Τα όσα καταγράφονται στην έκθεση της Αρχής κατά της Διαφθοράς, σε σχέση με το πόρισμα της τετραμελούς ομάδας που διερεύνησε τους ισχυρισμούς στο βιβλίο «Κράτος Μαφία», με επικεφαλής ερευνήτρια από την Αυστραλία, δεν αποτελούν τα μοναδικά ευρήματα. Εξάλλου, τα συμπεράσματα του πορίσματος απαριθμούσαν 3000 σελίδες, ενώ η ανακοίνωση της Αρχής απαριθμούσε 67 σελίδες, εστιαζόμενη στα πρόσωπα -13 φυσικά και δύο νομικά- τα οποία φαίνεται να διέπραξαν ποινικά αδικήματα, ανάμεσα σε αυτά και ο τέως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Νίκος Αναστασιάδης.
Αυτό σημαίνει ότι από τις περαιτέρω έρευνες, δεν αποκλείεται να υπάρχουν διαφοροποιήσεις, ενώ η έκθεση που είδε το φως της δημοσιότητας, δεν άγγιζε τις πειθαρχικές ή τις πολιτικές ευθύνες, ενώ δεν υπήρχαν αναλυτικές απαντήσεις για όλα τα ζητήματα που προκύπτουν.
Ενδεικτική είναι η υπόθεση Focus, για την οποία οι ερευνητές εντόπισαν διαδρομές χρημάτων και έβαλαν στο κάδρο πιθανή διάπραξη κακουργημάτων, σε σχέση με αδικήματα που σχετίζονται με ξέπλυμα βρώμικου χρήματος. Μια υπόθεση, που αξίζει να σημειωθεί, ερευνήθηκε από την Αστυνομία, οδηγήθηκε στην Νομική Υπηρεσία και στη συνέχεια ενώπιον Δικαστηρίου, χωρίς όμως να κρίνει κανείς από τους θεσμούς πως οι έρευνες ήταν ελλιπείς, λαμβάνοντας υπόψη τα σημερινά ευρήματα της Αρχής κατά της Διαφθοράς. Η εν λόγω υπόθεση οδηγήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου, με τον εκ των κατηγορουμένων πρώην Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας, κ. Χριστοδούλου, να εκπροσωπείται από τον νυν βοηθό Γενικό Εισαγγελέα, Σάββα Αγγελίδη, ενώ αφότου άλλαξε η ηγεσία της Νομικής Υπηρεσίας, δεν ασκήθηκε έφεση.
Γιώργος Σαββίδης και Σάββας Αγγελίδης, λαμβάνοντας υπόψη πως προέρχονται από την διακυβέρνηση Αναστασιάδη, αλλά και των προσωπικών τους σχέσεων με τον τέως Πρόεδρο της Δημοκρατίας, νομικοί θεωρούν πως θα πρέπει να εξαιρεθούν από τις περαιτέρω έρευνες και αποφάσεις, τονίζοντας πως θα πρέπει να διοριστούν ανεξάρτητοι ποινικοί ανακριτές. Και αυτό διότι, θεωρούν πως ούτε οποιοσδήποτε άλλος λειτουργός από την Νομική Υπηρεσία μπορεί να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή, δεδομένου πως υπάγονται και λογοδοτούν και εξαρτώνται, από τον Γενικό και Βοηθό Γενικό Εισαγγελέα. Εξάλλου, στην Νομική Υπηρεσία εργάζεται και η θυγατέρα μιας εκ των προσώπων που κατονομάζονται στο πόρισμα για πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων.
