Τουλάχιστον απαράδεκτη χαρακτηρίζεται από τον νομικό κόσμο η απόφαση Επαρχιακού Δικαστή στη Λεμεσό, ο οποίος οδήγησε στις Κεντρικές Φυλακές πρόσωπο που ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης και βρισκόταν στην διαδικασία επανένταξης, γεγονός που πέραν του ότι θεωρείται πισωγύρισμα για ένα πρόσωπα που απεξαρτήθηκε, ελλοχεύει σοβαρούς κινδύνους.
Πρόκειται για πρόσωπο που συνελήφθη και οδηγήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου για αδικήματα που σχετίζονται με διάρρηξη και κλοπή, ωστόσο λαμβάνοντας υπόψη πως επρόκειτο για χρήστη ναρκωτικών, αποφασίστηκε -με την συγκατάθεση του- θεραπεία αντί φυλάκιση και ως εκ τούτου εντάχθηκε στο κλειστό πρόγραμμα της Αγίας Σκέπης για απεξάρτηση και επανένταξη του στην κοινωνία.
Το εν λόγω πρόσωπο, εντάχθηκε και ολοκλήρωσε με επιτυχία το πρόγραμμα, στο οποίο παρέμεινε για 15 μήνες και σήμερα βρισκόταν στη διαδικασία επανένταξης, όπου εργαζόταν και στάθηκε ξανά στα πόδια του, ενώ όλο αυτό το διάστημα, κάθε τρεις μήνες εμφανιζόταν ενώπιον Δικαστηρίου, όπως προβλέπουν οι κανονισμοί, προκειμένου να διαπιστωθεί πως δεν υπήρχε οποιαδήποτε παράβαση.
Ωστόσο, κατά τη σημερινή διαδικασία ενώπιον Δικαστηρίου, ο ίδιος Δικαστής που αποφάσισε θεραπεία αντί φυλάκιση, του επέβαλε ποινή άμεσης φυλάκισης τριών ετών, χωρίς αναστολή, αφού έκρινε πως διέπραξε σοβαρά αδικήματα, ενώ έλαβε υπόψη πως πρόκειται για αλλοδαπό.
Η εξέλιξη αυτή, κρίνεται άκρως αρνητική για ένα πρόσωπο που απεξαρτήθηκε από τα ναρκωτικά και βρισκόταν στο στάδιο της επανένταξης, ενώ η απόφαση εγείρει σοβαρά ερωτήματα ως προς τη συνέπεια και την αποτελεσματικότητα του θεσμού της θεραπείας αντί της φυλάκισης.
Και αυτό διότι, όταν ένα άτομο ολοκληρώνει με επιτυχία ένα πρόγραμμα απεξάρτησης, επανεντάσσεται στην κοινωνία και αποδεικνύει έμπρακτα την αλλαγή του, η ανατροπή αυτής της προσπάθειας κινδυνεύει να ακυρώσει την δουλειά, ενώ ταυτόχρονα αποθαρρύνει άλλους εξαρτημένους στο να ακολουθήσουν τον ίδιο δρόμο.
Η κοινωνία, η πολιτεία και γενικότερα οι θεσμοί, οφείλουν να στηρίζουν τέτοιου είδους προσπάθειες και να επιβραβεύουν την επανένταξη, η οποία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την εγκληματικότητα, στέλνοντας το μήνυμα ότι η δεύτερη ευκαιρία δεν είναι απλώς μια υπόσχεση, αλλά μια ουσιαστική δυνατότητα.
Για αυτό το λόγο, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και ο Γενικός Εισαγγελέας, εάν δεν θέλουν να είναι ανακόλουθοι των διακηρύξεων τους, οφείλουν να αντιδράσουν και να προχωρήσουν στην αναστολή της ποινής τους, όπως άλλωστε έπραξαν για άλλους που διέπραξαν πολύ σοβαρά εγκλήματα, είτε αυτά αφορούσαν δολοφονίες είτε εμπορία ναρκωτικών.











