρύθμιση ενισχύει, παράλληλα, τον θεσμικό ρόλο και την επιχειρησιακή αποτελεσματικότητα της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς, τονίζεται. «Η Αρχή δεν θα περιορίζεται στη διαπίστωση ενδεχόμενων ποινικών αδικημάτων και στη διαβίβαση του υλικού της σε άλλη αρχή, αλλά θα μπορεί, όπου το κρίνει αναγκαίο, να διασφαλίζει τη συνέχεια της διερεύνησης μέσω ανεξάρτητης ποινικής ανάκρισης. Η προτεινόμενη τροποποίηση δεν μεταβιβάζει στην Αρχή εξουσία άσκησης ποινικής δίωξης ούτε περιορίζει τις συνταγματικές αρμοδιότητες του Γενικού Εισαγγελέα. Μετά την ολοκλήρωση της ποινικής ανάκρισης, η εξουσία λήψης απόφασης αναφορικά με την έναρξη, τη διεξαγωγή, τη συνέχιση ή τη διακοπή ποινικής διαδικασίας θα εξακολουθήσει να ασκείται σύμφωνα με το Σύνταγμα και την ισχύουσα νομοθεσία».
Η ουσιώδης μεταβολή, επισημαίνεται στην αιτιολογική έκθεση «είναι ότι η έναρξη και η διεξαγωγή της ποινικής ανάκρισης δεν θα εξαρτώνται, σε κάθε περίπτωση, από προηγούμενη απόφαση ή εμπλοκή του Γενικού Εισαγγελέα. Η ποινική έρευνα θα μπορεί να έχει ολοκληρωθεί από ανεξάρτητους ανακριτές, οι οποίοι θα έχουν εξουσιοδοτηθεί από την Αρχή και θα ασκούν τις ανακριτικές εξουσίες που προβλέπει ο περί Ποινικής Δικονομίας Νόμος. Η πρόταση δεν αφαιρεί ούτε περιορίζει την υφιστάμενη δυνατότητα της Αρχής να υποβάλλει έκθεση στον Γενικό Εισαγγελέα. Προσθέτει μια εναλλακτική διαδικασία, η οποία θα μπορεί να ενεργοποιείται όταν η Αρχή κρίνει ότι η φύση της υπόθεσης, η ανάγκη θεσμικής ανεξαρτησίας ή η αποτελεσματικότητα της διερεύνησης το επιβάλλουν. Τέλος, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν υποκαθιστά ούτε αναιρεί την ανάγκη για την ευρύτερη μεταρρύθμιση του θεσμού του Γενικού Εισαγγελέα, τον διαχωρισμό του συμβουλευτικού από τον εισαγγελικό του ρόλο και τη θέσπιση αποτελεσματικών μηχανισμών ελέγχου των αποφάσεων που αφορούν την άσκηση ή μη άσκηση ποινικής δίωξης. Τα ζητήματα αυτά αποτελούν διακριτό αντικείμενο θεσμικής μεταρρύθμισης. Η παρούσα πρόταση νόμου, σε συνδυασμό με την προτεινόμενη τροποποίηση του άρθρου 4 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου, αποσκοπεί στην άμεση κάλυψη ενός συγκεκριμένου και επείγοντος κενού στο στάδιο της ποινικής διερεύνησης υποθέσεων διαφθοράς».
Στο μεταξύ, πρόταση νόμου για τροποποίηση του νόμου για τη λειτουργία της Αρχής Κατά της Διαφθοράς έχει καταθέσει και ο Δημοκρατικός Συναγερμός. Συγκεκριμένα, όπως αναφέρεται στην αιτιολογική πρόταση, σκοπός είναι να ενισχυθεί το θεσμικό και επιχειρησιακό πλαίσιο λειτουργίας της Ανεξάρτητης Αρχής κατά της Διαφθοράς κατά την άσκηση των αρμοδιοτήτων της σε υποθέσεις που ενδέχεται να συνιστούν ποινικά αδικήματα.
«Ειδικότερα, με βάση το ισχύον άρθρο 14 του βασικού νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία η Αρχή διαπιστώνει ότι ενδεχόμενη παράβαση δυνατόν να συνιστά ποινικό αδίκημα, περιορίζεται στη σύνταξη έκθεσης και στην υποβολή αυτής, μαζί με τα σχετικά στοιχεία, στον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας. Με την παρούσα πρόταση παρέχεται στην Αρχή επιπρόσθετη δυνατότητα, όπου το κρίνει αναγκαίο, να προχωρεί στον διορισμό ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών για σκοπούς πληρέστερης και ουσιαστικότερης διερεύνησης υποθέσεων διαφθοράς».
Ο ΔΗΣΥ σημείωσε περαιτέρω ότι «προβλέπεται ότι οι ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές θα διορίζονται από κατάλογο που καταρτίζεται από τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο και εγκρίνεται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ώστε να διασφαλίζεται η ανεξαρτησία, η αξιοπιστία και η επάρκειά τους. Καθορίζεται τέλος ότι οι ανακριτές θα τελούν υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή, όπου κρίνεται σκόπιμο, υπό τον έλεγχο και την εποπτεία Ανεξάρτητου Κατήγορου».
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ:
- Στα χέρια της Νομικής Υπηρεσίας το πόρισμα για το Κράτος Μαφία, παραδόθηκε και στον Έφορο Φορολογίας
- Το Κράτος Μαφία, η μεγάλη εικόνα της διαφθοράς στην Κύπρο και η πολιτική ευθύνη που δεν πρέπει να «αναλαμβάνεται», αλλά να εκτελείται
- Ξανά στο επίκεντρο ο διαχωρισμός εξουσιών στον απόηχο του Κράτους Μαφία-Ανέδειξε την ανάγκη παροχής ανακριτικών εξουσιών στην Αρχή Κατά της Διαφθοράς
- «Οδηγούν σε δολοφονία την υπόθεση Κράτος Μαφία»-Προειδοποιεί ο ποινικολόγος Ιωάννου, δείχνει ανάγκη διορισμού ανεξάρτητου κατήγορου