Από την άλλη, ούτε η Αστυνομία μπορεί να έχει οποιαδήποτε εμπλοκή στις περαιτέρω ενέργειες. Και αυτό διότι, είχε την ευκαιρία να πράξει τα δέοντα κατά τον ουσιώδη χρόνο, χωρίς όμως να το πράξει για διάφορα ζητήματα, ωστόσο το πιο σημαντικό είναι ότι στο πόρισμα δείχνει πιθανή διάπραξη ποινικών αδικημάτων από στέλεχος της. Ως εκ τούτου, προκύπτει θέμα σύγκρουσης συμφέροντος, αφού δεν δύναται να ελεγχθεί από συναδέλφους του, ενώ η αλυσίδα ενδέχεται να μην σταματά στον Ιωάννη Σωτηριάδη που κατονομάζει το πόρισμα αλλά και σε άλλα μέλη που είχαν εμπλοκή στην σύλληψη της συζύγου του Ρώσου Ολιγάρχη.
Ομόφωνα ο δικηγορικός κόσμος θεωρεί πως αποτελεί μονόδρομος ο διορισμός ανεξάρτητων ποινικών ανακριτών από το Υπουργικό Συμβούλιο, με νομικούς να βάζουν στο τραπέζι και την συνδρομή ξένων ερευνητών, δεδομένου πως ο Πρόεδρος και άλλα μέλη του Υπουργικού, προέρχονται από την διακυβέρνηση Αναστασιάδη.
Υπενθυμίζεται πως ενώπιον των ερευνητών για το Κράτος Μαφία, είχε κληθεί και ο Νίκος Χριστοδουλίδης, όπως και άλλα πρώην υπουργοί και γενικότερα κρατικοί αξιωματούχου.
Σε δηλώσεις του στον Άλφα ο δικηγόρος Κρις Τριανταφυλλίδης, αφού ανέφερε πως το πόρισμα για το Κράτος Μαφία και αυτό για την φονική έκρηξη είναι τα σημαντικότερα στα χρονιά, θέλησε να τονίσει πως θα πρέπει να εξαιρεθούν ο Γενικός και Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας, όπως και οι λειτουργοί που υπάγονται σε αυτούς.
Από εκεί και πέρα, εξέφρασε τη θέση πως «αυτοί οι άνθρωποι μπορεί να αισθάνονται και να είναι αμερόληπτοι. Σε αυτό το στάδιο έχει σημασία να προχωρήσει η διαδικασία με αμερόληπτο τρόπο. Θα πρέπει να διοριστούν ποινικοί ανακριτές από το Υπουργικό Συμβούλιο με σαφέστα τους όρους εντολής. Όμως επειδή το αίσθημα εμπιστοσύνης έχει τρωθεί σε μεγάλο βαθμό και επειδή στην υπόθεση Σάντη φέραμε λειτουργούς, ανακριτές από FBI, εγώ πιστεύω θα πρέπει να διοριστούν Κύπριοι ποινικοί ανακριτές με την συνδρομή ξένων εμπειρογνωμόνων όπως είναι οι ανακριτές του FBI».
Ερωτηθείς εάν μπορούν να παραμείνουν οι ίδιοι οι ποινικοί ανακριτές, απάντησε αρνητικά, λέγοντας πως αυτοί έχουν ήδη αποφασίσει, συνεπώς θα πρέπει να διοριστούν νέα πρόσωπα που θα κρίνουν πλέον τα γεγονότα, στη βάση της πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας, σε περίπτωση που οδηγηθεί ενώπιον Δικαστηρίου.
«Η διαδικασία θα πρέπει να γίνει με τρόπο που οι πολίτες και η κοινωνία να την δεχθεί ως αμερόληπτη. Και μόνο με τη συμμετοχή ειδικών τρίτων, μαζί με Κύπριους ανακριτές, μπορεί να προσπεραστεί το πρόβλημα με την έλλειψη της εμπιστοσύνης που υπάρχει σήμερα. Και στο τέλος ναι θα καταλήξει στον Γενικό Εισαγγελέα, αλλά πλέον θα έχει στα χέρια του υλικό που θα έχουν συλλέξει ανεξάρτητοι ποινικοί, με τη συμμετοχή ξένων και τότε θα κάνει το καθήκον του που θα εξυπηρετεί το κράτος δικαίου. Για να σταθούν οι θεσμοί, αν δεν σταθούν υπάρχει τεράστιος κίνδυνος να καταλύσει το κράτος».











